Μάνος Κατράκης: 2 Σεπτέμβρη 1984 – 2 Σεπτέμβρη 2026  – 42 χρόνια Μνήμης και Χρέους

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 75 ετών έφυγε από τη ζωή μία από τις εμβληματικότερες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, ο Μάνος Κατράκης.

Ο Μάνος Κατράκης (1908-1984) ήταν σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, γεννημένος στο Καστέλι Κισσάμου, Κρήτης. Η καριέρα του ξεκίνησε το 1927, με συμμετοχές στην πρώτη ελληνική βουβή ταινία το 1928 και στη συνέχεια στο Εθνικό Θέατρο το 1931. Έπαιξε σε πολλούς θιάσους και συνεργάστηκε με εμβληματικές μορφές όπως ο Μυράτ και η Κοτοπούλη.

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1908 στο Καστέλι Κισσάμου, στην Κρήτη και ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης, που της είχε αδυναμία, καθώς είχε πάρει από εκείνη το πείσμα της και τον ατιθάσευτο χαρακτήρα της. Το 1919, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, ενώ από μικρός αναγκάστηκε να ενηλικιωθεί και να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του συχνά «έλειπε για δουλειές» και ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε φύγει για την Αμερική.

Γρήγορα, όμως, άρχισε να ασχολείται και με αυτά που του άρεσαν. Αρχικά παίζει ποδόσφαιρο, πρώτα στον Ατσαλένιο και μετά στον Αθηναϊκό, ενώ σε ηλικία 19 χρόνων θα μπει στο θέατρο, όπου θα τραβήξει τα βλέμματα, ανάμεσα στα οποία και του σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα, που θα τον επιλέξει για να παίξει στην πρώτη βουβή ταινία του «Το Λάβαρο του ’21».

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Καρόλου Κουν στο Θέατρο Τέχνης, καθώς και στις δραματικές σχολές του Χρήστου Βαχλιώτη και του Πέλου Κατσέλη, ενώ παρακολούθησε μαθήματα και στο London School of Film Technique.

Το 1932 κι ενώ πέρασε από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και το «Λαϊκό Θέατρο» του Βασίλη Ρώτα, θα προσληφθεί στο νεοϊδρυόμενο Εθνικό Θέατρο. Η κριτική της εποχής υποκλίθηκε στο ταλέντο του και θα ανοίξουν πολλές πόρτες.

Το 1943 κι ενώ είχε πολεμήσει στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, όπου είχε και ένα ατύχημα και θα τον σώσει ένα άλογο, θα ενταχθεί στην εθνική αντίσταση και θα πολεμήσει τους Γερμανούς κατακτητές από τις γραμμές του ΕΑΜ και τους «φίλους» τους στη συνέχεια, θα αναλάβει πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, όπου έπαιξε μέχρι το 1946.

Ο Μάνος Κατράκης αναγνωρίστηκε ως ένας από τους κορυφαίους και ταλαντούχους ηθοποιούς της Ελλάδας, γνωστός τόσο για το πλούσιο θεατρικό του έργο όσο και για τις κινηματογραφικές του επιτυχίες.

Ο Μάνος Κατράκης, με ευάλωτο οργανισμό από τις κακουχίες, θα πεθάνει από καρκίνο των πνευμόνων, χωρίς να δεχθεί τις αυστηρές θεραπείες που του συνέστησαν οι γιατροί, λόγω και του πάθους του για το τσιγάρο. Λίγες ημέρες έπειτα από την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» κι ενώ ήδη έχει χτυπηθεί από τον καρκίνο, θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Για την ακρίβεια την τελευταία του φωνή. Και όπως είχε πει «και να γνώριζα τη γλώσσα του Ρακίνα και του Μολιέρου πάλι θα σας μίλαγα ελληνικά.» Ίσως γιατί θα παραμένει για πάντα η φωνή της συνείδησής μας.

Ο Κατράκης θα επιστρέψει για λίγο στο Εθνικό, αλλά θα εκδιωχθεί ένα χρόνο αργότερα, λόγω των αριστερών πεποιθήσεών του. Είχε διαλέξει, όπως έλεγε ο ίδιος, να γίνει κομμουνιστής. Αυτό θα το πληρώσει ακριβά. Αρνούμενος, μετά και την παρότρυνση της μάνας του, να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» θα εξοριστεί στην Ικαρία, στον Άι Στράτη και στη Μακρόνησο, όπου θα συναντήσει ακόμη μία εκλεκτή παρέα συντρόφων από τις τέχνες – από Γιάννη Ρίτσο και Τζαβαλά Καρούσο μέχρι Μενέλαο Λουντέμη – , αλλά και τους απλούς ανυπόταχτους αγωνιστές, που δεν χαμπάριαζαν από βασανιστήρια, κακουχίες και την απανθρωπιά μιας ολόκληρης εποχής, που μας στοιχειώνει ακόμη. Όπως έλεγε και ο Σαββόπουλος της δεκαετίας του ’70, στο γνωστό τραγουδάκι «Η θητεία»: «Μάνα μου όλα περνούνε κι όλα γίνονται ξανά, όμως τούτη η θητεία δε σταματά πουθενά».

Η ζωή του, πέρα από τις πολιτικές διώξεις, του επιφύλασσε και άλλες θλιβερές περιπέτειες. Φτωχός από κούνια, δεν φοβήθηκε τις αντιξοότητες της ζωής, αλλά στην κατοχή και στον πιο φονικό χειμώνα, τον ανάγκασε να ξεπεράσει τα όριά του. Έχοντας μάλιστα ξαναπαντρευτεί, τη Νένα Βρακοτσώλη, προσπαθούσε να βρει τρόπους για το προς το ζειν, ακόμη και πουλώντας τα κοστούμια του. Το χειρότερο, όμως, ήταν η εγκυμοσύνη της γυναίκας του, που δεν κατάφερε να κρατήσει από τις κακουχίες τα δίδυμα που κυοφορούσε.

Τα έχασε στον όγδοο μήνα της κύησης κι ενώ ο Κατράκης είχε ξεπουλήσει τα πάντα. Χτυπημένος από τη μοίρα και απελπισμένος, εκείνη την εποχή θα κολλήσει και με τον τζόγο, παίζοντας «31». Την πρώτη φορά κέρδισε, τις υπόλοιπες, όπως συνήθως συμβαίνει, έχασε. Χρόνια αργότερα, θα στραφεί προς τις ιπποδρομίες, ακουμπώντας τα χρήματά του στα άλογα, που υπεραγαπούσε. Μαζί με τον Αυλωνίτη θα φτιάξουν ένα αχτύπητο δίδυμο στις Τζιτζιφιές.

Η Λίντα Άλμα, που τον γνώρισε το 1955, όταν ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και τον είδε πάνω στο σανίδι, μαγεύτηκε. Όπως είχε εκμυστηρευτεί η λιγερόκορμη χορεύτρια, «με τα πρώτα λόγια που είπε, σα να χτύπησε η καρδιά μου». Ο αθεόφοβος, το προκαλούσε αυτό το σκίρτημα πάνω στη σκηνή. Αλλά για την Άλμα, προφανώς ήταν κάτι περισσότερο. Αφού θα συζήσουν για 25 χρόνια, κάνοντας εκείνη υπομονή και αντέχοντας τις παρασπονδίες του, θα παντρευτούν το 1979, σε ένα εκκλησάκι, «στις στροφές του Ευταξία», δίπλα από την Ελευσίνα, σε πολύ στενό κύκλο. Όμως και ο Κατράκης τη λάτρεψε όσο τίποτε άλλο, ενώ παραδέχθηκε ότι της έδωσε κυρίως «πίκρες», παρότι, όπως έλεγε, «τελικά πέρα από τη Λίντα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια. Ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει».