Μετράμε αντίστροφα!

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια.

Δείτε το σχετικό video

Ό,τι έγραψε ήταν η κραυγή του αίματος της Κρήτης και του νου του
Σε νεαρή ηλικία και με την οικογένειά του

«Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;», ρώτησα μια μέρα έναν γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ’ αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Του επανέλαβα την ερώτηση: «Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού;».

«Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό», μου απάντησε.

«Και διψάς ακόμα παππού;». Σήκωσε απότομα το χέρι.

«Καταραμένος αυτός που πια δε διψάει», φώναξε.

Αυτοί είναι οι Κρητικοί. Πώς να μη τους κάνω σύμβολο;

Αυτό αναρωτιόταν στη συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Καζαντζάκης, μιλώντας στον

Pierre Sipriot και τη Γαλλική Ραδιοφωνία στις 6 Μαΐου 1955, στο Παρίσι, για τη γη που τον γέννησε και τον ανέστησε.

Σ’ αυτό το τουρκοκρατούμενο νησί που γεννήθηκε το 1883, θα γυρίζει πάντα μέσα από το έργο του ο μεγάλος Κρητικός που ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο τη φιλοσοφική και κοσμοθεωρητική έννοια «κρητική ματιά», για να περιγράψει το βλέμμα που κοιτάζει ατρόμητα, κατάματα τον φόβο, την άβυσσο και τον θάνατο, αντλώντας δύναμη από τη μακραίωνη μινωική και κρητική παράδοση.

Λέει ο Γκρέκο-Kαζαντζάκης στην «Αναφορά» του:

«Μην ξεχνάς ποτέ την άγρια παραγγελιά που δίνει ο Κρητικός στον Κρητικό:

Αμόλα τη τη νιότη σου και μην τήνε λυπάσαι!».

«Δεν βλέπω την Κρήτη σαν ένα πράγμα γραφικό και χαμογελαστό»

«Δεν βλέπω την Κρήτη -έλεγε στην ίδια συνέντευξη ο Καζαντζάκης- σαν ένα πράγμα γραφικό και χαμογελαστό. Αυστηρή είν’ η μορφή της. Σκαμμένη από τον αγώνα και τον πόνο. Αυτό το νησί, μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, ήταν προορισμένο από τη γεωγραφική του θέση να γίνει η γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτές τις τρεις ηπείρους.

Να γιατί η Κρήτη υπήρξε η πρώτη γη της Ευρώπης που δέχθηκε το φως του πολιτισμού που ήρθε από την ανατολή. Δυο χιλιάδες χρόνια πριν το ελληνικό θαύμα, ανθούσε στην Κρήτη αυτός ο μυστηριώδης πολιτισμός, ο λεγόμενος Αιγαιακός, ακόμα βουβός, γεμάτος από ζωή, μεθυσμένος από χρώματα, με φινέτσα και γούστο που ξαφνιάζουν και προκαλούν τον θαυμασμό.

Μάταια αντιστεκόμαστε στο ίχνος του παρελθόντος. Υπάρχει μια έκκριση, νομίζω, μια μαγική έκκριση που ακτινοβολεί από τ’ αρχαία χώματα που πάλεψαν και υπέφεραν πολύ. Σαν κάτι να έμεινε μετά την εξαφάνιση των λαών που αγωνίσθηκαν, έκλαψαν κι αγάπησαν σ’ ένα κομμάτι γης.

Αυτή η ακτινοβολία των περασμένων καιρών είναι εξαιρετικά έντονη στην Κρήτη. Σας διαπερνά μόλις πατήσετε την κρητική γη. Ύστερα ένα άλλο συναίσθημα, πιο συγκεκριμένο, σας καταλαμβάνει.

Όποιος γνωρίζει την τραγική ιστορία των τελευταίων αιώνων αυτού του νησιού, καθηλώνεται όταν αναλογίζεται τον λυσσαλέο αγώνα πάνω σ’ αυτή τη γη, ανάμεσα στον άνθρωπο που μάχεται για την ελευθερία του και στον καταπιεστή που μαίνεται για να τον συνθλίψει.

Το ενδεικτικό του Γυμνασίου

Οι Κρητικοί αυτοί έχουν τόσο εξοικειωθεί με τον θάνατο που δεν τον φοβούνται πια. Υπέφεραν τόσο επί αιώνες, διαπίστωσαν τόσες φορές ότι ο ίδιος ο θάνατος δεν μπορεί να τους καταβάλει, που έφτασαν στη διαπίστωση ότι ο θάνατος είναι απαραίτητος για τον θρίαμβο του ιδανικού τους, ότι στην κορυφή της απελπισίας αρχίζει η σωτηρία. Ναι, είναι δύσκολο να τη μασήσεις την αλήθεια. Αλλά οι Κρητικοί, σκληραγωγημένοι από τον αγώνα, λαίμαργοι για ζωή, την καταπίνουν σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό».

Ο Καπετάν Μιχάλης και οι δαίμονες του συγγραφέα

Πάθος για την ελευθερία, ανήσυχο κι ερευνητικό πνεύμα, αστείρευτη όρεξη για ζωή, κέφι και πείσμα που αντιμάχεται τον φόβο, συναίσθημα βαθύ και παθιασμένο… Αυτήν την τολμηρή κρητική πνοή ανέδειξε ο Καζαντζάκης.

«Όταν άρχισα να γράφω τον “Καπετάν Μιχάλη” -έλεγε- ο κρυφός σκοπός μου ήταν τούτος: να σώσω ντύνοντάς το με λέξες, τ’ όραμα του κόσμου, όπως το δημιούργησαν τα παιδικά μου μάτια. Kι όταν λέω τ’ όραμα του κόσμου, θέλω να πω, τ’ όραμα της Κρήτης […] τα παιδιά της Κρήτης ανάπνεαν έναν αέρα τραγικό στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματά μας και συνάμα άρχισαν ν’ ακούγουνται να ζυγώνουν τα αιματωμένα φτερά της Ελευτερίας».

Στις 541 σελίδες του μυθιστορήματος, ο Καζαντζάκης χρησιμοποίησε τον πραγματικό, αυστηρό και ανυπότακτο πατέρα του ως πρότυπο, πλάθοντας έναν εμβληματικό Κρητικό οπλαρχηγό, που μάχεται για την ελευθερία του νησιού.

Ο Μιχάλης Καζαντζάκης ήταν μια αγέρωχη μορφή με έντονη πολεμική δράση στην Κρήτη. Λειτουργούσε συχνά με πυγμή και ο Νίκος Καζαντζάκης ένιωθε δέος, αλλά και μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση απέναντί του.

Ο Καζαντζάκης, αναφέρει η Τίνα Μανδηλαρά, έγραψε το έργο ώριμος πια, για τον απλούστατο λόγο ότι έπρεπε να λύσει ο ίδιος την εσωτερική του σύγκρουση με τους δαίμονές τους, κυρίως αυτούς που επέμεναν να δώσουν στον κεντρικό του ήρωα το πρόσωπο του ίδιου του πατέρα, με τον οποίο βρισκόταν διαρκώς σε σύγκρουση.

Καταγράφοντας τις ωμότητες των Γερμανών

Ο Νίκος Καζαντζάκης πήγε στην Κρήτη το καλοκαίρι του 1945. Μαζί με τους καθηγητές, Ιωάννη Κακριδή και τον Ιωάννη Καλιτσουνάκη, συγκρότησαν την Κεντρική Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης (Κ.Ε.Δ.Ω.Κ.) που διόρισε ο τότε πρωθυπουργός, Πέτρος Βούλγαρης, για τη διαπίστωση και καταγραφή «των υπό των Γερμανών και Ιταλών κατά την διάρκειαν της κατοχής διαπραχθεισών ωμοτήτων εν Κρήτη», και περιόδευσαν στην Κρήτη τους τόπους της καταστροφής από την 29η Ιουνίου μέχρι την 6η Αυγούστου 1945.

Κατά την επιστροφή του, ο ίδιος ο συγγραφέας διάβασε το κείμενό του στο ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών, λέγοντας:

«Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει κι υποφέρει η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του.

Σαράντα μέρες γύριζα το περασμένο καλοκαίρι την Κρήτη, για να δω τα χωριά που γκρέμισαν κι έκαψαν οι βάρβαροι και τους άντρες και τις γυναίκες που τους έντυσαν τη μαύρη αρματωσιά του πένθους. Περίμενα ν’ ακούσω κλάματα και να δω χέρια ν’ απλώνονται να ζητούν την βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες, απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα κι αλύγιστα.

Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη, συλλογιζόμουν, και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή; Και ποια ακριτική πνοή τούς δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με το θάνατο;

Ο Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή και συνάμα ποτέ δεν φοβούνται το θάνατο. Μέσα από τα χαλασμένα χωριά που πέρασα, πάνω από τα νεοανοιγμένα μνήματα που δρασκέλισα, πίσω από τις κουβέντες που άκουσα, ακατάπαυτα διαπίστωσα τούτη τη μεγάλη δισυπόστατη παλικαριά: παράφορη αγάπη για τη ζωή και άφοβο αντίκρισμα του θανάτου.

Τούτος είναι και ο πρώτος πολύτιμος καρπός που γεύεται όποιος, τώρα που καπνίζουν ακόμα τα ερείπια κι είναι ακόμα νωπά τα αίματα στις πέτρες, περιοδεύει τα χωριά της Κρήτης.

Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί, χιλιάδες τώρα χρόνια, παλεύουν στα κακοτράχαλα κρητικά βουνά την πείνα, την γύμνια, τους βαρβάρους. Κι ούτε η μοίρα, ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι».

Το τέλος

Σε έναν τιμητικό αποχαιρετισμό στον Νίκο Καζαντζάκη, που είχε αποδημήσει λίγες μέρες πριν -ένα Σαββατιάτικο πρωινό του Οκτωβρίου του 1957- ο δημοσιογράφος, μεταφραστής και λογοτέχνης Μάριος Πλωρίτης δημοσιεύει στην εφημερίδα «Ελευθερία» την τελευταία συνάντησή του με τον εκλιπόντα «γιο του Ψηλορείτη», τρία χρόνια πριν, στην Αντίμπ της Γαλλίας.

«Εκείνος ο άνθρωπος, λοιπόν -καθώς λέει ο δημοσιογράφος- που η ηλικία, ο στοχασμός, η αγωνία, οι αρρώστιες είχαν σκάψει τη μορφή του, αλλά δεν τον είχαν δαμάσει, ήταν απολύτως συνεπής με όσα είχε χαράξει στο χαρτί.

Ό,τι είχε γράψει ήταν η κραυγή του αίματος και του νου του. Το πνεύμα του ακούραστο αντιμετώπιζε θαρραλέα τη σκιά και τον θάνατο που τον πλησίαζαν. Ο ποιητής ονειρευόταν το γράψιμο, ονειρευόταν τα ταξίδια».

Και η Ελλάδα;

«Η Ελλάδα είναι η μεγάλη μάνα. Δεν έχει σημασία αν βρίσκομαι μακριά της. Την έχω μέσα μου και πιο πολύ την Κρήτη. Όμως, θέλω να πεθάνω στην Κρήτη. Είναι η γη μου. Εκεί να με θάψουνε.

Το χώμα της Κρήτης έφτιασε το αίμα μου. Αυτό θέλω να το πιει…».

Δεν «θα καταφέρει» να αφήσει την τελευταία του πνοή στην Κρήτη του. Θα φύγει στην Πανεπιστημιακή Κλινική του γερμανικού Freiburg. Το σώμα του, όμως, θα μεταφερθεί στο Ηράκλειο, όπου κατά την επιθυμία του θα αναπαυτεί για να ξοφλήσει το ιερό χρέος… να μεταγγίσει το αίμα του στην κρητική γη.

Στην Κρήτη, με τον φιλόλογο Γιάννη Κακριδή και τον Μητροπολίτη Σελίνου και Κισσάμου

ΒΟΥΛΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Η επιμελήτρια Συλλογών που ανακάλυψε το «χαμένο» έργο «Ο Ανήφορος» μίλησε πρώτα στην «Π»

Η «Π» είχε ακόμα την τύχη να φιλοξενήσει στην πρώτη της συνέντευξη την επιμελήτρια Συλλογών, αναπληρώτρια διευθύντρια του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη και υποψήφια δρα Νεοελληνικής Φιλολογίας Ε.Κ.Π.Α, κυρία Βούλα Βασιλειάδη, η οποία ανακάλυψε το «χαμένο» βιβλίο του συγγραφέα, «Ο Ανήφορος». Εβδομήντα έξι χρόνια μετά τη συγγραφή του, «Ο Ανήφορος» παραδόθηκε στο αναγνωστικό κοινό και την ιστορία… χάρη σ’ ένα ερευνητικό ερώτημα που έθεσε το 2016 η κυρία Βασιλειάδη.

«Το 2016 κι ενώ ξεκινούσα τον έλεγχο -τόνιζε- και τις διορθωτικές επεμβάσεις στην αρχική τεκμηρίωση των Συλλογών και αφού είχε γίνει δεκτή η πρότασή μου από το Τμήμα Φιλολογίας τους ΕΚΠΑ για εκπόνηση διατριβής πάνω στο έργο του συγγραφέα, ένα προσωπικό ερευνητικό ερώτημα, αν υπήρχαν σημειώσεις του Καζαντζάκη από την καταγραφή των Ωμοτήτων στην Κρήτη, με οδήγησε στο χειρόγραφο».

Αρχικά, διαβάζοντας τις πρώτες αράδες, το θεώρησε σχεδίασμα ίσως του Καπετάν Μιχάλη. Όμως, καθώς προχωρούσε την ανάγνωση από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, αντιλαμβανόταν ξεκάθαρα πως επρόκειτο για ένα εντελώς διαφορετικό και άγνωστο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα.

«Τη συγκινητική -περιέγραφε- στιγμή που κατάλαβε, μετά τη διασταύρωση των πηγών, ότι βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική ανακάλυψη, την περιγράφουν τέσσερις λέξεις: «Δέος, συγκίνηση, χαρά και ευθύνη».

 

Τέταρτος από αριστερά, με την τάξη του σε γυμναστικές επιδείξεις στο Ηράκλειο

 

ΥΒΕΤ ΡΕΝΟΥ-ΕΡΜΠΕΡ ΚΑΙ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ

Δύο γυναίκες που τον γνώρισαν τον περιέγραψαν στην «Π»

Η «Π» είχε την τύχη να μιλήσει με δύο γυναίκες που γνώρισαν τον μεγάλο συγγραφέα. Πρόκειται για την βαφτισιμιά του, τη μεγάλη μας ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και την Υβέτ Ρενού-Ερμπέρ, που αισίως βαδίζει στα 102 της χρόνια.

Και έδωσαν συνέντευξη στην υπογράφουσα, που είχε την τιμή να συνομιλήσει μαζί τους.

Η Υβέτ Ρενού-Ερμπέρ, μέσω του πατέρα της, θα γνωρίσει τον μεγάλο Κρητικό στοχαστή και συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη, θα γίνει βοηθός του στην UNESCO, θα αγαπήσει την Ελένη -«μια γυναίκα με πάθος και πολύ έξυπνη»- και θα προσφέρει τις υπηρεσίες της στην Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, με συνοδοιπόρο τον νυν επίτιμο πρόεδρό της, Γιώργο Στασινάκη.

«Ήταν ένας ψηλός, αδύνατος άντρας -έλεγε- με βλέμμα ντροπαλό και ταυτόχρονα άγριο και με τραχιά φωνή. Μιλούσε άπταιστα γαλλικά και δεν του έλειπε το χιούμορ. Χωρίς αμφιβολία, φύτρωναν στο μυαλό του τα θέματα των μυθιστορημάτων που σκόπευε να γράψει.

Στην αρχή της γνωριμίας μας, τον έβρισκα λίγο φοβιστικό, αλλά πολύ γρήγορα δημιουργήθηκε μεταξύ μας ένα κλίμα συνεννόησης και εμπιστοσύνης. Ήμουν εντυπωσιασμένη από την εργατικότητά του.

Ήταν επίσης ένας ιδεαλιστής. Μπροστά στην απουσία αντίδρασης από μέρους των Κυβερνήσεων, έχανε την υπομονή του και σκεφτόταν να πάρει ακόμα και το ραβδί του προσκυνητή και να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο για να υπερασπιστεί την υπόθεση της UNESCO…».

Η βαφτισιμιά

Ο Καζαντζάκης ήταν οικογενειακός φίλος με τους Αγγελάκηδες, ενώ ο πατέρας της, Γιάννης, ήταν και ο δικηγόρος του μεγάλου Κρητικού.

«Είπατε ότι δεν τον έχετε γνωρίσει κι αυτό είναι γνωστό. Όμως πώς τον έχετε στο μυαλό σας; Ποια είναι η εικόνα του Καζαντζάκη στο δικό σας μυαλό;», την είχα ρωτήσει.

«Από τις φωτογραφίες του -ανέφερε- αυτή η περίφημη φωτογραφία με το άσπρο πουκάμισο που έχει πίσω ένα παράθυρο, αυτό είναι το παράθυρο του σπιτιού μας στην Αίγινα. Έζησε εκεί και μετά έχτισε το δικό του σπίτι στο νησί. Ο Καζαντζάκης ήταν απόλυτα δοσμένος στο έργο του»

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ αλληλογραφούσε με τον νονό της, στον οποίο έστελνε και ποιήματα που έγραφε.

Η «Μοναξιά», που έγραψε σε ηλικία 16 ετών, απέσπασε τα εύσημα από τον Καζαντζάκη. Είπε ότι είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασε ποτέ. «Αυτός ο ενθουσιασμός του Καζαντζάκη…. Έτσι μ’ αυτό το ποίημα, τη “Μοναξιά”, μπήκα στον χώρο».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΣΙΝΑΚΗΣ

Ο «Απόστολος» που διέδωσε το έργο του σε 101 χώρες στις 5 ηπείρους

Αν οι αριθμοί μπορούν να πουν ιστορίες, θα μιλούσαν για το ταξίδι ενός ανθρώπου στον κόσμο για να κάνει γνωστό σε 101 χώρες, στις 5 ηπείρους, μέσα σε 30 και πλέον χρόνια, τις ποικίλες μορφές του έργου του Καζαντζάκη και να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του που αντιστέκεται στον χρόνο.

Αυτός ο ταξιδευτής δεν είναι άλλος από τον επίτιμο πλέον πρόεδρο της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη και πρεσβευτή του Ελληνισμού, Γιώργο Στασινάκη.

Ο κ. Στασινάκης έδωσε όλο του το «είναι» στην παγκόσμια διάδοση του λόγου του μεγάλου Κρητικού, για να κάνει γνωστό το έργο του μεγάλου στοχαστή, αλλά και να μεταλαμπαδεύσει εν γένει το ελληνικό πνεύμα ως πρεσβευτής του ελληνισμού.

Ο Καζαντζάκης και το έργο του είχαν αυτή τη σπάνια τύχη να πέσουν στα χέρια ενός διπλωμάτη και πνευματικού ανθρώπου που ξέρει από πολιτισμό, λογοτεχνία και ποίηση και έχει εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητες.

Ένας πραγματικός δρομέας του έργου του μεγάλου συγγραφέα που μπολιάστηκε με περίσσα κρητική «κουζουλάδα» για να ακολουθήσει τα χνάρια του σε χώρες ελεύθερες ή μη ελεύθερες, αλλά όλες με πλούσιο πολιτισμό και να σπείρει τον λόγο και το έργο του σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς, που πολλοί ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του.

Έγραψε δύο βιβλία το «Καζαντζάκης-Ζορμπάς: μια αληθινή φιλία» και «Οι δρόμοι ζωής – Στα χνάρια του Νίκου Καζαντζάκη 1989-2019».

«Ο περίπλους μου -έλεγε ο ίδιος μιλώντας στην «Π»- τελειώνει εδώ, όχι όμως και “Οι δρόμοι ζωής – Στα χνάρια του Νίκου Καζαντζάκη”. Το πάθος μου για τον μεγάλο Κρητικό παραμένει αμείωτο, γιατί όπως γράφει ο Χένρι Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού “υπάρχουν άνθρωποι που είναι τόσο πλήρεις, τόσο πλούσιοι που δίνονται τόσο απόλυτα, ώστε κάθε φορά που τους αφήνεις, νοιώθεις ότι δεν έχει σημασία αν χωρίζεστε για μια μέρα ή για πάντα.

Έρχονται κοντά σου, ξεχειλίζοντας και σε ξεχειλίζουν κι εσένα. Δεν σου ζητάνε τίποτα εκτός από τη συμμετοχή σου στη δική τους υπεράφθονη χαρά της ζωής”».

Μαζί με το Μουσείο Καζαντζάκη, η ΔΕΦΝΚ -υπό την προεδρία σήμερα της Κατερίνας Ζωγραφιστού- γίνεται το εφαλτήριο για να περάσει το έργο του στις επόμενες γενιές.