«Το μόνο που θέλω είναι να μην τον ξαναδώ στο δρόμο μου. Αυτός ο άνθρωπος έχει προδιαγράψει μόνος του το μέλλον του». Με αυτά τα λίγα και σταράτα λόγια παθούσα εξέφρασε χθες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης όπου δικάζεται η υπόθεση με τις εκβιάσεις και τις τοκογλυφίες, την αποστροφή της για βασικό κατηγορούμενο, ο οποίος φέρεται να έκανε τη ζωή της εφιάλτη. Λόγω προβλήματος ρευστότητας που αντιμετώπιζε η επιχείρηση της ζήτησε, αρχές του 2020, ένα δάνειο 10.000 ευρώ, με μηνιαίο τόκο 1500 ευρώ! Τα πράγματα ήρθαν έτσι και τελικά χρειάστηκε να δανειστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα ποσό 60.000 ευρώ με τον μηνιαίο τόκο να ανέρχεται σε 6.500 ευρώ!
Μέχρι τον Ιούνιο του 2022 η παθούσα κατέβαλε, όπως αναφέρεται, μόνο σε τόκους 150.000 ευρώ, ενώ το αρχικό κεφάλαιο των 60.000 ευρώ παρέμενε ανεξόφλητο.
Κάποιοι από τους μάρτυρες εμφανίστηκαν στο δικαστήριο και κατέθεσαν ότι είχαν δεχθεί πιέσεις και απειλές, άλλοι πάλι διαφοροποιήθηκαν σε σχέση με όσα είχαν καταγγείλει προανακριτικά, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε είχαν δεχθεί εκβιασμό και απειλές και προφανώς τα λεγόμενα τους αποτυπώθηκαν διαφορετικά από τους αστυνομικούς στις καταθέσεις τους. Ήταν τέτοια η απόκλιση των λεγομένων τους σε σχέση με όσα είχαν καταγγείλει προανακριτικά που από έδρας υπήρξε ενόχληση. «Πείτε μας ότι φοβάστε και εμείς θα το αξιολογήσουμε» είπε με αυστηρό ύφος δικαστής.
Μεγάλο ενδιαφέρον είχε η κατάθεση Ηρακλειώτη που λόγω οικονομικής αδυναμίας αλλά και εθισμού του στον τζόγο, κατέφυγε σε τοκογλυφικό δανεισμό. Ανέφερε ότι σταδιακά δανείστηκε ένα ποσό μεταξύ 100.000-150.000 και επέστρεψε τουλάχιστον τα τετραπλάσια χρήματα.
Ο μάρτυρας, ο οποίος ασχολείται με τον τουριστικό τομέα, σήμερα ετοιμάζεται να πουλήσει ακόμα και το γραφείο της επιχείρησης του για βιοποριστικούς λόγους, όπως εκμυστηρεύθηκε στο δικαστήριο.
Είχε φθάσει στο σημείο να πιέζει τον πατέρα του να εκποιήσει όλη την περιουσία τους. Έμειναν στον άσο. Το τελευταίο περιουσιακό τους στοιχείο ήταν το ξενοδοχείο που πούλησαν.
Όπως είπε, στην αρχή επειδή ήταν συνεπής, δεν υπήρξε καμία πίεση από μέρους του κατηγορουμένου. Όταν όμως κατέρρευσε παντελώς και αδυνατούσε να πληρώσει, ο 47χρονος έγινε φορτικός, με καθημερινά τηλεφωνήματα.
«Προφανώς και φοβάμαι πολύ» είπε χθες στο δικαστήριο. Η δίκη συνεχίζεται σήμερα.
