Έντονες αντιδράσεις προκαλεί η αναβλητικότητα της κυβέρνησης στην έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων της ανατολικής Κρήτης, ειδικά μετά τις πληροφορίες που αναφέρουν ότι πρόκειται να μετατεθεί μετά τις εκλογές.
Κρίσιμα ζητήματα που καθορίζονται από τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια και αφορούν στις χρήσεις γης, τους όρους και τους περιορισμούς για τη δόμηση, τις οικιστικές περιοχές, τα όρια των οικισμών, τις περιοχές…, συζητιούνται σε συναντήσεις πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες και η ενημέρωση είναι επιλεκτική, την ίδια ώρα που η κοινωνία είναι σε πλήρη άγνοια για ένα θέμα τόσο ζωτικής σημασίας.
«Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια έχουν παραδοθεί, και κάποιοι ενημερώνονται για το περιεχόμενο τους, αλλά το θέμα είναι τι γίνεται με όσους δεν έχουν πρόσβαση στην πληροφορία» τονίζει η πρόεδρος της ΑΜΑΚ Ειρήνη Βρέντζου. «Πρόκειται για μια απαράδεκτη διαχείριση διότι η ενημέρωση έπρεπε να είναι οριζόντια για όλους και όχι επιλεκτική».
Η ίδια τονίζει ότι «εδώ και καιρό έχουμε ζητήσει και από τη ΔΕ και από το προεδρείο της Αντιπροσωπείας να διοργανώσει μια παρουσίαση σε επίπεδο μελών Αντιπροσωπείας με ανοικτή πρόσκληση στους συναδέλφους. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει εφικτό, διότι όπως μας λέτε δεν δέχονται οι μελετητές γιατί έχουν υπογράψει σύμφωνο εμπιστευτικότητας. Επανήλθαμε εγγράφως ζητώντας να διοργανωθεί ενημερωτική συνάντηση καλώντας τους εκπροσώπους του ΤΕΕ και τους εκπροσώπους των Δήμων προκειμένου να μας ενημερώσουν και να είμαστε έτοιμοι κατά το στάδιο της διαβούλευσης. Και το αίτημά μας αυτό έπεσε στο κενό.
Η κ. Βρέντζου σημειώνει ότι « όταν θα γίνει η διαδικασία της διαβούλευσης θα πρέπει σε ελάχιστο χρόνο να διαβάσουμε τα ΤΠΣ και ΕΠΣ στην Ανατολική Κρήτη και να ενημερώσουμε και την κοινωνία και να προλάβουμε να αντιδράσουμε έγκαιρα σε ενδεχομένως κακώς κείμενα. Θεωρούμε απαράδεκτη τη διαδικασία αυτή, θα έπρεπε ήδη η κοινωνία να γνωρίζει τι ετοιμάζουν ακόμα μια φορά για αυτήν, χωρίς αυτήν».
Η πρόεδρος της ΑΜΑΚ τονίζει ότι «το θέμα είναι πάρα πολύ σοβαρό. Με την ψήφιση του Προεδρικού Διατάγματος η κυβέρνηση επιχείρησε να καθορίσει τις προδιαγραφές οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 και κάτω των 2000 κατοίκων αλλά και τους όρους δόμησης αυτών , τις χρήσεις γης κλπ. ,αποτελώντας το εργαλείο-οδηγό για τους μελετητές των εκπονούμενων Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ) και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΠΣ ), για την οριοθέτηση των μη οριοθετημένων και την επαναοριοθέτηση των ήδη οριοθετημένων οικισμών.
Σύμφωνα με το παραπάνω Π.Δ. οι οριοθετήσεις θα γίνουν με αυτοτελείς μελέτες οριοθέτησης και Π.Δ. για κάθε οικισμό, αποκλείοντας την διεύρυνση τους.
Με πρόσχημα και αφορμή τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣΤΕ διαπιστώνοντας «έλλειψη αρμοδιότητας των Nομαρχών για οριοθέτηση των οικισμών και επέκταση ορίων», ακυρώνει συλλήβδην όλες τις οριοθετήσεις ορίων οικισμών που πραγματοποιήθηκαν μετά το 1983.
Έτσι καθορίστηκαν τρεις ζώνες στους οικισμούς:
Το συνεκτικό ιστορικό τμήμα προ του 1923 (Ζώνη Α), το συνεκτικό τμήμα που έχει δημιουργηθεί από το 1923 έως το 1983 (Ζώνη Β) και το διάσπαρτο τμήμα που επίσης έχει δημιουργηθεί μέχρι το 1983 (Ζώνη Β1) . Συρρικνώνονται έτσι δραματικά τα υφιστάμενα όρια των οικισμών (περιοχές οι οποίες δομήθηκαν νόμιμα μετά το 1983), ενώ τροποποιούνται και οι προϋποθέσεις αρτιότητας -οικοδομησιμότητας καθώς και οι όροι δόμησης.
Μετά από τις δίκαια έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε στο σύνολο της χώρας, η κυβέρνηση προσπαθώντας να «σώσει» οικόπεδα και να διατηρήσει σχετικά τα υφιστάμενα όρια σε οικισμούς μέχρι 700 κατοίκους ενέκρινε τροπολογία δημιουργείται μια νέα Ζώνη, την Ζώνη Ανάπτυξης Οικισμού (από την Β1 μέχρι τα υφιστάμενα όρια του οικισμού) , όπου ορίζεται αρτιότητα από 500 m2 έως 2000 m2, με απαίτηση ελάχιστου προσώπου 10 m σε κοινόχρηστη οδό.
Εδώ σύμφωνα με την κ. Βρέντζου, προκύπτει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα. «Τι από τα παραπάνω και με ποιο τρόπο υλοποιείται στα υπό εκπόνηση ΤΠΣ και ΕΠΣ στην Ανατολική Κρήτη; Επίσης από δηλώσεις κατά καιρούς διαρρέουν διάφορες πληροφορίες για τους Συντελεστές Δόμησης , την αύξηση της επιφάνειας ανά στάθμευση στο Ηράκλειο, μείωση ύψους κ.α».
Ωστόσο η ίδια εκτιμά ότι «δυστυχώς με όποιον τρόπο και αν υλοποιηθούν τα παραπάνω οδηγούν σε μια ακόμα ληστρική επίθεση στους μικροϊδιοκτήτες και ουσιαστικά θα οδηγήσει σε ερήμωση των χωριών μας.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να φτωχοποιήσει και τους τελευταίους που αντιστέκονται. Το Π.Δ. (ΦΕΚ 194/15-04-2025/τ. Δ’) και πάρα τις προσπάθειες «καλλωπισμού» με την ψηφισμένη τροπολογία, δημιουργεί πλήθος ανορθολογισμών και αδικιών απέναντι στους πολίτες, απαξιώνοντας ή και εξαϋλώνοντας την ακίνητη περιουσία κυρίως των μικροϊδιοκτητών.
Ακίνητα που έχουν αγοραστεί ή κληρονομηθεί ως οικόπεδα, καταλήγουν να θεωρούνται αγροί, εγείροντας σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και ασφάλειας δικαίου. Δυσχεραίνει ασφυκτικά τους μικροϊδιοκτήτες από την αξιοποίηση της περιουσίας τους, οδηγώντας τους στο «ξεπούλημα» -γρήγορα για να προλάβουν- σε πιθανώς μεγαλύτερους επενδυτές που θα μπορούν να χτίσουν άμεσα ή συνενώνοντας μικρά γήπεδα σε άρτια αργότερα».
