Με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα καταγράφονται τα τελευταία χρόνια κατολισθήσεις σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, προκαλώντας ζημιές σε υποδομές και ανησυχία στις τοπικές κοινωνίες. Ενδεικτικές είναι οι εικόνες του περασμένου Φεβρουαρίου από το Μαζαράκι Ηλείας, αλλά και αντίστοιχα περιστατικά σε άλλες ορεινές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας και της Θεσσαλίας, καθώς και σε παράκτιες ζώνες, όπου η διάβρωση μεταβάλλει συνεχώς την ισορροπία των πρανών.
Σύμφωνα με όσα λέει στο protothema.gr ο αναπληρωτής καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Τεχνικής Γεωλογίας και Περιβάλλοντος (IAEG), Βασίλειος Π. Μαρίνος, η εικόνα αυτή δεν οφείλεται μόνο στο ότι σήμερα η πληροφορία διακινείται πιο γρήγορα και φτάνει άμεσα στην κοινή γνώμη.
Όπως σημειώνει, υπήρχαν και παλαιότερα τέτοια επεισόδια, ωστόσο πλέον καταγράφεται και μια ουσιαστική μεταβολή στην ένταση των φαινομένων, κυρίως λόγω της βροχόπτωσης, σε συνδυασμό με τα γεωλογικά χαρακτηριστικά των περιοχών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με ανθρώπινες παρεμβάσεις.
«Μεγάλη η αλλαγή στην ένταση της βροχόπτωσης»
Αναλυτικότερα, ο κ. Μαρίνος εξηγεί ότι η πραγματικότητα είναι σύνθετη.
Από τη μία πλευρά, όπως λέει, «αυτή τη στιγμή έχουμε μια πλούσια πληροφορία καθώς αν θα γίνει κάτι σε ένα ορεινό δίκτυο γινόμαστε πολύ γρήγορα αποδέκτες αυτής της πληροφορίας, ωστόσο το φαινόμενο δεν εξαντλείται μόνο στην καλύτερη ενημέρωση».
Μιλώντας ειδικά για τη Δυτική Ελλάδα, αναφέρει: «Πάντα γινόντουσαν στις περιοχές αυτές τέτοια προβλήματα». Προσθέτει, όμως, ότι σήμερα «αναφερόμαστε σε φαινόμενα με μεγαλύτερο επεισοδιακό χαρακτήρα καθώς βλέπουμε μια πολύ μεγάλη αλλαγή στην ένταση της βροχόπτωσης». Όπως επισημαίνει «πλέον είναι όλο και πιο συχνό σε ένα επεισόδιο έντονης βροχόπτωσης να καταγράφεται ακόμη και διπλασιασμός της μηνιαίας βροχής, για παράδειγμα από 50 να φτάνει τα 100 χιλιοστά».
Αυτό, όπως λέει, λειτουργεί ως εναυσματικός παράγοντας. «Έναυσμα μιας κατολίσθησης μπορεί να είναι μια πολύ έντονη βροχόπτωση, ένας πολύ μεγάλος σεισμός ή ακόμη και μια ανθρωπογενής παρέμβαση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αντιδρούν όλες οι περιοχές με τον ίδιο τρόπο, καθώς υπάρχουν περιοχές πιο επιδεκτικές και άλλες λιγότερο».
«Τεράστιο ρόλο παίζει η γεωλογία»
Κεντρικό στοιχείο στην ανάλυση του κ. Μαρίνου γιατί η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη επιδεκτικότητα είναι ότι οι κατολισθήσεις δεν εξαρτώνται μόνο από το πόσο θα βρέξει, αλλά και από το τι είδους πετρώματα υπάρχουν και σε τι κατάσταση βρίσκονται σε κάθε περιοχή.
«Ο λόγος που βλέπουμε περισσότερες κατολισθήσεις σε αυτή την περιοχή είναι γιατί έχει και ασθενέστερα πετρώματα. Έχει πιο μαλακά πετρώματα, πολλές φορές αργιλικής σύστασης, πιο ρωγματωμένα σε αρκετές περιοχές ή και πολύ πιο ευάλωτα στην αποσάθρωση. Σε αυτές τις συνθήκες, όταν εκδηλωθεί μια πολύ έντονη βροχόπτωση βλέπουμε αυτά τα επεισόδια κατολισθήσεων. Παίζουν συνεπώς πρωταγωνιστικό ρόλο και τα γεωλογικά χαρακτηριστικά, όχι μόνο η βροχή που έρχεται να πυροδοτήσει», σημειώνει μιλώντας στο protothema.gr.
Μπορεί, όπως λέει, να πέσει ο ίδιος όγκος βροχής σε μια άλλη πλαγιά με σκληρότερα πετρώματα και να μην εμφανιστούν τα ίδια φαινόμενα. Εκεί είναι πιο πιθανό να σημειωθούν πτώσεις βράχων, κάτι εντελώς διαφορετικό.
Στη Δυτική Ελλάδα, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία σε κάποιες περιοχές, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς μεγάλες εκτάσεις αποτελούνται από πιο αδύναμους γεωλογικούς σχηματισμούς. «Τα πετρώματα που συναντάμε σε μεγάλες περιοχές, κυρίως σχηματισμοί φλύσχη, είναι μαλακά και έντονα διαταραγμένα από την ορογένεσή τους, με αποτέλεσμα να έχουν φτωχά μηχανικά χαρακτηριστικά», εξηγεί.
Το συμπέρασμα, για τον ίδιο, είναι σαφές: «Τεράστιο ρόλο παίζει η γεωλογία. Ξεκινάμε από εκεί. Έτσι, όταν εκδηλώνονται ισχυρές κακοκαιρίες, όπως ο «Ιανός» ή ο «Daniel», παρατηρούνται μεγάλες κατολισθήσεις σε περιοχές με φτωχά πετρώματα. Η συσχέτιση είναι ξεκάθαρη, δεν είναι τυχαία».
Το νερό ως «triggering factor» και η σημασία του ανάγλυφου
Ο κ. Μαρίνος στέκεται ιδιαίτερα στον μηχανισμό με τον οποίο ενεργοποιούνται οι κατολισθήσεις, αυτό που αποκαλείται «triggering factor». Όπως εξηγεί, το έναυσμα μπορεί να είναι είτε «μια πολύ έντονη βροχόπτωση» είτε «μια παρατεταμένη περίοδος βροχής που διαρκεί ημέρες».
Σε αυτές τις περιπτώσεις, «το νερό μπαίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα στις ρωγμές χωρίς να προλαβαίνει να στραγγίσει, πολύ περισσότερο σε αργιλικής σύστασης πετρώματα. Έτσι αυξάνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό της μάζας και δημιουργούνται οι συνθήκες για την εκδήλωση κατολισθήσεων».
Με απλά λόγια, όταν το νερό «φορτίζει» το υπέδαφος και δεν μπορεί να απομακρυνθεί, το πρανές οδηγείται σε αστοχία, δηλαδή μετακινείται με μικρές ή μεγαλύτερες ταχύτητες προς χαμηλότερα υψόμετρα έως να βρει μια νέα κατάσταση ισορροπίας αλλά πολλές φορές είναι προσωρινή, καθώς μετά λίγα χρόνια μπορεί να ξανακατολισθήσει.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το ανάγλυφο της χώρας.
Όπως επισημαίνει, η ορεινή «ραχοκοκαλιά» της Ελλάδας, «από πάνω, βορειοβορειοδυτικά, και κατεβαίνει και στην Πελοπόννησο, ακόμα και στην Κρήτη», συνοδεύεται πολλές φορές από ασθενή έντονα ρωγματωμένα πετρώματα και έντονες κλίσεις. «Όταν έχεις φτωχά μηχανικά χαρακτηριστικά και βρέξει πάρα πολύ, αυτό δεν αντέχει σε αυτές τις κλίσεις και κατολισθαίνει».
Ο ανθρώπινος παράγοντας
Αν και οι κατολισθήσεις αποτελούν κυρίως φυσικό φαινόμενο, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις μπορούν να επιδεινώσουν την κατάσταση.
Όπως σημειώνει ο κ. Μαρίνος, «οι ανθρώπινες δραστηριότητες μπορεί να δυσχεραίνουν σε κάποιες περιπτώσεις» και να δημιουργούν πιο επιδεκτικές συνθήκες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι «η κακή διαχείριση των υδάτων», δηλαδή «το πού χύνονται τα όμβρια». Όταν το νερό δεν διοχετεύεται σωστά και «το μπλοκάρουμε», τότε «μένει από πίσω, φορτίζει, πιέζει, μπαίνει μέσα στο υπέδαφος» και αυξάνει τον κίνδυνο κατολίσθησης.
Αντίστοιχα, εκσκαφές ή αποθέσεις υλικών σε πλαγιές χωρίς επαρκή μελέτη μπορούν να επιβαρύνουν πρανή που ήδη βρίσκονται σε οριακή ισορροπία. «Μπορεί να γαργαλήσουμε ισορροπίες που είναι οριακές», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράκτιες ζώνες και άλλες εστίες κινδύνου
Ο κ. Μαρίνος απορρίπτει την ιδέα ότι το πρόβλημα περιορίζεται μόνο στη Δυτική Ελλάδα. Όπως εξηγεί, υπάρχουν και άλλες περιοχές της χώρας που εμφανίζουν ευαλωτότητα, αλλά μέσω διαφορετικών μηχανισμών. «Υπάρχουν πάρα πολλές παράκτιες περιοχές που έχουν προβλήματα», αναφέρει. Εκεί «έχουμε τον ρόλο του νερού, τον κυματισμό, τη διάβρωση, την υποσκαφή», άρα «μια αδυναμία του υλικού να ισορροπεί».
Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι κατολισθήσεις δεν συνδέονται απαραίτητα με έντονες βροχοπτώσεις, αλλά με τη συνεχή αποσυμπίεση-αποσταθεροποίηση των πρανών. «Η ακτογραμμή υποσκάπτει συνεχώς» και, όταν υπάρχουν απότομες κλίσεις, μπορεί να εκδηλωθούν «είτε πτώσεις βράχων είτε και σημαντικές κατολισθήσεις».
Παράλληλα, «η Ελλάδα είναι μια τεκτονικά ενεργή χώρα», γεγονός που σημαίνει ότι έχουν διαμορφωθεί «πολύ απότομες πλαγιές» σε γεωλογικά πρόσφατο χρόνο. Σε αυτές τις συνθήκες, «ένας δυνατός άνεμος, μια έντονη βροχόπτωση ή ένας σεισμός» μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης στην πτώση βραχοτεμαχών ή ακόμα και κατολισθήσεων.
Επίσης, αρκετά προβλήματα κατολισθήσεων-καταπτώσεων, απαντώνται και στα φαράγγια της χώρας μας, όπου έχουμε πολύ απότομες πλαγιές πολύ μεγάλου ύψους. Τα φαράγγια μπορεί να αποτελούνται γενικά από πιο υψηλής αντοχής πετρώματα αλλά εκδηλώνονται συχνά βραχοκαταπτώσεις μετά από σεισμικά φαινόμενα ή πολύ έντονες πλημμυρικού χαρακτήρα βροχοπτώσεις λόγω τεμαχών που «κρέμονται» από διάφορα ύψη και αποκολλώνται από τον υπόλοιπο βράχο.
Πρόληψη
Σε ό,τι αφορά την πρόληψη, ο κ. Μαρίνος επισημαίνει ότι θα «πρέπει να προλαμβάνουμε το πρόβλημα και όχι να παρεμβαίνουμε αφού συμβεί το πρόβλημα».
Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει ότι η πρόληψη των κατολισθήσεων σε περιφερειακό επίπεδο απαιτεί έναν συνδυασμό σύγχρονων τεχνολογιών και επιστημονικής γνώσης, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της κλιματικής μεταβολής που αυξάνει τη συχνότητα ακραίων φαινομένων.
Η έρευνα της ομάδας του Καθ. Β. Μαρίνου στο ΕΜΠ εστιάζει στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης πρόβλεψης (nowcasting), αξιοποιώντας δεδομένα από δορυφορικές παρατηρήσεις, γεωτεχνικά και κλιματικά μοντέλα, καθώς και τεχνικές μηχανικής μάθησης-AI για την αυτοματοποιημένη ανάλυση μεγάλων όγκων δεδομένων.
Μέσω της ενσωμάτωσης αυτών των πληροφοριών σε ένα δυναμικό, διαδικτυακό σύστημα εκτίμησης κινδύνου, επιδιώκεται η άμεση υποστήριξη της λήψης αποφάσεων από τις αρμόδιες αρχές και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τοπικών κοινωνιών. Έτσι, καθίσταται δυνατή η έγκαιρη προειδοποίηση και η μείωση τόσο των ανθρώπινων απωλειών όσο και των επιπτώσεων στις υποδομές, όπως το οδικό δίκτυο, σε περιπτώσεις έντονων βροχοπτώσεων και κατολισθητικών φαινομένων.
Τέλος, ο κ. Μαρίνος αναφέρει ότι τουλάχιστον για τις υπάρχουσες περιοχές κατολισθήσεων, «το σωστό θα είναι να γίνει ένας συστηματικός έλεγχος στο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας σε γεωλογικό και γεωτεχνικό επίπεδο σε συνεργασία με την Πολιτική Προστασία, τις Περιφέρειες και τους Δήμους», ιδιαίτερα εκτός των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, που έτσι και αλλιώς ελέγχουν και αντιμετωπίζουν πιο συστηματικά τέτοια θέματα κατολισθήσεων. Αυτό απαιτεί πλέον εξειδικευμένους Τεχνικούς Γεωλόγους και Γεωτεχνικούς Μηχανικούς που έχουν την αντίστοιχη γεωτεχνολογική εκπαίδευση και κατάρτιση.
