Μηνάς Μπορμπουδάκης: «Το θέμα της επιστροφής υπάρχει πάντα μέσα μου. Και ταυτόχρονα δεν υπάρχει…»

Είναι ένας δημιουργός που κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους -την ερμηνεία και τη σύνθεση, τη σκηνή και το ατελιέ, την Ελλάδα και την Κεντρική Ευρώπη-αποκαλύπτοντας περισσότερα από μια απλή καλλιτεχνική διαδρομή, όπου η μουσική δεν αποτελεί μόνο επάγγελμα αλλά τρόπο ύπαρξης.

Με αφορμή τη συναυλία της 19ης Απριλίου στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο που συνέπεσε με την ημέρα των γενεθλίων του, ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας συνθέτης Μηνάς Μπορμπουδάκης επέστρεψε στον τόπο, τη ρίζα του και μίλησε στην «Π» για τη διαδρομή του από το Ηράκλειο στο Μόναχο και το Αμβούργο.

Η σχέση του με τη μουσική ξεκινά μόλις στα 4 του χρόνια -ίσως και νωρίτερα. Σ’ εκείνη την ηλικία, όμως, γονείς και νονά τον γράφουν στο θρυλικό Ωδείο «Απόλλων».

«Η οικογένειά μου -αναφέρει- ήταν πάντα υποστηρικτική απέναντι στη μουσική.

Ο πατέρας μου υπήρξε ένας ανήσυχος άνθρωπος, με πολλά ενδιαφέροντα. Ζωγράφιζε και αγαπούσε βαθιά τη μουσική. Αυτό μου έδωσε μια πολύ όμορφη βάση, πάνω στην οποία μπόρεσα να στηριχτώ και να χτίσω τη δική μου μουσική πορεία, χωρίς ποτέ -στα 52 μου χρόνια- να έχω σκεφτεί να κάνω κάτι άλλο».

Ο ίδιος τονίζει ότι η λειτουργία του Πολιτιστικού Συνεδριακού Κέντρου Ηρακλείου είναι αναμφίβολα ένας σημαντικός -ίσως ο σημαντικότερος- πολιτιστικός φορέας αυτή τη στιγμή στο Ηράκλειο και γενικότερα στην Κρήτη.

«Η συνεργασία μας ήταν άριστη. Το προσωπικό που συνόδευσε τη συναυλία ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένο και γνώριζε πολύ καλά τη δουλειά του. Μπορώ να πω ότι συνάντησα ευρωπαϊκά standards στην πόλη. Κάτι που, όταν έφυγα πριν από 34 χρόνια, ούτε καν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσε να υπάρξει στο Ηράκλειο».

Ο Μηνάς Μπορμπουδάκης μιλά ακόμα για τη σχέση του με τη μουσική παράδοση, τη σύγχρονη δημιουργία και το κοινό, αλλά και για τη διαρκή έννοια της «επιστροφής» που, όπως ο ίδιος λέει, δεν είναι ποτέ μία και οριστική, αλλά μια συνεχής κίνηση ανάμεσα σε τόπους, εμπειρίες και ταυτότητες.

 

«Μπορώ να πω ότι συνάντησα στο Ηράκλειο ευρωπαϊκά standards. Κάτι που, όταν έφυγα πριν από 34 χρόνια, ούτε καν μπορούσα να φανταστώ»

-Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή και η παρουσίαση έργων σας στη γενέτειρά σας;

«Ήταν πολύ μεγάλη τιμή και ιδιαίτερα σημαντική αυτή η συναυλία που έγινε στις 19 Απριλίου στο Πολιτιστικό, υπό τη διοργάνωση του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου.

Ένιωσα πως ήταν κάτι ξεχωριστό, γιατί συνέπεσε και με την ημέρα των γενεθλίων μου. Ήταν σαν να περνούσα τα γενέθλιά μου στους δύο φυσικούς μου τόπους: αφενός στον χώρο της μουσικής, μαζί με εκλεκτούς μουσικούς και το εξαιρετικό κοινό που είχα εκείνο το βράδυ, και αφετέρου στον τόπο όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα και βρίσκονται οι ρίζες μου -ρίζες που ούτε θέλω ούτε μπορώ ποτέ να απαρνηθώ».

-Πώς είδατε το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο ως υποδομή για την πόλη και το νησί;

«Είναι, αναμφίβολα, ένας σημαντικός -ίσως ο σημαντικότερος- πολιτιστικός φορέας αυτή τη στιγμή στο Ηράκλειο και γενικότερα στην Κρήτη.

Η συνεργασία μας ήταν άριστη. Το προσωπικό που συνόδευσε τη συναυλία ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένο και γνώριζε πολύ καλά τη δουλειά του. Μπορώ να πω ότι συνάντησα ευρωπαϊκά standards στην πόλη.

Κάτι που, όταν έφυγα πριν από 34 χρόνια, ούτε καν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσε να υπάρξει στο Ηράκλειο. Οι εντυπώσεις μου, λοιπόν, είναι οι καλύτερες».

-Μιλώντας για το ελληνικό κοινό;

«Θα μιλήσω αρχικά για το αθηναϊκό κοινό, το οποίο έχει ακούσει αρκετές φορές τη μουσική μου και είναι αρκετά εξοικειωμένο με τη σύγχρονη μουσική. Συγκρίνοντάς το με ακροατές άλλων ευρωπαϊκών πόλεων, ίσως να μην έχει τη γνώση που διαθέτουν οι Κεντροευρωπαίοι ακροατές.

Όμως, διαθέτει κάτι πολύ σημαντικό: μεγάλη περιέργεια. Και αυτό είναι καθοριστικό, γιατί έτσι μπορεί κανείς να αφεθεί στη μουσική, όσο δύσκολη κι αν είναι.

Όσον αφορά το κρητικό κοινό, το οποίο πιθανότατα άκουσε για πρώτη φορά -ή έπειτα από πολλές δεκαετίες- σύγχρονη μουσική, όπως παρουσιάζεται στις αίθουσες της Ευρώπης, μπορώ να πω ότι πρόκειται για ένα κοινό με φαντασία. Ακόμη και άνθρωποι που δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, μου μίλησαν για το φαντασιακό στοιχείο και για το πώς η μουσική τούς έκανε να ταξιδέψουν.

Αυτό, όμως, προϋποθέτει και από τον ακροατή να είναι ανοιχτός. Γιατί, όσο καλή κι αν είναι η μουσική, αν ο ακροατής δεν ενδιαφερθεί και δεν αφήσει τη φαντασία του ελεύθερη, δεν μπορεί να τον συνεπάρει.

Άρα, κατά μία έννοια, το αθηναϊκό κοινό έχει την υγιή περιέργεια να αναρωτηθεί “τι έχει να μας πει αυτή η μουσική;”, ενώ το κρητικό κοινό διαθέτει τη φαντασία να την αναπλάσει και να αφεθεί σε αυτήν».

-Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τη μουσική και τι ρόλο έπαιξε το οικογενειακό σας περιβάλλον;

«Η σχέση μου με τη μουσική ξεκίνησε από τα τέσσερά μου χρόνια -ίσως και νωρίτερα. Στα τέσσερά μου, γράφτηκα στο ωδείο. Η νονά μου, ύστερα από παρότρυνση και συμφωνία με τους γονείς μου, με έγραψε στο θρυλικό Ωδείο “Απόλλων”.

Η οικογένειά μου ήταν πάντα υποστηρικτική απέναντι στη μουσική. Ο πατέρας μου υπήρξε ένας ανήσυχος άνθρωπος, με πολλά ενδιαφέροντα. Ζωγράφιζε και αγαπούσε βαθιά τη μουσική. Αυτό μου έδωσε μια πολύ όμορφη βάση πάνω στην οποία μπόρεσα να στηριχτώ και να χτίσω τη δική μου μουσική πορεία, χωρίς ποτέ -στα 52 μου χρόνια- να έχω σκεφτεί να κάνω κάτι άλλο.

Υπήρχε πάντοτε μια βαθιά, καλόβουλη υποστήριξη από την οικογένειά μου».

-Ποιες είναι οι μνήμες σας από το Ηράκλειο εκείνης της εποχής;

«Οι μνήμες μου από εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο είναι πολύ αθώες. Ως νέος, ένιωθα πως υπήρχε μεγάλη αναζήτηση και δίψα, τόσο από τη δική μας γενιά, όσο και από τους δασκάλους μας -τον κύριο Καλούτση, την κυρία Τσαγκαράκη, την κυρία Βιδιανάκη. Υπήρχε πραγματική επιθυμία να μάθουν τα παιδιά μουσική και να ασχοληθούν σοβαρά μαζί της.

Μας έδειξαν τον δρόμο και μας έδωσαν στήριγμα, ώστε να αποκτήσουμε όρεξη, μεράκι και πειθαρχία. Όχι μόνο εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι της γενιάς μου, όπως ο Δημήτρης Καρύδης, η Μαρία Δρούλου και αρκετοί ακόμη που αργότερα σταδιοδρόμησαν στην Ευρώπη.

Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο να υπάρχει τέτοιο μεράκι από αυτούς τους ανθρώπους. Αυτή ήταν η ομορφιά της δεκαετίας του ’80 και των αρχών του ’90, μέχρι να φύγουμε για σπουδές».

-Πότε καταλάβατε ότι η μουσική είναι ο δρόμος σας;

«Προσωπικά, κατάλαβα πολύ νωρίς ότι θα ασχοληθώ με τη μουσική. Σχεδόν από το Δημοτικό ένιωθα πως αυτός ήταν ο δρόμος μου. Οι γονείς μου ποτέ δεν έθεσαν το δίλημμα της “σίγουρης δουλειάς”. Και οι δύο μου έλεγαν: “Να κάνεις αυτό που αγαπάς και, αν αυτό είναι η μουσική, να το κάνεις όσο καλύτερα μπορείς”.

Έτσι, δεν βρέθηκα ποτέ μπροστά στο δίλημμα ανάμεσα στη σιγουριά και την καλλιτεχνική ανασφάλεια».

Από τη συναυλία στο Ηράκλειο

 

«Έμεινα στο εξωτερικό γιατί είδα ότι στην Κεντρική Ευρώπη μπορούσα να βιώσω τη μουσική διαφορετικά»

-Ποιες εμπειρίες από τις σπουδές σας στο Μόναχο και στο Αμβούργο θεωρείτε καθοριστικές;

«Καταρχάς, ήταν η γνωριμία με τους δασκάλους μου, στους οποίους χρωστάω πάρα πολλά, γιατί ήταν μεγάλες προσωπικότητες, οι οποίοι και οι ίδιοι είχαν σπουδάσει παλαιότερα δίπλα σε πολύ σπουδαία ονόματα, όπως ο Καρλόφ κ.ά. Αυτοί οι άνθρωποι με υποστήριξαν και με βοήθησαν σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό.

Κατάφεραν να εντοπίσουν τόσο τα δυνατά, όσο και τα αδύνατα μουσικά στοιχεία μέσα μου. Τα δυνατά μου σημεία τα ανέπτυξαν, ενώ τα αδύνατα τα άφησαν να εξελιχθούν φυσικά, χωρίς να μου δημιουργήσουν προβλήματα ή ανασφάλειες που θα μπορούσαν να με εμποδίσουν στη δημιουργία. Αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό για μένα.

Επίσης, τεράστια εμπειρία αποτέλεσε το γεγονός ότι κατά τα φοιτητικά μου χρόνια -κάτι που ακόμη τηρώ και αγαπώ ιδιαίτερα- είχα άμεση επαφή με τη μουσική: τις συναυλίες, τις πρόβες στις οποίες μπορούσα να παρευρίσκομαι, αλλά και τη συνδιαλλαγή με τους μουσικούς.

Ήμουν στην πηγή -και εξακολουθώ να είμαι- και αυτό είναι κάτι πολύτιμο, που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τίποτε άλλο.

Έτσι, μέσα από αυτές τις επιρροές από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα, αλλά και από τα θέματα που έφερνε σταδιακά η ίδια η ζωή μέσα στο καλλιτεχνικό μου γίγνεσθαι, χτίστηκε η καλλιτεχνική μου ταυτότητα».

-Γιατί αποφασίσατε να μείνετε εκτός Ελλάδας;

«Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, κάποια στιγμή, όντας φοιτητής στο Μόναχο, είδα ότι σε αυτή την πόλη -και γενικότερα στην Κεντρική Ευρώπη- μπορούσα να βιώσω τη μουσική διαφορετικά.

Όχι μόνο να τη σπουδάσω και να αποκτήσω γνώσεις, αλλά και να τη βιώσω διαφορετικά, είτε μέσα από τους ανθρώπους που γνώριζα, είτε μέσα από τις συνεργασίες που είχα, είτε μέσω των μουσικών γεγονότων που μπορούσα να επισκεφθώ και, αργότερα, να συμμετάσχω και ο ίδιος ενεργά σε αυτά, παρουσιάζοντας τα έργα μου ή παίζοντας πιάνο.

Οπότε, αυτός ήταν ένας βασικός παράγοντας που με κράτησε εκτός Ελλάδας».

 

«Έργα μου μ’ έναν απολύτως σύγχρονο χαρακτήρα περιέχουν στοιχεία που αντλούν από την ελληνική μουσική»

-Ποια είναι η διαδικασία όταν συνθέτετε ένα έργο;

«Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία που ακολουθώ, το κάθε έργο παίρνει τον δικό του δρόμο και το δικό του μονοπάτι και κατά κάποιο τρόπο βρίσκομαι σε διάλογο με το έργο γράφοντάς το.

Όμως, ίσως ένας στάνταρ τρόπος με τον οποίο δουλεύω είναι το ότι γενικά πολλούς μήνες πριν ξεκινήσω να γράφω ένα έργο, συλλέγω ιδέες, στοιχεία και γνώση, σχετικά με το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το συγκεκριμένο έργο. Και κάποια στιγμή, όλο αυτό το υλικό θέλει να βρει μια διέξοδο και τότε ξεκινάω να γραφώ τη μουσική.

Τότε, ξεκινάω να δουλεύω σαν ένας συγγραφέας ή σαν ένας αρχιτέκτονας ή σαν ένας γλυπτής -ας πούμε- πάνω σε ένα υλικό, το οποίο, δουλεύοντάς το, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο σε εμένα.

Άρα, είναι μια μεγάλη διαδικασία, με την οποία συνδιαλέγομαι, όπως είπα στην αρχή. Είναι κάποια στάνταρ πράγματα, τα οποία ακολουθώ και απλά γίνεται μηχανικά, δημιουργείται ένα έργο».

-Με ποιον τρόπο γίνεται ο συνδυασμός της ελληνικής μουσικής παράδοσης με σύγχρονες ευρωπαϊκές τεχνικές;

«Δεν χρησιμοποιώ παντού στοιχεία της ελληνικής μας παράδοσης, γιατί γενικά δεν μου αρέσει το “ένα προς ένα”. Δηλαδή, να παίρνω κάτι, να το μετατρέπω λίγο και αυτό να αποτελεί ένα καινούργιο έργο. Αυτή η διαδικασία, γενικά, δεν μου αρέσει.

Μου αρέσει η μεταμόρφωση, δηλαδή να αναπλάθω κάτι από τη ρίζα του με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Άρα, πρέπει πρώτα να φτάσω στη ρίζα. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές τα έργα μου, ενώ έχουν έναν απολύτως σύγχρονο χαρακτήρα και ακούγονται σαν να μην έχουν καθόλου ελληνικά στοιχεία, βαθιά μέσα τους περιέχουν στοιχεία που αντλούν από την ελληνική μουσική, είτε αυτά είναι κάποιοι ρυθμοί, είτε κάποια τονικά συστήματα, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί αυτοσκοπό.

Σε ορισμένα έργα, βέβαια, υπάρχουν πραγματικά ελληνικά μουσικά θέματα, όπως συνέβη και σε ένα έργο που παρουσιάστηκε στη συναυλία της 19ης Απριλίου. Επίσης, σε πολλά από τα έργα μου, η θεματολογία και το περιεχόμενό τους είναι ελληνικά.

Μάλιστα, αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω σε ένα πολύ μεγάλο έργο για ορχήστρα, διάρκειας περίπου μισής ώρας, το οποίο θα παρουσιαστεί τον Ιούνιο του 2027 στο Μόναχο από την περίφημη Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας.

Το έργο το ονομάζω “Minotaurus Material”, δηλαδή “Υλικό του Μινώταυρου”. Σύμφωνα με τον Χάινερ Μίλερ, το “υλικό” σε αυτή την περίπτωση είναι το ίδιο το υλικό του μινώταυρου.

Η μορφή του μινώταυρου και οι συμβολισμοί της αποτελούν το κεντρικό θέμα του έργου, χωρίς όμως να γίνεται φολκλορική χρήση ή να χρησιμοποιούνται αυτούσια στοιχεία της ελληνικής μουσικής. Όλα αυτά βρίσκονται περισσότερο στο παρασκήνιο».

Πώς βιώνετε τη διπλή σας ιδιότητα ως πιανίστας και ως συνθέτης;

«Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια δεν δίνω πλέον συναυλίες. Ο λόγος ήταν απλός: δεν υπήρχε πια ο χρόνος για να μελετώ πιάνο όπως θα ήθελα, καθώς η σύνθεση απαιτούσε πάρα πολλές ώρες από τον χρόνο μου. Οι παραγγελίες ήταν αρκετές, οπότε έριξα το βάρος μου κυρίως στη σύνθεση.

Ωστόσο, η ιδιότητα του πιανίστα με βοήθησε πάρα πολύ στην πορεία μου ως συνθέτη. Μέσα από αυτήν μπορούσα να έχω άμεση επαφή με το κοινό και να βρίσκομαι έμπρακτα πάνω στη σκηνή. Η εμπειρία του να παίζω πιάνο αντανακλούσε αργότερα στον τρόπο με τον οποίο έπλαθα ένα έργο, όταν βρισκόμουν στο ατελιέ μου και έγραφα μουσική.

Αυτή η πρακτική εμπειρία που είχα ως πιανίστας περνούσε σε κάθε έργο, είτε επρόκειτο για έργο για πιάνο, είτε για κρουστά, είτε για ορχήστρα ή ακόμη και για όπερα.

Ήξερα τις διαδικασίες που συμβαίνουν πάνω στη σκηνή, ήξερα την αίσθηση, τις κινήσεις, τη φυσικότητα της μουσικής επάνω σε έναν μουσικό. Έτσι, μπορούσα να γράψω μια μουσική πιο κοντά στους μουσικούς και όχι τόσο απομακρυσμένη από τις πραγματικές δυνατότητές τους.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι η λειτουργία μου ως πιανίστα μού προσέφερε πάρα πολλά και με βοήθησε ουσιαστικά και ως συνθέτη».

«Μάλλον δεν υπάρχει ένας μόνο τόπος για μένα, αλλά δύο»

-Ποιο έργο θεωρείτε σταθμό στην καριέρα σας;

«Αυτό είναι πολύ εύκολο να το απαντήσω. Είναι το “Ζ”, το οποίο έγραψα το 2016 και παρουσιάστηκε το 2018 στη Λυρική Σκηνή, βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Βασίλη Βασιλικού. Πρόκειται για μια όπερα που, κατά κάποιον τρόπο, με σημάδεψε.

Ήταν μια παραγγελία που, πέρα από το ότι ήρθε από την πατρίδα μου, είχε άμεση σχέση με τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Είχα, μάλιστα, την τύχη να διευθύνω περισσότερες από τις μισές παραστάσεις. Μέσα από αυτή την εμπειρία, συνειδητοποίησα ότι η σύγχρονη μουσική δεν είναι κάτι αφηρημένο που αφορά μόνο έναν πολύ συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων, αλλά μπορεί να αφορά τους πάντες, όλους όσοι βρέθηκαν εκείνες τις βραδιές στις παραστάσεις.

Κατά κάποιον τρόπο, αυτό το έργο έκλεισε έναν κύκλο μέσα μου και ικανοποίησε βαθιές ανάγκες που σχετίζονταν τόσο με την πατρίδα μου και την ιστορία της, όσο και με τη μουσική που γράφω σε σχέση με αυτές. Η μουσική έγινε κάτι απτό και όχι κάτι αφηρημένο. Γι’ αυτό το “Ζ” υπήρξε ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο για μένα.

Επιπλέον, την περίοδο που το έγραψα, στις αρχές της δεκαετίας των σαράντα μου, ένιωθα ότι είχα πλέον την απαραίτητη εμπειρία, ώστε αυτό που είχα στο μυαλό μου ως συνθέτης να μπορώ να το αποτυπώσω ακριβώς στο χαρτί. Κάτι τέτοιο, στα 25 μου, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο -ίσως και αδύνατο- γιατί δεν θα είχα ακόμη την αντίστοιχη εμπειρία.

Οπότε, ήταν ένα έργο που ήρθε την κατάλληλη στιγμή και με σημάδεψε προσωπικά.

Ποια θα ήταν η συμβουλή σας για έναν νέο μουσικό, που θα ήθελε να ακολουθήσει μια παρόμοια πορεία;

Είναι πολύ απλό: να μην ξεχάσει ποτέ το όνειρό του και αυτό που νιώθει μέσα του για τη μουσική. Με πολλή επιμονή, πολλή δουλειά και με έναν σταθερό στόχο, να προσπαθήσει να φτάσει εκεί όπου φαντάζεται τον εαυτό του.

Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ. Όταν έχεις ένα όραμα και το ακολουθείς πραγματικά, τότε και οι άνθρωποι γύρω σου θα το αναγνωρίσουν και θα σε βοηθήσουν. Θα δουν ότι το εννοείς σοβαρά και ότι δεν πρόκειται για κάτι παροδικό, αλλά για κάτι που έρχεται βαθιά από μέσα σου.

Άρα, αυτό που νιώθει κανείς μέσα του, πρέπει να το πάρει στα σοβαρά και να το ακολουθήσει. Να μην χάσει ποτέ το όραμά του και, σιγά-σιγά, θα φτάσει εκεί όπου είναι να φτάσει».

-Θα επιστρέφατε;

«Το θέμα της επιστροφής υπάρχει πάντα μέσα μου από την ημέρα που έφυγα. Και ταυτόχρονα δεν υπάρχει, γιατί πάντα ένιωθα ότι ανήκω και στα δύο μέρη. Τουλάχιστον μετά τα πρώτα φοιτητικά χρόνια, ένιωσα ότι και οι δύο τόποι είναι δικοί μου.

Οι ρίζες μου βρίσκονται εδώ, στην Κρήτη, αλλά η ζωή μου είναι στη Γερμανία. Κάποια στιγμή φρόντισα αυτά τα δύο να γίνουν ένα μέσα μου και όχι δύο ξεχωριστές πραγματικότητες.

Άρα ναι, με ενδιαφέρει το θέμα της επιστροφής και επιστρέφω όσο περισσότερο μπορώ στον τόπο μου. Όμως, επιστρέφω εξίσου και στη Γερμανία. Επομένως, μάλλον δεν υπάρχει ένας μόνο τόπος για μένα, αλλά δύο.

Άλλωστε, ολόκληρο το φεστιβάλ του ΕΛ.ΜΕ.ΠΑ. βασίζεται στη λέξη “επέστρεφε” από το καβαφικό ποίημα. Υπάρχει, όμως, και η “Δεύτερη Οδύσσεια”, όπου ο Καβάφης βάζει τον ήρωά του να επιστρέφει στην Ιθάκη και τελικά να μην αντέχει την παραμονή του εκεί, νιώθοντας την ανάγκη να ξαναφύγει.

Αυτά τα δύο ποιήματα βρίσκονται συνεχώς μέσα μου σε εναλλαγή, εδώ και 34 χρόνια που ζω εκτός Κρήτης. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μία μόνο επιστροφή. Υπάρχει πάντα επιστροφή και επανεκκίνηση. Αυτή είναι η ζωή μου».

«Το δικό μου Ηράκλειο»

-Πού θα πηγαίνατε έναν ξένο για να γνωρίσει το δικό σας Ηράκλειο;

«Θα σας πω μερικά μέρη. Θα τον πήγαινα, φυσικά, στον τάφο του Καζαντζάκη, πάνω στα Τείχη. Θα τον πήγαινα στα στενά ανάμεσα στην οδό Πεδιάδος και την οδό Αβέρωφ, σε εκείνα τα μικρά δρομάκια με τα παλιά σπίτια, από όπου περνούσα όταν ήμουν νέος και κατέβαινα προς την πόλη.

Θα τον πήγαινα στο λιμάνι να δει τον Κούλε, στην πλατεία του Αγίου Τίτου και στα στενά πίσω από αυτήν. Εννοείται πως θα τον πήγαινα στις «Φιλοσοφίες» για μπουγάτσα -άλλωστε είναι και το αγαπημένο μου στέκι. Ίσως και στο ΦΙΞ για έναν καφέ.

Θα τον πήγαινα επίσης στο Αρχαιολογικό Μουσείο και στον κήπο του, αλλά και στο Ιστορικό Μουσείο, μαζί με την καφετέριά του.

Νομίζω πως αυτά τα μέρη καλύπτουν τη διαδρομή που κάνω συνεχώς στο Ηράκλειο και η οποία μου φέρνει αμέτρητες αναμνήσεις από όλη μου τη ζωή.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Χαίρομαι ιδιαίτερα που έγινε αυτό το μικρό αφιέρωμα».