«Καταπέλτης» κατά της χωροθέτησης και λειτουργίας δανειοθαλάμου στην περιοχή «Φουσκιές» στον Μοχό είναι η Τεχνική Υπηρεσία του ΕΣΔΑΚ, που ζητά ευθέως να μην εγκριθεί η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου και να εξεταστεί εναλλακτική επιλογή.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόσταση του δανειοθαλάμου από τον ΧΥΤΑ απέχει μόλις 600 μέτρα και το γεγονός ότι η λειτουργία του προβλέπει ανατινάξεις και δονήσεις εγείρει τεράστιους κινδύνους σε σχέση με την υποδομή της μονάδας διαχείρισης των απορριμμάτων, καθώς ελλοχεύουν ο κίνδυνος διαφυγής ρύπων προς υπόγειους υδροφορείς και επικίνδυνα φαινόμενα από διατάραξη σωληνώσεων βιοαερίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε σχέση με το περιβαλλοντικό κόστος που προκύπτει.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Π», η Τεχνική Υπηρεσία του ΕΣΔΑΚ διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο δανειοθάλαμος αποτελεί απειλή για τον ΧΥΤΑ που λειτουργεί σε απόσταση 600 μ. στο υπόβαθρο των στεγανώσεων της γεωτεχνικής ευστάθειας της υποδομής, των υπόγειων νερών, των δικτύων βιοαερίου και την ασφαλή λειτουργία της εγκατάστασης.
Η αρνητική γνωμοδότηση που δίδεται συνοδεύεται από συγκροτημένη επιστημονική τεκμηρίωση, η οποία εστιάζει πρωτίστως στην προστασία κρίσιμης περιβαλλοντικής υποδομής διαχείρισης αποβλήτων και δεν εξαντλείται στις γενικότερες επιπτώσεις του δανειοθαλάμου στην περιοχή.
Μάλιστα όπως εξηγεί, «η μονάδα διαχείρισης των απορριμμάτων αποτελεί σύνθετη εγκατάσταση με κύτταρα ταφής, δίκτυα συλλογής στραγγισμάτων και ομβρίων, εγκαταστάσεις επεξεργασίας υγρών αποβλήτων, δίκτυο απαγωγής και καύσης βιοαερίου και σύστημα παρακολούθησης υπόγειων υδάτων. Η ισχύουσα ΑΕΠΟ προβλέπει επίσης νέο 3ο κύτταρο ταφής και αναβάθμιση της ΜΕΣ, δηλαδή έργα των οποίων η τεχνική ακεραιότητα και η απρόσκοπτη λειτουργία πρέπει
να διασφαλίζονται σε όλο τον κύκλο ζωής τους. Από τα στοιχεία της ΜΠΕ, προκύπτει ότι ο προτεινόμενος δανειοθάλαμος έχει συνολική έκταση περίπου 61,1 στρεμμάτων, με επιφάνεια εκμετάλλευσης περίπου 29,4 στρεμμάτων. Προβλέπεται υπαίθρια εκμετάλλευση ασβεστολίθου με διαδοχικές βαθμίδες, διάτρηση και ανατινάξεις, φόρτωση, μεταφορά και κινητή μονάδα θραύσης/κοσκίνισης.
Η πρόσβαση περιγράφεται μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου έως τον ΧΥΤΑ Χερσονήσου και στη συνέχεια μέσω χωματόδρομου περίπου 750 μ. Η λειτουργία εκτιμάται σε 2,4-2,7 έτη. Είναι σαφές ότι οι εκρήξεις και οι δονήσεις δύνανται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην παρακείμενη χρήση του ΧΥΤΑ, με πιθανές διαταράξεις των στεγανώσεων, κίνδυνο διαφυγής ρύπων προς υπόγειους υδροφορείς και επικίνδυνα φαινόμενα από διατάραξη σωληνώσεων βιοαερίου.
Η απόσταση του ΧΥΤΑ από τον προτεινόμενο δανειοθάλαμο ανέρχεται σε 600 μέτρα περίπου και πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν πριν από οποιαδήποτε αδειοδοτική κρίση».
Στις ειδικές αντιρρήσεις της Τεχνικής Υπηρεσίας του ΕΣΔΑΚ, τεκμηριώνεται ότι «η λειτουργία του δανειοθαλάμου βασίζεται σε επαναλαμβανόμενες ανατινάξεις. Η ΟΕΔΑ, αντιθέτως, περιλαμβάνει τεχνικά συστήματα που απαιτούν ελεγχόμενες παραμορφώσεις και διατήρηση της ακεραιότητάς τους: γεωσυνθετικές, στεγανωτικές και αποστραγγιστικές στρώσεις, τάφρους αγκύρωσης, πρανή, αναχώματα και δίκτυα συλλογής στραγγισμάτων.
Η ΑΕΠΟ απαιτεί οι γεωσυνθετικές στρώσεις να αγκυρώνονται και να εξασφαλίζεται συντελεστής ασφαλείας έναντι ολίσθησης, ενώ παραπέμπει ρητά σε γεωλογικές, γεωτεχνικές και μελέτες ευστάθειας πυθμένα, πρανών και αναχωμάτων.
Η τεχνική αυτή ασυμβατότητα πρέπει να εξεταστεί με βάση τον μηχανισμό πιθανής αστοχίας και όχι μόνο με βάση την απόσταση των δύο δραστηριοτήτων. Η δόνηση από ανατίναξη μεταδίδεται στο γεωλογικό υπόβαθρο ως δυναμική φόρτιση και μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετικό τρόπο σε φυσικό βράχο, σε επιχώματα, σε αναχώματα κυττάρων, σε διεπιφάνειες γεωσυνθετικών και σε θαμμένους αγωγούς.
Για τον ΧΥΤΑ κρίσιμο δεν είναι μόνο αν θα προκύψει άμεση ορατή βλάβη, αλλά και αν επαναλαμβανόμενες φορτίσεις μπορούν να προκαλέσουν μικρομετακινήσεις, διαφορικές καθιζήσεις, απώλεια συνάφειας μεταξύ στρώσεων ή καταπόνηση συγκολλήσεων και αγκυρώσεων. Επομένως, η τεκμηρίωση πρέπει να αφορά ειδικά τις πραγματικές κατασκευές της ΟΕΔΑ και όχι γενικά όρια δονήσεων που έχουν τεθεί για συνήθη κτήρια ή κατοικίες.
Κατά συνέπεια, η αδειοδότηση μιας νέας πηγής δυναμικών φορτίσεων σε άμεση γειτνίαση δεν μπορεί να στηρίζεται σε γενική εκτίμηση περί αποδεκτών δονήσεων. Απαιτείται ειδική γεωτεχνική και δυναμική μελέτη αλληλεπίδρασης των ανατινάξεων με το σύνολο της ΟΕΔΑ, με υπολογισμό μέγιστης ταχύτητας ταλάντωσης σωματιδίων (PPV), συχνοτικού περιεχομένου, επιτάχυνσης, πιθανών διαφορικών καθιζήσεων και επιπτώσεων σε γεωμεμβράνες, συγκολλήσεις, αγωγούς, φρεάτια, αναχώματα και πρανή. Τέτοια ειδική τεκμηρίωση δεν προκύπτει από το υλικό που τέθηκε υπόψη του ΕΣΔΑΚ».
Κίνδυνος για τα στραγγίσματα, τα υπόγεια και τα επιφανειακά ύδατα
Κρίσιμο κεφάλαιο για την Τεχνική Υπηρεσία του ΕΣΔΑΚ είναι ότι «η αξιολόγηση του δανειοθαλάμου πρέπει να εξετάσει σενάρια τοπικής βλάβης και όχι μόνο γενική λειτουργική επάρκεια του ΧΥΤΑ. Ιδίως σε περιβάλλον όπου η ίδια η περιβαλλοντική αδειοδότηση έχει επιβάλει αυξημένη παρακολούθηση των υπόγειων υδάτων, η αρχή της πρόληψης επιβάλλει να αποκλειστεί τεχνικά η δημιουργία νέου παράγοντα που θα μπορούσε να αυξήσει την πιθανότητα διαρροής ή να δυσχεράνει τον έγκαιρο εντοπισμό της. Η ιδιαίτερη σημασία της προστασίας των υπογείων υδάτων στην περιοχή δεν αποτελεί γενική ή θεωρητική παραδοχή.
Στην ΑΕΠΟ του 2023 καταγράφεται ότι, κατόπιν οδηγιών της Διεύθυνσης Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, υποβλήθηκε οριστική και συμπληρωμένη Μελέτη Τρωτότητας για την περιοχή του έργου. Η μελέτη καταλήγει ότι πέριξ του ΧΥΤΑ η τρωτότητα των εδαφών κυμαίνεται από μέτρια έως υψηλή και συνδέει την ασφαλή λειτουργία του έργου με αυξημένα μέτρα στεγάνωσης και σχολαστική παρακολούθηση του υπόγειου και επιφανειακού υδατικού περιβάλλοντος.
Κίνδυνος για τον Αποσελέμη
Η ίδια Μελέτη Τρωτότητας λαμβάνει ρητά υπόψη, μεταξύ των παραγόντων επικινδυνότητας, τα τεχνητά έργα απορροής μεγάλης κλίμακας και αναφέρει ως κυριότερο τέτοιο έργο στην ευρύτερη περιοχή το φράγμα Αποσελέμη. Παράλληλα, διαπιστώνει ότι η θέση του ΧΥΤΑ και η άμεσα περιβάλλουσα περιοχή εμφανίζουν μέτρια έως υψηλή τρωτότητα και ότι, σε περίπτωση διαρροής στραγγισμάτων, αυτά δύνανται σε μικρό χρονικό διάστημα να φθάσουν στα υποκείμενα υδροφόρα στρώματα.
Τα δεδομένα αυτά επιβάλλουν αυξημένη προληπτική προστασία της στεγάνωσης και του υδρογεωλογικού συστήματος έναντι κάθε νέας εξωγενούς δυναμικής καταπόνησης, όπως οι επαναλαμβανόμενες ανατινάξεις. Η σημασία του συμπεράσματος αυτού εντείνεται από τη γεωλογική εικόνα που περιγράφεται στη Μελέτη Τρωτότητας: στην περιοχή και στην ευρύτερη ζώνη απαντώνται καρστικοί σχηματισμοί και ρήγματα.
Σε τέτοιο περιβάλλον, η κίνηση του νερού και ενδεχόμενων ρύπων δεν είναι ορθό να προσεγγίζεται ως ομοιόμορφη και βραδεία διήθηση μέσα από ένα ομογενές έδαφος. Η ύπαρξη ρωγμών, ασυνεχειών και καρστικών αγωγών αποτελεί τον λόγο για τον οποίο η προστασία της στεγάνωσης, η έγκαιρη ανίχνευση και η γνώση της υδρογεωλογικής συμπεριφοράς έχουν αυξημένη σημασία.
Συνεπώς, οποιαδήποτε νέα δραστηριότητα που μεταβάλλει το βραχώδες ανάγλυφο ή εισάγει επαναλαμβανόμενες ανατινάξεις πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με το συγκεκριμένο υδρογεωλογικό μοντέλο της περιοχής.
Απειλή για τις εγκαταστάσεις βιοαερίου
Ο ΧΥΤΑ διαθέτει δίκτυο απαγωγής βιοαερίου και πυρσό καύσης. Για το νέο κύτταρο, η ΑΕΠΟ προβλέπει κάθετα φρεάτια, οριζόντιους/κάθετους αγωγούς, συλλογή συμπυκνωμάτων και ελεγχόμενη καύση, ενώ θέτει απαιτήσεις αντιεκρηκτικής προστασίας και παρακολούθησης πιθανής μετανάστευσης βιοαερίου περιμετρικά των κυττάρων.
Πρόκειται, επομένως, για εγκατάσταση στην οποία η μηχανική ακεραιότητα σωληνώσεων και συνδέσεων αποτελεί ζήτημα ασφάλειας και όχι απλώς λειτουργικής άνεσης. Το βιοαέριο διαφοροποιεί ουσιωδώς τον ΧΥΤΑ από μια συνήθη τεχνική εγκατάσταση. Η ασφάλεια εξαρτάται από τη συνέχεια των φρεατίων και αγωγών, τη διατήρηση ελεγχόμενης υποπίεσης/απαγωγής και την αποφυγή ανεξέλεγκτης μετανάστευσης αερίου.
Η ΑΕΠΟ απαιτεί περιμετρικούς ελέγχους και αντιεκρηκτικού τύπου ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το ενδεχόμενο διαφυγής ή συγκέντρωσης αερίου αντιμετωπίζεται ως ειδικός κίνδυνος λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό, πριν από οποιαδήποτε ανατίναξη απαιτείται τεκμηρίωση όχι μόνο της δομικής αντοχής των αγωγών, αλλά και της διατήρησης της λειτουργικής στεγανότητας των συνδέσεων, των φρεατίων και των σημείων συλλογής συμπυκνωμάτων».
ΚΚΕ: «Όχι» στο λατομείο στις «Φουσκιές» Μοχού
Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η ενημερωτική συνάντηση που οργάνωσε στις Ποταμιές η Επιτροπή Αγώνα, που έχει συγκροτηθεί κατά του λατομείου που σχεδιάζεται να γίνει στον Μοχό, στη διάρκεια της οποίας έγιναν παρεμβάσεις και από στελέχη του ΚΚΕ, με επικεφαλής τον βουλευτή Ηρακλείου του ΚΚΕ, Μανώλη Συντυχάκη, το στέλεχος του ΚΚΕ και επικεφαλής της Λαϊκής Συσπείρωσης Χερσονήσου, Γιώργο Παρθενιώτη, και τη Σούλα Φανιουδάκη, μέλος του Γραφείου της ΤΕ Ηρακλείου του κόμματος.
Ο Μανώλης Συντυχάκης, στην παρέμβασή του, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «η δημιουργία λατομείου στην περιοχή του Μοχού, προφανώς και θα επιφέρει συνέπειες στο περιβάλλον και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων όχι μόνο στον Μοχό, αλλά και στις όμορες περιοχές, όπως εδώ στις Ποταμιές, στη Χερσόνησο κ.λπ. Και έρχεται να προστεθεί σε μία περιοχή ήδη επιβαρυμένη. Σε μία περιοχή που έχει υποστεί βιασμό μπροστά στο όνομα της ανάπτυξης.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ανάπτυξη της περιοχής, θα πρέπει να δούμε τι έγινε τελικά με την αγροτική οικονομία, ποια είναι η σημερινή κατάσταση των αγροτών και των κτηνοτρόφων μας, γιατί ερημώνει η ύπαιθρος και ποια κίνητρα έχουν δώσει στους παραγωγούς. Ή να θίξουμε και το ζήτημα του ΒΟΑΚ, ο οποίος μετατρέπεται από ευχή σε κατάρα, καθώς η ταλαιπωρία που βιώνουμε τώρα δεν είναι τίποτα μπροστά σε όσα θα ζήσουμε στο διηνεκές.
Διότι ο ΒΟΑΚ δεν αποτελεί ένα δημόσιο έργο που κατασκευάζεται αποκλειστικά από το κράτος προς όφελος του λαού, αλλά έναν ιδιωτικό αυτοκινητόδρομο με διόδια που θα κληθεί να πληρώσει ο λαός. Όπως συνέβη και με το αεροδρόμιο. Ως ΚΚΕ είχαμε διαφωνήσει ευθέως, όχι επειδή δεν πρέπει να υπάρχει αεροδρόμιο, αλλά επειδή δεν μπορείς να προχωράς αβίαστα στην κατασκευή ενός έργου χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και την καταστροφή μιας δυναμικά παραγωγικής περιοχής».
Ο Γιώργος Παρθενιώτης, αντίστοιχα, τόνισε ότι «το συμπέρασμα κατά τη γνώμη μας είναι ότι όσο εξελίσσονται ο ΒΟΑΚ, το αεροδρόμιο και οι διάφορες υποδομές, οι οποίες προφανώς είναι αναγκαίες, δεν μπαίνει ποτέ στο ζύγι η κατάσταση και τα συμφέροντα των κατοίκων της περιοχής, τόσο των μόνιμων όσο και εκείνων που βιοπορίζονται από άλλες δραστηριότητες. Το συμφέρον των κατοίκων θα ληφθεί υπόψη μόνο υπό έναν όρο.
Αυτόν της μαζικής συμμετοχής του κόσμου στη διαμαρτυρία και τον εξαναγκασμό των αρμοδίων να μην κωφεύουν. Στην προηγούμενη περίπτωση της Ανώπολης, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης παρέβλεψε τις παρατηρήσεις της Περιφέρειας στην Επιτροπή Περιβάλλοντος και έδωσε πλειοψηφικά το “πράσινο φως”.
Ωστόσο, αυτό που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αγνοήσουν, όσο κι αν το θέλουν, είναι η ομόνοια και η συσπείρωση των πληττόμενων χωριών γύρω από την Επιτροπή Αγώνα. Μια κοινότητα που κινητοποιεί τον κόσμο, εκφράζει τη διαμαρτυρία της και απαιτεί να ακουστεί η φωνή της, δημιουργεί μια δύναμη που δεν προσπερνιέται εύκολα».
