«Κύριε Χατζιδάκι, είστε Κρητικός;».
«Ναι, είμαι Κρητικός. Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη και ο πατέρας μου απ’ τη Μύρθιο της Ρεθύμνης, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που, καθώς γνωρίζω, δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου.
Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως, η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου, τη λεγόμενη “ευρωπαϊκή”, φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα».
Τον Κρητικό πατέρα θα τον χάσει το 1938, όταν σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα ενώ ταξίδευε για το Μιλάνο, όμως η Κρήτη, από τα υφαντά της «γριάς Χατζιδάκαινας», που κοσμούσαν το σπίτι του όταν ήταν παιδί έως το πρόγραμμα του «τρίτου Μουσικού Αύγουστου» που ετοίμαζε για το καλοκαίρι του 1983 και δεν έγινε ποτέ, θα αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του μεγάλου μας συνθέτη.
«Μεγάλη η γενιά των Χατζιδάκιδων στην Κρήτη -έλεγε σε συνέντευξή του το μακρινό 1960- απλώνεται και πιάνει το νησί από τις τέσσερις άκρες του! Κισσαμίτες, Σφακιανοί, Αποκορωνιώτες, Ρεθυμιώτες, Καστρινοί, Μεραμπελιώτες και Γεραπετρίτες, πλούσιοι, φτωχοί, επιστήμονες, στρατιωτικοί. Μια φλέβα που κόπηκε με τον καιρό κομμάτια-κομμάτια και άλλοι θέλουν το «άκης» με «ήττα» κι άλλοι με «γιώτα» να χωρίζουν μεταξύ τους!
-Δέκα πέντε χρονών κατέβηκα στην Κρήτη, κάθισα καιρό, ντύθηκε η ψυχή μου με τα χρώματά της… Μελέτησα τους ανθρώπους της, το φως της, ένιωσα τη φοβερή δύναμη αφομοιώσεως που έχει σ’ αυτούς που πρωτοστατούν επάνω της, δέθηκα οριστικά μαζί της!
Από παιδί μ’ άρεσε η μουσική, με είχαν μάθει κι έπαιζα πιάνο, μα μόνο σαν πάτησα στην Κρήτη η ψυχή μου κατάλαβε το νόημά της. Άρχισα να συνθέτω, να δημιουργώ, παράξενα συναισθήματα με πλημμύριζαν. Ένα θαύμα είχε γίνει μέσα μου».
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 15ης Νοέμβρη του 1973. Η επιτροπή της Ε.ΘΕ.Κ. που την αποτελούσαν ο Αλέκος Παπαδερός, ο Γιώργος Δρανδάκης, ο Νίκος Κοπιδάκης και ο Δημήτρης Καρτάκις -που έγραψε για αυτό στα “Χανιώτικα Νέα”- συσκέπτεται σε «δείπνο εργασίας» με τον Αλέξη Μινωτή.
Η κουβέντα έφθασε και στο θέμα της συνεργασίας της Ε.ΘΕ.Κ. με σπουδαίους καλλιτέχνες της Αθήνας, κρητικής καταγωγής. Κάποιος ανέφερε και το όνομα του Μάνου Χατζιδάκι.
Λίγη ώρα μετά, με παραίνεση του Μινωτή, ξεκίνησαν να συναντήσουν τον Μάνο Χατζιδάκι στην Πλάκα.
Σε λίγο φάνηκε να προβάλλει στο θαμπό φως και «μέσα σε καπνούς», η σιλουέτα του Μάνου. Περπατούσε αργά και κρατούσε στο δεξί χέρι ένα ποτήρι με ποτό. Χαιρετήθηκαν εγκάρδια με τον Μινωτή, ο οποίος άρχισε αμέσως τις συστάσεις: «Μάνο» του είπε, «εδώ είναι η Κρήτη που θέλει να σε γνωρίσει. Αποφάσισε να φτιάξει δικό της θέατρο και θέλει τη βοήθειά σου».
Ο Παπαδερός διέκοψε απότομα τον Μινωτή και απευθυνόμενος στον Χατζιδάκι τον ρώτησε εάν είναι Κρητικός. Ο Χατζιδάκις, ύστερα από μικρή σιωπή, είπε με έμφαση: «Ναι, είμαι Κρητικός».
Ο Χατζιδάκις ενθουσιάστηκε με την προσπάθεια που ξεκινούσε τότε στον τόπο και υποσχέθηκε κάθε δυνατή βοήθεια. Είπε ακόμα πώς τον ενδιέφερε ιδιαίτερα το Κρητικό θέατρο και ότι είχε σκοπό να κάμει όπερα την Ερωφίλη του Χορτάτση.
«Συμφωνήσαμε να ερχόταν τον Μάιο στην Κρήτη και να δώσει συναυλίες… Ο Μάνος Χατζιδάκις ετήρησε την υπόσχεσή του προς την Ε.ΘΕ.Κ. και τον Μάιο του ΄74 ήρθε με τους συνεργάτες του στην Κρήτη». Στο χρονικό ίδρυσης της Ε.ΘΕ.Κ. και στο κεφάλαιο «Έφθασε η ώρα της καρποφορίας» αναφέρεται: «Από τις 24 μέχρι τις 30 του Μάη του ΄74, ολόκληρη η Κρήτη, από τη μια άκρη της μέχρι την άλλη, έζησε ώρες σπάνιας καλλιτεχνικής ομορφιάς. Ο Μάνος Χατζιδάκις, με το συγκρότημά του, ήρθε στην Κρήτη για να παρουσιάσει και στους τέσσερις νομούς της το “Πολύτροπον”. Την υπόσχεση που είχε δώσει ο Μάνος την ετήρησεν. Και η Κρήτη είχε την ευτυχία, ο πρώτος καρπός που γεύτηκε από την Ε.ΘΕ.Κ. να είναι η απαράμιλλη μουσική του Χατζιδάκι».
Στο ίδιο κείμενο, ο Δ. Καρτάκις προσέθεσε ότι «είναι αλήθεια ότι η Κρήτη από τις 24 μέχρι τις 30 του Μάη του 1974, έζησε ώρες υψηλής καλλιτεχνικής έξαρσης. Έζησε με ένταση τα πάθη του “Μεθυσμένου κοριτσιού”, του “Τζώνη του μπόγια”, της “Μπελίσας”, “πάθη γνησίως κρητικά”, όπως έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις στο πρόγραμμα των συναυλιών».
Μετά την πτώση της χούντας, η Ε.ΘΕ.Κ. θα εγκαινιάσει το θέατρό της στον Κούλε, με επίσημο προσκεκλημένο τον Μάνο Χατζιδάκι που έπαιξε πιάνο. Οι βάσεις για τη δημιουργία του Μ. Χατζιδάκι για την Κρήτη είχαν τεθεί.
Το επόμενο διάστημα (1977), ο Χατζιδάκις θα δρομολογήσει την ίδρυση της Μουσικής Ακαδημίας Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο. Πρόεδρός της είναι ο καθηγητής Στ. Αλεξίου, με αντιπροέδρους τον Γ. Παρτσελάκη και τον Γ. Δεληγιαννάκη, μέλη της ο Ν. Κοπιδάκης, ο Γ. Μαρινάκης και η Χρ. Τζομπανάκη. Στόχος της είναι η διάχυση του πολιτισμού και της τέχνης στον λαό με την παραγωγή μουσικών εκδηλώσεων υψηλής στάθμης.
Ανάμεσα στις πρώτες δράσεις της ήταν η εξασφάλιση κατάλληλων χώρων για τις παραστάσεις, μεταξύ αυτών και το μεγάλο βενετσιάνικο Νεώριο της πόλης, το οποίο θα μετατρεπόταν σε συναυλιακό χώρο.
Την πρόταση ενέκρινε η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η εικόνα του μνημείου πέρασε στο σύνολο των αφισών της Ακαδημίας. Στην ομήγυρη των ανθρώπων του Χατζιδάκι στο Ηράκλειο, προστέθηκε και ο Μαν. Καρέλλης, ο οποίος, με την ιδιότητα του δημάρχου Ηρακλείου, υποστήριξε υλικά και ηθικά το όραμα του Χατζιδάκι στην πόλη.
Το 1980, θα εγκαινιαστεί στο Ηράκλειο ο Μουσικός Αύγουστος, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων στη μουσική, στον χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο.
Κι επειδή δημιουργήθηκε ως αποκορύφωση τής έως τότε προπαρασκευής του Χατζιδάκι και των ανθρώπων που είχαν συσπειρωθεί γύρω από το όραμά του στο Ηράκλειο, παρά τον βραχύ βίο του (1980-1981), θα μεταβάλει θεαματικά το πολιτιστικό γίγνεσθαι του Ηρακλείου.
«Άνοδος Ανωγείων σημαίνει…»
Ο διορατικός Γιώργος Κλάδος, που αντιλήφθηκε το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι, τον συναντά μαζί με τα μέλη της Μουσικής Ακαδημίας και, τον Αύγουστο του ΄79 με τη σύμπραξη του Δήμου Ανωγείων, του τρίτου προγράμματος και της Μουσικής Ακαδημίας Κρήτης, γεννιέται η πιο σημαντική συνάντηση και διάλογος για τη σημασία μιας λαϊκής παράδοσης στον καιρό μας.
Με το ξεκίνημα των δράσεων της Μουσικής Ακαδημίας Κρήτης, όπως αναφέρει στο αφιέρωμα του ο Δήμος Ανωγείων, ο Γιώργος Κλάδος, εκείνος ο δήμαρχος που δεν ήθελε να γίνει υπουργός Πολιτισμού, ξεκίνησε από τα Ανώγεια και έφτασε στη Ρηγίλλης, στο νούμερο 17, όπου συνάντησε τον Μάνο Χατζιδάκι στο σπίτι του.
Επί λέξει, όπως διηγιόταν ο Μάνος, του είπε: «Εγώ δημαρχεύω σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης. Έχω λίγα χρήματα για τον πολιτισμό στο ταμείο του Δήμου, ήρθα να σου τα εμπιστευθώ και να αποφασίσεις εσύ αν θα κάνεις κάτι στα Ανώγεια.
Εκτός από τα χρήματα, έχω τη διαβεβαίωση των κατοίκων του χωριού, επειδή οι υποδομές είναι υποτυπώδεις, ότι θα δώσει κάθε σπίτι ένα δωμάτιο να φιλοξενηθούν καλεσμένοι των γιορτών για όσο αυτές διαρκέσουν!».
«Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, έλεγε, με εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα.
Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα.
Μα όσο το έβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο: τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς να έχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας.
Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης.
Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει.
Διαφορετικά, θα ’ναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει.
Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών».
Ο ίδιος σε ένα από τα σχόλια του τρίτου προγράμματος της ΕΡΤ, που ήταν διευθυντής εκείνη την περίοδο, περιγράφει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τη σημασία των εκδηλώσεων αυτών:
«“Άνοδος Ανωγείων” σημαίνει, εξ Ηρακλείου σεβαστή απόσταση κι ένα ξεδίπλωμα φανταστικής ενδοχώρας, πο τήνε λούζουν αφρικανικοί αγέρηδες κι ένα ατελείωτο μεσογειακό φως.
Μια ανοδική πορεία πού όταν σταθείς, βλέπεις τους κάμπους να χύνονται ασταμάτητα στις θάλασσες και τα βουνά τ’ αντικρινά, ερωτικά ν’ ασπάζονται τον ίσκιο σου. Κι “αγώνες λύρας” πάει να πει, συνάθροιση λυράρηδων από παντού της χώρας σ’ ένα χωρίς διάλειμμα ευγενικό αγώνισμα που αρχίζει πέντε τ’ απόγευμα και που τελειώνει περ’ απ’ τη μια, μετά το μεσονύχτι.
Και μέσα σ’ αυτό το ξέσπασμα τ’ ομαδικό, επιβραβεύεται αυτός που με τη μαστοριά και το βαθύ του αίσθημα θα ξεδιπλώσει τους αυτοσχέδιους μαιάνδρους, που θα περιέχουν την παράδοση ολοζώντανη, ενώ συγχρόνως θα στοχεύει και τα μελλοντικά. Θ’ αποκαλύπτει μυστικά.
Τα Ανώγεια ζούνε για δύο μέρες μια μουσική εμπειρία μοναδική. Χωρίς επίσημους και τελετές, χωρίς λογύδρια εθνικά, μέσα στην πλατεία του χωριού, παρουσιάζεται ολόγυμνη ή φαντασία, ή έμπνευση κι ή μουσική ευαισθησία ενός ολόκληρου λαού. Του κρητικού λαού. Κι ενός νησιού. Της Κρήτης.
Όταν αδιάκοπα ζεις καθημερινά την αθλιότητα των Αθηνών, με την επίσημη αστική διάβρωση της, τότες ή άνοδος των Ανωγείων είναι περίπου άνοδος των Ηλυσίων Πεδίων.
Κι όταν ή τέχνη ή σοβαρή ή επίσημη και ή ντελαλημένη γίνεται τέχνη για νεκρούς, για επιτήδειους και εχθρούς, για σαρκοβόρους ατάλαντους, τέχνη για συνδικάτα εγκλήματος, γι’ αρρώστους κι αναπήρους, τότες ή λύρα η κρητική, με τις βαθιές της ρίζες, φαντάζει αθάνατη πηγή με άγιο νερό που ξεδιψάει τους αιώνες.
Στ’ Ανώγεια, όλα είναι αληθινά. Δεν υπάρχουνε πλαστικά ούτε υποκατάστατα. Υπάρχει πέτρα, ξύλο, χρώμα και πράσινο της γης. Ευγένεια από τη φύση κι όχι από σκοπιμότητα. Νερό και υφαντά, με ύφανση δύσκολη και μπλεγμένη, αλλά με ένα αποτέλεσμα, θα έλεγα, θεϊκά απλό. Υπάρχουνε οι κάτοικοι, εντατικά γραμμένοι, λες κι ήρθαν στον κόσμο χτες. Υπάρχει και ή φωνή τους.
Περήφανα κι όχι αδιάκριτα δυνατή. Για ν’ ακουστεί στην αντικρινή πλαγιά, στην παρακάτω χώρα και στα δυο άκρα του νησιού. Στ’ Ανώγεια υπάρχει η κρητική ματιά, που λέει ο Καζαντζάκης. Ή εκ βαθέων δύναμη, ή από Θεού, που λένε οι χριστιανοί. Μόνο στην Κρήτη λειτουργεί τόσο δραματικά παρούσα ή μνήμη, και επιλέγει το ουσιαστικό για να το σπείρει στο μέλλον.
Τ’ Ανώγεια έχουν και ένα δήμαρχο που δεν τον περιμένεις. Ένα δήμαρχο που δεν φιλοδοξεί να γίνει υπουργός Πολιτισμού. Άλλα που έχει πολύ μεγαλύτερη σχέση με τον Πολιτισμό από όση έχει ολόκληρο το Υπουργείο που ανέφερα. Δικό του τ’ όνειρο για τους αγώνες λύρας, και να που φέτος γίνονται οι δεύτεροι.
Εκείνο που έχει σημασία είναι να στρέψουμε τη μουσική παιδεία μας έξω από το λάθος των ωδείων και των ηλιθίων μουσικών, που δίνουν μια απελπιστική εικόνα γι’ αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε “μουσική”.
Και οι αγώνες λύρας αποτελούν μια ελπιδοφόρα αρχή και ένα κέντρισμα στο μέλλον να συνηθίσουμε ν’ ακούμε μουσική, όχι αισθηματικά, όπως γινόταν ως τα σήμερα, αλλά με την καρδιά μαζί και με τον νου. Να μάθουμε να παρακολουθούμε τη μελωδική ανάπτυξη σαν μια ιδέα που ξεδιπλώνεται αποκαλυπτικά και μας αφορά βαθύτατα και σαν Έλληνες και σαν πολίτες του σήμερα.
Να μάθουμε ν’ ακούμε μουσική κι όχι σοβαροφανείς αμηχανίες ή ατάλαντες συμφωνικές σοβαροφάνειες. Οι αγώνες λύρας στ’ Ανώγεια είναι μια ελληνική αρχή, για μουσική».
Μάνος Χατζιδάκις (Κυριακή, 13 Αυγούστου 1978)
Το σημαντικό, από πολλές απόψεις, γεγονός αποτύπωσε πριν 10 χρόνια (2009), σε ένα θαυμάσιο λεύκωμα, ο συνεργάτης του Χατζιδάκι, γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός, Γιώργος Μητρόπουλος.
Το λεύκωμα δεν περιλαμβάνει μόνο εξαιρετικές φωτογραφίες του Κώστα Ελευθεράκη οι περισσότερες, αλλά κυρίως τα πρακτικά της συνάντησης. Περιέχει επίσης σειρά σκίτσων του Μίνωα Αργυράκη από τα Ανώγεια του ΄79 και από τον Μουσικό Αύγουστο του 1981 στο Ηράκλειο. Μια έκδοση από κάθε άποψη πολύτιμη.
Ο Μουσικός Αύγουστος
Το 1980, εγκαινιάζει τον Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο της Κρήτης, ένα Φεστιβάλ που παρουσίαζε τα νέα ρεύματα σ’ όλους τους τομείς της καλλιτεχνικής έκφρασης (μουσική, χορός, κινηματογράφος, ζωγραφική, θέατρο).
Ο Μουσικός Αύγουστος θα επαναληφθεί και τον επόμενο χρόνο και θα φιλοξενήσει καταξιωμένους καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο: N. Piovani, A. Piazzola, S. Rinaldi, G. May, R. Winters, G. Sandor, E. Culp, H. Zender, Frei Hermano da Camara, κ.ά.
«Το 1980, γράφει ο Κωστής Σχιζάκης στο κείμενο για την έκθεση “Το πανηγύρι των αισθήσεων” στο ΜΕΤΗ και το λεύκωμα που τη συνόδευσε- μέσα στο κλίμα πολιτιστικής και διοικητικής αποκέντρωσης, πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο ο πρώτος Μουσικός Αύγουστος, μια διοργάνωση η οποία χαρακτηρίστηκε ως δοκιμαστική για ό,τι ακολούθησε το επόμενο έτος.
Ήταν μια πρόταση πολιτιστικού χαρακτήρα που είχε την ένθερμη υποστήριξη του Μανόλη Καρέλλη, δημάρχου Ηρακλείου και του Μάνου Χατζιδάκι, που την περίοδο εκείνη ήταν διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.
Πράγματι, το πλούσιο, ολοήμερο και διακαλλιτεχνικό πρόγραμμα των εκδηλώσεων κατάφερε να ενεργοποιήσει αφενός ολόκληρη την πόλη κι αφετέρου να συγκεντρώσει τις κυριότερες πολιτιστικές δυνάμεις της εποχής, με ονόματα όπως της Λένας Πλάτωνος, του Γιώργου Κουρουπού, του Σπύρου Σακκά, της Μαρίας Φαραντούρη, της Σαβίνας Γιαννάτου, του Διονύση Φωτόπουλου, της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, του Βαγγέλη Γερμανού, της Ντόρας Μπακοπούλου, της Στέλλας Γαδέδη, του Μίνωα Αργυράκη, του Σαββόπουλου, του Θεόδωρου Αντωνίου, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Φασιανού, του Νικολάου, του Παύλου, του Ελύτη, του Πιοβάνι, της Γκίζελα Μέη, της Σουζάνα Ρινάλντι, του Πιατσόλα κ.ά.».
Στο λεύκωμα εκτίθενται, εκ των προσωπικοτήτων που μετείχαν στο εγχείρημα, οι απόψεις των Ν. Κοπιδάκη, Γ. Κουρουπού, Ευάγγελου Σόρογγα, Ίλιας Λιόκη, Διονύση Φωτόπουλου, Νίκου Καρέλλη, Γιώργου Τζαμτζή και Νικόλα Πιοβάνι.
Όπως αναφέρει ο Κ. Σχιζάκης, διαβάζοντάς τις, καταλαβαίνει κανείς τίποτα δεν ήταν τυχαίο». Καλλιεργήθηκε για πολλά χρόνια μια ειλικρινής σχέση, η οποία ένωσε δυνάμεις που πίστευαν κι αγαπούσαν τις τέχνες και τον πολιτισμό κι αναζητούσαν τον κατάλληλο άνθρωπο, που θα είχε την ικανότητα να τα προσφέρει στην τελειότατη μορφή.
Στην πορεία τους αυτή, βρήκαν κατάλληλο ερμηνευτή των ονείρων που έπλαθαν τον Μάνο Χατζιδάκι, κι άλλο δεν έμενε να κάνουν παρά να προωθήσουν τη συνεργασία του Δήμου μας με το Τρίτο Πρόγραμμα που τη διεύθυνσή του είχε ο σπουδαίος συνθέτης.
Η αλήθεια είναι ότι το όλον επιτυχές πρόγραμμα σταμάτησε μέχρι εκεί, παρ’ όλο που είχε σχεδιαστεί, εξακριβωμένα όπως θα διαπιστώσετε, και η επανάληψη του το 1982.
Αν αξίζει να σημειωθεί κάτι είναι ότι η ευρύτερη σημασία αυτού που κρίθηκε ως το μεγαλύτερο πολιτιστικό γεγονός στην Ελλάδα, αποτελώντας ένα υπαρκτό παράδειγμα πολιτιστικής αποκέντρωσης, με την υποστήριξη της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εμπλοκή ολόκληρης της πόλης και την υποδειγματική αξιοποίηση και διαμόρφωση των υποδομών της, χάθηκε σύντομα.
Δυστυχώς, ο δημόσιος λόγος δεν επανήλθε ποτέ, ώστε το φωτεινό παράδειγμα, που όλοι αναγνώρισαν ότι έφτασε σε τόσο μεγάλο και λαμπρό επίπεδο, να σχολιαστεί, να κριθεί και, ενδεχομένως, να αναρωτηθεί κάποιος κατά πόσο θα μπορούσε να επαναληφθεί και με ποιες συνθήκες, με πόσα χρήματα, με πόσες ημέρες, νύχτες ή πρωινά;».
«Δεν θα ξαναβρεθεί αυτό το κοινό»
Μάλιστα, στο ερώτημα «τι σας άφησε, κύριε Χατζιδάκι, ο Μουσικός Αύγουστος, ποια ήταν η δική σας εμπειρία», το οποίο έθεσε ο Κ. Σχιζάκης στον Μάνο Χατζιδάκι τέσσερα χρόνια μετά, πραγματοποιώντας μια ραδιοφωνική συνέντευξη για την ΕΡΑ 4 Ηρακλείου, ο συνθέτης απάτησε:
Μ.Χ.: «Ότι… εμένα μου άφησε ένα πολύ ωραίο κοινό, ένα μοναδικό κοινό. Δεν θα ξαναβρεθεί αυτό το κοινό, δηλ. το να μπορείς να φτιάχνεις μια δύσκολη μουσική γιορτή και να βλέπεις ένα κοινό να παραληρεί και να έρχεται να συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο.
Σημαίνει ότι υπάρχει μια πρωταρχική ύλη, για να γίνει κάτι σημαντικό είτε στο θέατρο είτε στη μουσική και αυτό να επιτευχθεί στο Ηράκλειο, η νεολαία με όλες τις αντιδράσεις που μπορούσε να έχει κανένας. Εξαίσιο κοινό, εξαίσιο. Ύστερα οι ίδιοι οι πολίτες του Ηρακλείου περιέχουν μέσα τους ένα κοινό πάρα πολύ νέο, δεν είναι ούτε το κατεστημένο, το πάνω από τη μέση ηλικία, το οποίο θέλει απλώς να διασκεδάσει, ένα κοινό ανήσυχο, νέοι άνθρωποι όπως είναι διάφορο ονόματα που τώρα θα αναφέρω, ακόμη καθηγητές Πανεπιστημίου νεότατοι με ενδιαφέροντα, με ανησυχίες, ένα κοινό αριστουργηματικό, και αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει πουθενά αλλού, ο Μουσικός Αύγουστος, ούτε και επιχείρησαν άλλωστε, από την ώρα που οι συνθήκες δεν υπήρχαν, έχουν χαλάσει οι προϋποθέσεις για να υπάρξει Αύγουστος».
