Από το αρχείο του Κώστα Φασουλά
Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ, γράφει ο Ν. Γκάτσος, πως ο Μακρυγιάννης, ο παράξενος αυτός άνθρωπος που γεμίζει με την προσωπικότητα του τα χρόνια της επανάστασης και του Οθωνα, αυτός ο αγράμματος Ρουμελιώτης με την ελληνική συνείδηση και την ηρωική καρδιά, θα ήταν σήμερα για μας ένας από τους δασκάλους της ελληνικής πεζογραφίας και πως τ’ απομνημονεύματα του, στις κρίσιμες τούτες ώρες που περνάει η πατρίδα μας μαζί με ολόκληρη την Ευρώπη, μπορούν να σταθούν οδηγός για ένα καλλίτερο μέλλον.
Ο Μακρυγιάννης είναι εντελώς αγράμματος, και τα λίγα γράμματα που ήξερε, τα είχε μάθει από μερικούς φίλιους του απάνω στις μάχες, ανάμεσα στο μπαρούτι και τη φωτιά. Ίσως στην αγραμματοσύνη του αυτή, όπως πιστεύει ο Σεφέρης, να χρωστάμε τη χάρη και τη λιτότητα του ύφους, που είναι απαλλαγμένο από κάθε λογής δασκαλισμούς, κάθε λογής λογοτεχνικά στολίδια.
Στον Μακρυγιάννη βλέπει κανείς τον απλό άνθρωπο που πήρε την πένα στα χέρια του για να μιλήσει την απλή γλώσσα του λαού, όπως ένας μοναχικός φίλος γράφει τα βάσανα του στον φίλο του. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Μακρυγιάννης ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος. Ήταν από τη φύση του ποιητής από τη γενιά εκείνων που δημιούργησαν τα δημοτικά μας τραγούδια, από αυτούς που αποτελούν το πιο πολύτιμο υλικό της φυλής μας. Αγάπησε την ελευθερία χωρίς συμβιβασμούς, σαν αληθινός ποιητής, ήταν ειλικρινής και τίμιος σαν τέλειος πνευματικός άνθρωπος, και το ανεξάντλητο χιούμορ του δείχνει την ενστικτώδη του κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής.
Τα απομνημονεύματα του πρέπει να γίνουν εγκόλπιο καθενός που έχει ελληνική συνείδηση, ενας φωτεινός δρόμος ελεύθερης αγνότητας, τιμιότητας, ηρωισμού και ανδρείας. Δεν ήταν κανένας οπλαρχηγός της επανάστασής με δύναμη και παλικαριά μονάχα. Ηταν ξάστερος νους, που είχε συνείδηση της ελληνικής ψυχής, ηταν ένα γνήσιο τέκνο του ελληνισμού, στην πιο πλατιά έννοια, που ήξερε πώς ο αγώνας κερδήθηκε με τη θυσία του λαού και πως το έθνος ανήκε σε αυτό το λαό κι όχι στους καλαμαράδες της Βαυαρικής γραφειοκρατίας. Αυτός είναι και ο λόγος που τον οδήγησε στη συνομωσία για τη μεταβολή της Γ’ Σεπτεμβρίου.
Εκείνοι που βλέπουν και κρίνουν τις ανθρώπινες πράξεις με το πρίσμα της αιωνιότητας, θα πουν ίσως ότι η ανταρσία και η δράση του Μακρυγιάννη οφείλεται όχι σε αγαθή προαίρεση, αλλά σε λόγους ψυχολογικούς δικούς του, και συγκεκριμένα στο ότι δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία που είχε να ανέβει στην εξουσία. Μπορεί να έχουν δίκιο, αλλά μας είναι αδιάφορο, Μας είναι αδιάφορο, γιατί είμαστε άνθρωποι και όχι θεοί, κι εκείνο που πριν απ ΄όλα μας ενδιαφέρει είναι το φως της γης μας.
