1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Στο επίκεντρο της γεωπολιτικής έντασης το Ηράκλειο

Η καταγγελία του τουρκικού επεκτατισμού και της πλήρους ασυμβατότητας του τουρκολιβυκού μνημονίου με το διεθνές δίκαιο από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΣΑΟΗΕ), την Πέμπτη, ήταν ό,τι περισσότερο μπορούσε η Αθήνα να κάνει σε επίπεδο δημόσιας διπλωματίας, για ένα ζήτημα το οποίο φαινόταν δρομολογημένο από καιρό. Η τουρκολιβυκή εμπλοκή επηρεάζει και τη δημόσια συζήτηση για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector – GSI), καθώς δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον τόσο για την Αθήνα όσο και για την Αγκυρα, η οποία προσθέτει ένα ακόμη επιχείρημα στο τείχος αδιαλλαξίας που έχει υψώσει σε όλα τα ζητήματα που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο. Η έκδοση (ή μη) της NAVTEX για τις έρευνες του «Abeille Marengo», που πλέον έχει ελλιμενιστεί στο Ηράκλειο, θα δείξει αν οι πολιτικές και διπλωματικές επαφές των τελευταίων εβδομάδων ανάμεσα σε Παρίσι και Αγκυρα απέφεραν κάποιους καρπούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Γάλλοι πρακτικά έχουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη το έργο να υλοποιηθεί, προκειμένου οι εταιρείες τους να μην εκτεθούν περαιτέρω και στο πολύ σαφές πλαίσιο των ελληνικών θέσεων.

Δεδομένου ότι η τουρκική κυβέρνηση προανήγγειλε ότι πριν από το τέλος του χρόνου θα κατατεθεί στην Εθνοσυνέλευση και το νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι επόμενοι μήνες θα περιλαμβάνουν αρκετές «παγίδες» ρητορικής –και όχι μόνο– έντασης. Από την Αθήνα δεν πέρασε απαρατήρητο εκτενές άρθρο-ανάλυση για τη «Γαλάζια Πατρίδα» από τον αρχηγό του τουρκικού Ναυτικού Ερτζουμέντ Τατλίογλου με τίτλο «Από τη συνοριακή γραμμή στο θαλάσσιο όραμα». Κατ’ αρχάς, είναι ενδεικτικό ότι το άρθρο υπογράφει ένας στρατιωτικός, ενώ επί της ουσίας πραγματεύεται την αξία της ναυτικής ισχύος ώστε η Τουρκία να κατορθώσει να επιτύχει τη «μετατροπή» των θαλασσών που την περικλείουν σε περιοχή «ευημερίας, παραγωγής και ασφάλειας». Επί τούτου, αρμόδιες πηγές σημειώνουν στην «Κ» ότι η επιλογή που έκανε η Ελλάδα πριν από περίπου έξι χρόνια για ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεών της είχε ως βασική παράμετρο στη λήψη αποφάσεων ακριβώς αυτή την προοπτική.

Φυσικά, για την Ελλάδα η διπλωματία παραμένει πάντα η πρώτη επιλογή, ωστόσο οι τρέχουσες συνθήκες περιλαμβάνουν μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Η πρώτη ανάλυση της Αθήνας είναι ότι στην τρέχουσα φάση η Αγκυρα προφανώς προωθεί τα συμφέροντά της, αλλά, ευρισκόμενη όπως είναι στο μέσον δύο μεγάλων μετώπων, της Ουκρανίας και του Ιράν – Περσικού Κόλπου, έχει άλλες προτεραιότητες. Για την ελληνική διπλωματία, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και η πιθανή απώλεια των δύο αντιπροσωπευτικών σωμάτων από τους Ρεπουμπλικανούς, λόγω της αποτυχίας της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να τιθασεύσει τις αρνητικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν στην αμερικανική οικονομία, αντιμετωπίζονται ως ένα πολύ ανησυχητικό ενδεχόμενο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποφάσεις περαιτέρω αποσταθεροποίησης της περιοχής.

Οι ενδείξεις για την πιθανότητα επανέναρξης των πολεμικών περιπετειών στον Περσικό Κόλπο έχουν έλθει στην Αθήνα τόσο από την Ουάσιγκτον όσο και από τις Βρυξέλλες. Μάλιστα, σε επίπεδο Ε.Ε., αν και η Ελλάδα υποστηρίχθηκε ως κράτος-μέλος στο ζήτημα της κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βεγγάζη, υπάρχει η ανάλυση ότι η Τουρκία αποτελεί αναντικατάστατο εταίρο σε σειρά από κρίσιμα μέτωπα. Επιπλέον, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η «Κ», η Ε.Ε. θεωρεί την Αγκυρα κομβικό παράγοντα για την ειρήνευση στην Ουκρανία, αλλά και τη διαχείριση νέας πιθανής κρίσης από το Ιράν.

Το ταγκό της Λιβύης

Η κρίση των τελευταίων εβδομάδων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά, κυρίως, η κατάσταση στην περιοχή της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, έφερε, επίσης, στην επιφάνεια το πάγιο διπλωματικό έλλειμμα της χώρας σε όλη την περιοχή από την Τυνησία μέχρι το Λεβάντε. Αυτή τη στιγμή η μεσανατολική πολιτική της Αθήνας κρέμεται από τις άριστες σχέσεις με δύο βασικούς δρώντες. Ο πρώτος είναι, βέβαια, το Ισραήλ, το οποίο αποτελεί στρατηγικό εταίρο για την Ελλάδα, ουσιαστικό αντίπαλο για την Τουρκία στη Μέση Ανατολή, αλλά έχει πολύ λίγους αυθεντικούς συμμάχους. Και ο δεύτερος είναι η Αίγυπτος, η οποία προς το παρόν, λόγω των στενά δικών της συμφερόντων, στέκεται σκληρά εναντίον του τουρκολιβυκού μνημονίου, αγνοώντας τις μάλλον «μπακαλίστικες» υποσχέσεις για «παραχωρήσεις» της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και οι δύο αυτές χώρες, πάντως, δεν κατόρθωσαν να «χορέψουν το ταγκό» που απαιτείτο στο πεδίο της ανατολικής Λιβύης, στη Βεγγάζη της φατρίας των Χαφτάρ, οι οποίοι αποδείχθηκαν μαέστροι του παζαριού με όλους όσοι τους είχαν προσεγγίσει. Η Ελλάδα, η Αίγυπτος και το Ισραήλ βρέθηκαν στην πλευρά των χαμένων. Η Ελλάδα, διότι η Βεγγάζη κύρωσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Αίγυπτος, διότι οι Τούρκοι έφεραν τον στρατό τους στα σύνορα Λιβύης και Αιγύπτου. Και τούτο παρά το γεγονός ότι οι Αιγύπτιοι είχαν στηρίξει τον Χαφτάρ, ενώ του είχαν ζητήσει και να διαχειριστεί κάποιες από τις ανησυχίες τους. Οπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι στις τάξεις των δυνάμεων του Χαφτάρ φαίνεται ότι υπάρχουν και στελέχη της Χαμάς. Κάτι που τράβηξε την προσοχή του Ισραήλ, που είναι ο τρίτος –προς το παρόν– χαμένος, αφού δεν κατόρθωσε να αποκτήσει αποτύπωμα στη Βεγγάζη, παρά τις προσφορές που απηύθυνε προς τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και τους γιους του.

Πέρα από την Τουρκία, σημαντικός κερδισμένος στην παρτίδα σκακιού της Βεγγάζης είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), μιας και πέτυχαν να αναλάβουν (από κοινού με τους Τούρκους) την αναδιοργάνωση του ενοποιημένου στρατού της Λιβύης. Βέβαια, τα φαινόμενα απατούν, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπαρχηγός του λιβυκού στρατού Σαντάμ Χαφτάρ –και επισπεύδων της κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου μετά την εκπαραθύρωση του Ακίλα Σάλεχ από τη θέση του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης– είναι δυσαρεστημένος. Οι Τούρκοι είχαν υποσχεθεί στον Σαντάμ Χαφτάρ το «δαχτυλίδι» της υποστήριξης για την προεδρία της ενοποιημένης Λιβύης. Ο φυλετικός κατακερματισμός της χώρας, όμως, δεν συγχωρεί τέτοιες βεβαιότητες και, όπως φαίνεται, η προοπτική αυτή έχει ξεσηκώσει διάφορους τοπικούς παράγοντες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μισράτας στη δυτική Λιβύη, η οποία είναι η πιο πλούσια πόλη της χώρας.

Με αυτά τα δεδομένα, το παιχνίδι στη Λιβύη γίνεται στην πραγματικότητα ακόμη πιο χαοτικό, γεγονός που δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικό για την Ελλάδα.