Τη μελέτη της Ολλανδικής Εταιρείας HVA για τη διαχείριση του νερού στην Κρήτη αλλά και την αντιμετώπιση των πλημμυρικών φαινομένων στο νησί παρουσιάζει σήμερα η «Π», ενώ συμπληρώνονται οκτώ μήνες μετά την κάθοδο του πρωθυπουργού στο Ηράκλειο που δεσμεύτηκε για την ολιστική αντιμετώπιση του νερού στην Κρήτη, χωρίς ωστόσο η Κυβέρνηση να κάνει μισό «βήμα» προς την κατεύθυνση αυτή.
Η μελέτη βάζει τον ΟΑΚ στο «κάδρο» του πρωταγωνιστή της διαχείρισης του νερού, με την Αυτοδιοίκηση να βρίσκεται σε ρόλο κομπάρσου, ενώ το ενδεχόμενο σενάριο της ανάδειξης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σε θέση γενικής εποπτείας στον εξαιρετικά κρίσιμο και ευαίσθητο θέμα της στρατηγικής διαχείρισης του φυσικού πόρου, «ροκανίζεται» με την επίκληση της αποδυνάμωσής της σε προσωπικό.
Η μελέτη της HVA -που δεν έρχεται να μας προσθέσει κάτι σε αυτά που ήδη ξέραμε-, εμφανίζεται να υποστηρίζει σθεναρά τον ρόλο της αφαλάτωσης, ενισχύοντας τα σενάρια σε σχέση με το που προσανατολίζεται να στρέψει το καράβι ο κυβερνητικός πολιτικός σχεδιασμός, κάτι που, αν επιβεβαιωθεί, θα προκαλέσει «θύελλα» αντιδράσεων.
Ωστόσο, σε πρώτο επίπεδο προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι, ενώ η Κρήτη μετρά τις «πληγές» της από τις συνέπειες των βιβλικών καταστροφών που προκάλεσαν οι μεγάλες πλημμύρες στις αρχές του Οκτωβρίου, τόσο το θέμα της διαχείριση του νερού όσο και της αντιπλημμυρικής θωράκισης είναι ζητήματα για τα οποία η Κυβέρνηση δεν δείχνει κανένα έμπρακτο πολιτικό ενδιαφέρον.
Αντίστοιχα, όμως, προκαλεί αίσθηση και η υποτονική στάση της Αυτοδιοίκησης σε επίπεδο διεκδίκησης και ανάδειξης των κρίσιμων αυτών θεμάτων, παρά το γεγονός ότι συνδέονται άρρηκτα με την παραγωγική, οικονομική και κοινωνική επιβίωση του νησιού και των ανθρώπων του.
Το master plan των Ολλανδών
Το master plan της HVA τονίζει ότι δεν επιχειρεί να προτείνει εξαρχής «φαραωνικές» λύσεις. Αντίθετα, επιδιώκει να προτείνει αποτελεσματικές παρεμβάσεις (no-regret) που μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα, με το κατάλληλο υποστηρικτικό πλαίσιο αναφοράς (Terms of References / ToRs). Αυτές λειτουργούν τόσο ως πρακτικά μέτρα όσο και ως πλαίσιο για την προετοιμασία της υποδομής για πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις.
Η μελέτη της HVA υποστηρίζει σθεναρά την ανάπτυξη αφαλάτωσης για υφάλμυρο ή αλμυρό νερό πηγών ή θαλασσινό νερό, ενώ οι συστάσεις της τονίζουν τη σημασία της αντιμετώπισης της διάβρωσης σε ανάντη περιοχές ως μέρος μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης διαχείρισης κινδύνου πλημμυρών και συνιστούν την ανάπτυξη ενός έργου που θα επικεντρώνεται σε λύσεις βασισμένες στη φύση και στην κατασκευή φραγμάτων ελέγχου.
Η HVA προτείνει επίσης έργα για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πόλεων στις πλημμύρες και την αναδιάρθρωση. Ακόμα προβλέπει τη δημιουργία μιας κεντρικής περιφερειακής Αρχής υδάτων για τη μείωση του κατακερματισμού των αρμοδιοτήτων και τον συντονισμό μεταξύ των φορέων, όπου για λόγους ισορροπίας μεταξύ της μείωσης του θεσμικού κατακερματισμού, της σκοπιμότητας, της δυνατότητας ενσωμάτωσης και της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας επικεντρώνεται στην ενδυνάμωση του ΟΑΚ και στη «στέψη» του ως επικεφαλής Αρχή υδάτων που, κατά τη μελέτη, προσφέρει την πιο ισορροπημένη, βιώσιμη και πρακτική πορεία προς τα εμπρός για τη διαχείριση των αυξανόμενων προκλήσεων της Κρήτης στον τομέα των υδάτων.
«Καμπανάκι» για τα χειρότερα που έρχονται
Όπως ξεκαθαρίζεται στη μελέτη, η σημερινή κατάσταση των υδάτων στην Κρήτη είναι όλο και πιο ανησυχητική. Η κλιματική αλλαγή και η αυξανόμενη αναξιοπιστία της συχνότητας των βροχοπτώσεων απειλούν τα αγροτικά μέσα διαβίωσης που εξαρτώνται από την ξηρική γεωργία.
Ταυτόχρονα, η διαθεσιμότητα νερού για άρδευση, οικιακή χρήση, τουρισμό και βιομηχανία αδυνατεί να συμβαδίσει με την αυξανόμενη ζήτηση. Ταυτόχρονα, θα αυξηθεί ο κίνδυνος πλημμυρών και οι επιπτώσεις τους στις ανθρώπινες ζωές, το ζωικό κεφάλαιο, την οικονομία, τα οικοσυστήματα, τους αρχαιολογικούς χώρους, τις υποδομές και τις περιουσίες. Η αυξανόμενη ανησυχία αφορά την ανθεκτικότητα των αστικών περιοχών και των κρίσιμων υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δρόμων και των αεροδρομίων, ιδίως υπό το πρίσμα των καταστροφικών πλημμυρών του 2019 και του 2022, καθώς και της καταστροφικής πλημμύρας που έπληξε τη Θεσσαλία το 2023.
Όπως τονίζεται, αν και η Κρήτη γλίτωσε από τις χειρότερες επιπτώσεις του κυκλώνα «Ντάνιελ», το γεγονός αυτό αποτέλεσε σοβαρή προειδοποίηση για την πιθανή ευπάθεια του νησιού σε πλημμύρες. Παράλληλα, τονίζεται ότι εκτός από τη φθίνουσα τάση των ετήσιων βροχοπτώσεων, η κλιματική αλλαγή θα αυξήσει τον ασταθή χαρακτήρα των βροχοπτώσεων, γεγονός που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας και μεγαλύτερο κίνδυνο πλημμυρών. Ο τελικός αντίκτυπος αυτών των τάσεων είναι ότι ο όγκος των ανανεώσιμων υδάτινων πόρων θα μειωθεί.
Τα φράγματα και οι απώλειες νερού
Όπως αναφέρεται στη μελέτη, σήμερα, η Κρήτη διαθέτει 11 φράγματα με αποθηκευτική ικανότητα που υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο m3 το καθένα. Όλα μαζί μπορούν να αποθηκεύσουν περίπου 100 εκατομμύρια m3 νερού. Έχουν κατασκευαστεί επιπλέον 8 έως 10 μικρότεροι ταμιευτήρες, με χωρητικότητα που κυμαίνεται από 100.000 έως 1 εκατομμύριο m3, παρέχοντας συνολική χωρητικότητα περίπου 9 εκατομμυρίων m3.
Αυτά τα φράγματα και οι ταμιευτήρες χρησιμοποιούνται κυρίως για άρδευση. Αυτό σημαίνει ότι, μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων φραγμάτων της Κρήτης, μόνο το φράγμα των Ποταμών (Ρέθυμνο) αποδίδει σήμερα τον αναμενόμενο όγκο νερού3. Για την αντιμετώπιση της μελλοντικής λειψυδρίας, η υπάρχουσα χωρητικότητα των φραγμάτων πρέπει να αξιοποιηθεί καλύτερα, ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής παροχή στις πιο κρίσιμες ή πιο παραγωγικές χρήσεις νερού. Αυτό σηματοδοτεί μια στροφή από τη διαχείριση της προσφοράς προς την προσαρμοστική διαχείριση των υδάτων.
Οι προκλήσεις της ανεπαρκούς χωρητικότητας των φραγμάτων αναμένεται να επιδεινωθούν. Ενώ η κλιματική αλλαγή θα αυξήσει τόσο τη διαχρονική όσο και την ενδοετήσια μεταβλητότητα των βροχοπτώσεων και της επιφανειακής απορροής, τα υφιστάμενα φράγματα σχεδιάστηκαν κυρίως για την αντιμετώπιση της ενδοετήσιας μεταβλητότητας (δηλαδή της ανισορροπίας μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα). Η τρέχουσα χωρητικότητά τους είναι ανεπαρκής για να αντέξουν παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας που διαρκούν αρκετά χρόνια.
Συνεπώς, τυχόν νέα φράγματα θα πρέπει να σχεδιάζονται έτσι ώστε να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας, ενδεχομένως έως και 5-10 έτη. Αυτό συνεπάγεται υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Εξίσου κρίσιμοι είναι οι απόλυτοι όγκοι εισροής νερού στα φράγματα. Στο μέλλον, οι βροχοπτώσεις προβλέπεται να μειωθούν, η εξατμισοδιαπνοή στις λεκάνες απορροής θα αυξηθεί και η επιφανειακή απορροή (και κατά συνέπεια οι ροές στα φράγματα) θα μειωθεί.
Συνεπώς, οι λεκάνες απορροής των φραγμάτων πρέπει να είναι αρκετά μεγάλες, ώστε να παράγουν επαρκή επιφανειακή απορροή. Κατά τη διάρκεια ξηρών περιόδων, οι απώλειες νερού μέσω της εξάτμισης αποτελούν μείζον πρόβλημα. Στην Κρήτη, η ετήσια εξάτμιση από τα φράγματα εκτιμάται σε περίπου 1.200-1.500 mm.
Με την άνοδο της θερμοκρασίας, οι απώλειες αυτές θα αυξηθούν. Σήμερα, οι απώλειες εξάτμισης από τα μεγάλα φράγματα ανέρχονται σε 1-1,5 εκατομμύρια m3 ετησίως. Αυτές οι απώλειες θα μπορούσαν να μειωθούν με την κάλυψη των ταμιευτήρων, π.χ. με πλωτούς ηλιακούς συλλέκτες.
Μεγαλώνουν πιεστικά οι ανάγκες σε νερό στο προσεχές μέλλον
Οι πιέσεις στους υδάτινους πόρους της Κρήτης αναμένεται να ενταθούν τις επόμενες δεκαετίες σύμφωνα με τη μελέτη. Όπως τονίζει, αρκετές μελέτες και στρατηγικά σχέδια παρέχουν προβλέψεις, αν και οι εκτιμήσεις τους δεν είναι πλήρως ευθυγραμμισμένες.
Σύμφωνα με το master plan για την άρδευση (Lazaridis et al., 2021, via EMVIS), οι αντλήσεις νερού για οικιακή χρήση και τουρισμό, προβλέπεται να αυξηθούν από 113,5 εκατ. m3 το 2020 σε 126,9 εκατ. m3 το 2025, φθάνοντας τα 175,6 εκατ. m3 μέχρι το 2040. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τις απώλειες του συστήματος, πράγμα που σημαίνει ότι οι πραγματικές ανάγκες κατανάλωσης εκτιμάται ότι θα είναι 30-40% χαμηλότερες.
Οι αρδευτικές ανάγκες προβλέπεται επίσης να αυξηθούν, με την κατανομή νερού να αναμένεται να αυξηθεί από 430 εκατομμύρια m3 σε περίπου 475 εκατομμύρια m3 ετησίως έως το 2040. Ωστόσο, οι πραγματικές ανάγκες σε νερό στον γεωργικό τομέα αναμένεται να είναι ακόμη υψηλότερες από τις κατανεμημένες ποσότητες. Παρά τις αντιφάσεις μεταξύ των διαφόρων εκτιμήσεων, υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι η συνολική ζήτηση νερού θα αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Πληρωμή για το νερό
Αίσθηση προκαλεί η προσέγγιση της μελέτης για την τιμολόγηση του νερού, προτείνοντας ρεαλισμό στην κοστολόγηση του φυσικού αγαθού. Όπως αναφέρει, η ορθολογική χρήση του αρδευτικού νερού πρέπει να συζητηθεί με τους ενδιαφερόμενους φορείς (ΤΟΕΒ και άλλες οργανώσεις αγροτών).
Θα πρέπει να έχουν πλήρη επίγνωση ότι η διατήρηση των υδάτινων πόρων είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία των επιχειρήσεών τους και ότι απαιτούνται κοινές προσπάθειες. Οι πληρωμές για το νερό θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την πραγματική οικονομική του αξία, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά επί του παρόντος. Οι παρεμβάσεις θα πρέπει να προωθήσουν τη μετάβαση από τις χρεώσεις με βάση την έκταση, στα ογκομετρικά τέλη.
Ορισμένοι ΤΟΕΒ έχουν ήδη υιοθετήσει την ογκομετρική τιμολόγηση. Τα νοικοκυριά και ο τουριστικός τομέας θα πρέπει να χρεώνονται ρεαλιστικά και προοδευτικά, με βάση την κατανάλωσή τους. Η τρέχουσα τιμολογιακή διάρθρωση δεν παρέχει επαρκή κίνητρα για την εξοικονόμηση νερού.
Προσαρμοστική διαχείριση των υδάτων
Στα αξιοσημείωτα της μελέτης είναι η πρόταση για την προσαρμογή των καλλιεργειών στα νέα δεδομένα που φέρνει η κλιματική αλλαγή. Όπως τονίζει, σε διάφορες περιοχές της Κρήτης εφαρμόζεται ήδη προσαρμοστική διαχείριση των υδάτων, καθώς οι Αρχές έχουν επιβάλει περιορισμούς στη γεωργική χρήση του νερού. Αναμένεται ότι τέτοιοι περιορισμοί θα πρέπει να εισαχθούν σε όλο και περισσότερες περιοχές.
Αντί να επιβάλλει μια σκληρή αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα, η ελληνική Κυβέρνηση θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποστήριξης της ανάπτυξης εναλλακτικών μέσων διαβίωσης για τους πληγέντες αγρότες που δεν είναι σε θέση να προσαρμόσουν τις καλλιέργειές τους μέσω καινοτομιών ή ένταξης σε εναλλακτικές αλυσίδες αξίας.
Εγκαταστάσεις Αφαλάτωσης
Στη μελέτη τονίζεται ότι η αφαλάτωση αποτελεί αποδεδειγμένη λύση για περιοχές που αντιμετωπίζουν απόλυτη λειψυδρία. Όπως τονίζει, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για πόλεις, όπως το Ηράκλειο και η Ιεράπετρα, όπου η παροχή πόσιμου νερού βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο.
Θα πρέπει να αναπτυχθούν τόσο κεντρικά όσο και αποκεντρωμένα συστήματα. Ενώ οι εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας προσφέρουν οικονομική αποδοτικότητα για τις αστικές περιοχές, οι κινητές μονάδες που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια μπορούν να εξυπηρετήσουν απομακρυσμένες κοινότητες και τουριστικά θέρετρα. Η αφαλάτωση είναι επίσης πολλά υποσχόμενη για τη χρήση της σε υφάλμυρες πηγές.
Συνιστάται η εκπόνηση μελέτης σκοπιμότητας για την αξιολόγηση των δυνατοτήτων επέκτασης του υφιστάμενου συστήματος αφαλάτωσης στην περιοχή του Ηρακλείου, ιδίως ως έκτακτη ανάγκη για μειωμένη παροχή από το φράγμα Αποσελέμη. Θα πρέπει να εντοπιστούν πρόσθετες κατάλληλες τοποθεσίες, ιδίως σε παράκτιες πόλεις και τουριστικά θέρετρα. Συνιστώνται πιλοτικά έργα με τη χρήση μικρών, αποκεντρωμένων μονάδων που τροφοδοτούνται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι αρχικές προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στη χρήση υφάλμυρων πηγών.
Στον αντίποδα, τονίζει ότι τα φράγματα έχουν συμβάλει, ιστορικά, στην ασφάλεια των υδάτων, ο ρόλος τους γίνεται όλο και πιο περιορισμένος. Η κλιματική αβεβαιότητα, το υψηλό κόστος κατασκευής, η μεγάλη διάρκεια ζωής και η ανελαστικότητα αποτελούν σημαντικά μειονεκτήματα.
Πολλά υφιστάμενα φράγματα δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν πολυετείς ξηρασίες, οδηγώντας σε αυστηρότερα κριτήρια κατανομής και μειωμένη διαθεσιμότητα για τη γεωργία. Τα νέα φράγματα μπορούν να είναι βιώσιμα μόνο όταν εξυπηρετούν καλλιέργειες υψηλής αξίας ή θερμοκήπια.
Ανησυχία για το νέο αεροδρόμιο
Στο «κάδρο» της μελέτης μπαίνει το θέμα της αντιπλημμυρικής προστασίας του νέου αεροδρομίου, όπου τονίζεται ότι «υπάρχουν ανησυχίες ότι η διαχείριση των υδάτων μπορεί να μην έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς, ιδίως όσον αφορά την απορροή των ομβρίων υδάτων από το ίδιο το αεροδρόμιο και την επιφανειακή απορροή από τις γύρω περιοχές. Το αεροδρόμιο βρίσκεται κυρίως στο ανάντη τμήμα της λεκάνης απορροής του ποταμού Καρτερού.
Από τη μία πλευρά, η θέση αυτή μειώνει την ευπάθεια σε πλημμύρες από ανάντη πηγές. Το υφιστάμενο Σχέδιο Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας για την Κρήτη δεν κατατάσσει την περιοχή αυτή ως ζώνη κινδύνου πλημμύρας. Ωστόσο, η ορεινή περιοχή ανατολικά του αεροδρομίου εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική περιοχή λεκάνης απορροής (περίπου 25 km2 σε μέγεθος), με υψόμετρο που υπερβαίνει τα 1.500 μέτρα πάνω από τη μέση στάθμη της θάλασσας (ΜΣΘ).
Αντίθετα, το αεροδρόμιο βρίσκεται σε περίπου 350 μέτρα +ΜΣΘ σε μια σχετικά επίπεδη περιοχή. Ένας σημαντικός νέος παράγοντας είναι η εισαγωγή μιας μεγάλης αδιαπέραστης επιφάνειας, περίπου 6,5 km2, λόγω της ασφαλτοστρωμένης υποδομής του αεροδρομίου.
Η επιφάνεια αυτή εμποδίζει τη διήθηση και τη συγκράτηση της απορροής από τα ανατολικά βουνά και πρέπει επίσης να διαχειρίζεται τα όμβρια ύδατα που παράγονται στον χώρο του αεροδρομίου. Τα έντονα γεγονότα βροχόπτωσης θα μπορούσαν εύκολα να δημιουργήσουν αρκετά εκατομμύρια κυβικά μέτρα απορροής που απαιτούν ασφαλή διαχείριση.
Να περιοριστεί η χρήση του νερού για άρδευση από το φράγμα Αποσελέμη
Στη μελέτη τονίζεται ότι στην περιοχή του Ηρακλείου θα πρέπει να περιοριστεί η χρήση νερού από το φράγμα Αποσελέμη για άρδευση. Οποιαδήποτε παροχή στον αγροτικό τομέα θα πρέπει να ακολουθεί ένα αυστηρό πρωτόκολλο λειτουργίας του φράγματος. Θα πρέπει να καθοριστεί μια ασφαλής ελάχιστη στάθμη ταμιευτήρα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η εταιρεία ύδρευσης μπορεί να διαχειριστεί παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας.
Υπό το πρίσμα των εμπειριών της περιόδου 2023-2025 και των προηγούμενων ξηρασιών, συνιστάται η πλήρης απαγόρευση της άρδευσης από το φράγμα μέχρι να καθοριστούν τα κατάλληλα κριτήρια λειτουργίας. Απαιτείται ενδελεχής μελέτη για τον καθορισμό αυτών των κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Σε περιοχές με πτώση της στάθμης των υπόγειων υδάτων, η άντληση υπόγειων υδάτων για άρδευση
θα πρέπει να περιορίζεται. Όταν τα υπόγεια ύδατα χρησιμοποιούνται επίσης για την παροχή πόσιμου νερού, η άρδευση θα πρέπει να απαγορεύεται εάν η στάθμη των υπόγειων υδάτων συνεχίσει να μειώνεται ή εάν η αλατότητα αυξάνεται.
Χάρης Μαμουλάκης: «Η Κρήτη δεν μπορεί να κυβερνάται με δελτία καιρού – 7,5 χρόνια χαμένα για το νερό»
«Η διαχείριση των υδάτινων πόρων της Κρήτης εξελίσσεται σε ένα ακόμη μνημείο κυβερνητικής ανεπάρκειας. Και το χειρότερο; Πρόκειται για μια ανεπάρκεια που απειλεί ευθέως την παραγωγική, οικονομική και κοινωνική επιβίωση του νησιού. Η Κυβέρνηση, ύστερα από χρόνια αδράνειας, ανέθεσε τον Ιούλιο του 2024 στην ολλανδική HVA την εκπόνηση ενός στρατηγικού σχεδίου.
Δύο χρόνια αργότερα, το πολυδιαφημισμένο εγχείρημα κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα κακόγουστο ανέκδοτο: γενικές αρχές, θεσμικές αναδιαρθρώσεις και διαπιστώσεις, χωρίς να έχει παρουσιαστεί ένα δεσμευτικό, κοστολογημένο και χρηματοδοτημένο πρόγραμμα υλοποίησης».
Αυτό τονίζει με δηλώσεις του στην «Π» ο ανεξάρτητος βουλευτής Χ. Μαμουλάκης, ο οποίος παράλληλα σημειώνει ότι «σαν να μην έφτανε αυτό, η μελέτη που παραδόθηκε στα τέλη του 2025 παρέμεινε επί μήνες μακριά από τη δημόσια λογοδοσία. Χρειάστηκαν επανειλημμένες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις μας ακόμη και για την αυτονόητη κοινοποίησή της.
Επτάμισι χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και η Κρήτη εξακολουθεί να σχεδιάζει το υδατικό της μέλλον, κοιτάζοντας τον “ουρανό”.
Αντί για ολοκληρωμένη πολιτική διαχείρισης, παρακολουθούμε τα δελτία καιρού. Αντί για έργα, ακούμε εξαγγελίες. Αντί για χρονοδιαγράμματα, εισπράττουμε υποσχέσεις. Μέχρι σήμερα, οι ευνοϊκές συγκυρίες και οι βροχοπτώσεις όπου σημειώθηκαν απέτρεψαν ακόμη δυσμενέστερες εξελίξεις.
Αλλά από πότε η τύχη αποτελεί κυβερνητική πολιτική; Και μέχρι πότε θα δοκιμάζουμε την αντοχή της Κρήτης; Απαιτείται άμεσα διαφανή δημόσια αξιολόγηση της μελέτης, συγκεκριμένα έργα αποθήκευσης και εξοικονόμησης νερού, εκσυγχρονισμό των δικτύων, εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, σαφείς αρμοδιότητες και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα.
Το νερό δεν είναι επικοινωνιακό αφήγημα για να κάνει επισκέψεις ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Κ. Χατζηδάκης, οπως συνέβη τον περασμένο Μάρτιο, στον Αλμυρό ποταμό και να γεμίζει με υλικό τα social media. Είναι δημόσιο αγαθό, προϋπόθεση ζωής και θεμέλιο της οικονομίας μας.
Η Κρήτη δεν κινδυνεύει μόνο από τη λειψυδρία. Κινδυνεύει και από τη «λειψυδρία» πολιτικής, σχεδιασμού και ευθύνης. Και γι’ αυτήν, η Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται την κλιματική αλλαγή. Έχει ονοματεπώνυμο και πολιτική ευθύνη».
