Διακοπές στο νησί που ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά

Δεν είμαι ακριβώς ο τύπος της Γαύδου, ή έτσι νόμιζα, μέχρι που πήγα χάρη στο σκύλο μου που ήταν παντού ευπρόσδεκτος .
Έτσι άρχισα να παίρνω το καραβάκι από τα Σφακιά, ξανά και ξανά, για να «βουτήξω» στην πρωτόγονη χαρά που σου προσφέρει η εξωτική γωνιά ενός αυθεντικού παράδεισου.

Εκεί που ηρεμείς από όλους και από όλα και από τις πρώτες στιγμές παύεις να σκέφτεσαι «τι μέρα είναι ,τι ώρα είναι και ποια χρονιά.»

Οι περισσότεροι φίλοι μου, ούτε να την ακούσουν. Η προκατάληψη, βλέπετε.

«Εσείς χάνετε» τους έλεγα και σκεφτόμουν «καλύτερα έτσι δεν χρειάζεται πολύς κόσμος, θα αλλοιώσει αυτή την αυθεντική ομορφιά!»

Μέρος του σκηνικού ήταν οι γυμνιστές στο Σαρακήνικο που δεν σε ενοχλούσαν και δεν τους ενοχλούσες, οι σκηνές κάτω από τα αλμυρίκια, τα παιδιά με τα ράστα που πουλούσαν παρεό, ο καυτός ήλιος, οι παγωμένες μπύρες.

Και το τιρκουάζ μιας θάλασσας που λάμπει ανάμεσα στους κέδρους.

Έχω καιρό να πάω στο νησί που ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά και αναρωτιέμαι πόσο έχει αλλάξει με τη νέα λογική του «νόμος και τάξη.»

Προσωπικά, την βρίσκω τελείως περιττή

Στην Γαύδο πάντα ένιωθα ότι όλοι είναι ίσοι, διακριτικοί, σέβονται ο ένας τον άλλο και το φυσικό τοπίο το φροντίζουν και το προστατεύουν.

Δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι «παιδιά των λουλουδιών» ο κάθε ένας κάνει ότι τον ευχαριστεί, ντυμένος ή γυμνός και μοιραζόμαστε όλοι ένα κομμάτι του παραδείσου, δίνοντας ραντεβού για το επόμενο καλοκαίρι.

Αυτή είναι η γνήσια ευτυχία που σου προσφέρει η Γαύδος και την έχουν αισθανθεί όλοι όσοι έχουν κάνει διακοπές εκεί.

Πριν κάποια χρόνια τo Lifo ζήτησε από τους συντάκτες του να γράψουν ένα κείμενο με τις αναμνήσεις τους, από τις διακοπές που τους έμειναν αξέχαστες.

Το κομμάτι της Αργυρώς Μποζώνη που με έκανε και γέλασα, ήταν το καλύτερο!

Ακριβώς έτσι είναι η Γαύδος και αλήθεια αυτό δεν πρέπει να χαθεί..!

«Τη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων αποφάσισα να κάνω διακοπές-ενδοσκόπηση στη Γαύδο. Βέβαια, για να πας στη Γαύδο χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις που δεν διέθετα: εξοπλισμός και φιλική σχέση με τη φύση. Με τον εξοπλισμό μετά από μεγάλη έρευνα τα κατάφερα τόσο καλά όσο και η Γιούνκο Ταμπέι, η πρώτη γυναίκα που κατέκτησε το Έβερεστ, και αφού πλήρωσα περίπου όσο ένα εισιτήριο για Νέα Υόρκη. Αλλά τα είχα όλα. Φόρτωσα, έφτασα Χανιά, κοιμήθηκα άθλια πάνω από ένα ελληνάδικο και με το υπερήφανο UNO μου έφτασα στα Σφακιά.

Ο παράδεισος ήταν ακριβώς απέναντι. Όταν πάρκαρα στο μικρό λιμανάκι, δεν υπήρχε τίποτε ανησυχητικό στον ορίζοντα. Μετέφερα προσεκτικά τις αποσκευές μου και περίμενα με περίπου άλλους είκοσι με ράστα μαλλί το «Σέλινο», το πλοιάριο της γραμμής. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να καταλάβω πώς μου συνέβη να με ψάξει –εμένα, με το λακόστ φουστανάκι– η Δίωξη Ναρκωτικών και να μου κάνει τα τακτοποιημένα μου πράγματα μπουρδέλο, συν ο σκύλος που με γέμισε σάλια χαράς. Τέλος πάντων, φτάνω Γαύδο.

Μπαίνουμε σε ένα γκαζοζέν, ανάμνηση λεωφορείων της Μπογκοτά. Ντούκου- ντούκου, φτάνουμε στην κορφή του Αϊ- Γιάννη. Όλοι χαρούμενοι, ξεφορτώνουν, τελευταία εγώ με τις ΕΠΤΑ αποσκευές μου. Την ώρα που ξεκίνησε το λεωφορείο και είδα τρεις νεαρούς στην ταβέρνα που άκουγαν από ένα κασετόφωνο Διονυσίου να με κοιτάζουν κάπως, κατάλαβα ότι πρέπει να είχα κάνει κάποιο κρίσιμο λάθος, αλλά δεν είχα ανακαλύψει ακόμα τι μπορεί να ήταν. Θαρρετά πηγαίνω στο καφενείο, στη Σοφία, για να ρωτήσω πού ακριβώς βρίσκεται η παραλία.

Μου δείχνει αριστερά, βλέπω μια κατηφόρα, οk. Αλλά πριν ξεκινήσω με ενθουσιασμό, μου εξηγεί ότι δεν είναι ακριβώς αυτή παραλία, αλλά η επόμενη μετά το βραχώδες βουνό. Περίφημα. Το όνειρό μου το οποίο συμπεριλαμβάνει αιώρες, ντουζιέρες, τέντες και όλους τους τόμους του Χομπσμπάουμ καταρρέει αυτομάτως. Αλλά δεν γίνεται να μη συνεχίσω. Έχω 12 μέρες μπροστά μου κι έχω αποφασίσει να εκτελέσω το πρόγραμμα όπως κάτι αθλητές που στο τέλος πέφτουν νεκροί από την προσπάθεια.

Ξεφορτώνομαι τα μισά στο καφενείο –πάντα θυμάμαι τους ανθρώπους αυτούς με αληθινή ευγνωμοσύνη– και αρχίζω κατάβαση, ορειβασία, μέχρι που φτάνω στην πολυπόθητη παραλία. Αμμόλοφοι. Αέρας. 35 βαθμοί. Ο ήλιος ντάλα. Ψυχή ζώσα τριγύρω. Έχετε δει κάτι χάσκι που σέρνουν τα έλκηθρα στο χιόνι; Φανταστείτε τη σκηνή με χάσκι εμένα στην άμμο να σούρνω τα συμπράγκαλά μου. Μη με ρωτήσετε. Φυσικά με σανδάλια.

Εγκαύματα στα πατουσάκια. Αλλά βρήκα θέση για τη σκηνή μου πρώτη μούρη στο καβούρι. Παραλία. Μεγάλη επιτυχία. Και δεν αναρωτήθηκα γιατί όλοι οι άλλοι ΔΕΝ είναι τόσο παραλιακά. Γιατί φυσάει, κούκλα μου. Κι εκεί φυσούσε επί δώδεκα μέρες συνεχώς. Που σημαίνει ότι κάθε μέρα ιδροκοπούσα να στήσω τη σκηνή που γκρεμιζόταν κάθε νύχτα και ξυπνούσα μέσα στους μουσαμάδες. Σε άλλα νέα, κάθε μέρα έκανα άπειρα χιλιόμετρα πάνω-κάτω στην κορφή, στο καφενείο για να πάρω νερό, και να πάω τουαλέτα, κυρίως αυτό.

Με αυτή την πραγματικότητα, «σκάβε λάκκους», δεν συμφιλιώθηκα ποτέ και ούτε πρόκειται. Οι παλιοί εκεί και ψημένοι στην κατάσταση μού έριχναν βλέμματα συμπάθειας, χαμόγελα λύπης και με κάλεσαν και μερικές φορές να φάω ρύζι στα τηγανάκια που είχαν θάψει στην άμμο από την προηγούμενη χρονιά. Αυτό το ρύζι ακόμα να το χωνέψω. Όταν είδαν πόσο τεράστιο ούφο είμαι με συμπάθησαν, ειδικά όταν με άκουγαν το βράδυ να τραγουδάω μόνη μου με το τρανζίστορ παγκοσμίου λήψεως (είχα και από αυτό φυσικά – πώς λέτε να γέμισα 7 αποσκευές;) αραβικά τραγούδια, γιατί μάλλον κάτι σαν Λιβύη έπιανε μόνο. Φυσικά, όλα τα άλλα κύλησαν ρολόι.

Σαπούνια θαλάσσης, πλύσιμο παρεό με απορρυπαντικό θαλάσσης, όλα τέλεια. Από τον αέρα δεν έκανα ένα μπάνιο της προκοπής. Τις νύχτες ένας χαμηλός ουρανός να πιάσεις τα’ αστέρια που δε τον ξανάδα ποτέ. Ένα μικρό αλλεργικό σοκ από τσίμπημα κι ένας κτηνίατρος (άλλος γιατρός δεν υπήρχε) που ίδρωσα να τον πείσω ότι δεν κάνω ναρκωτικά. Το κινητό που δεν έπιανε και άλλες μικρές ευτυχίες. Ο Χομπσμπάουμ που τον τελείωσα και άφησα τα βιβλία (όχι θαμμένα στην άμμο) στο καφενείο για τους επόμενους επίδοξους φιλόσοφους.

Η αιώρα που δεν άνοιξε ποτέ. Επέστρεψα πασιχαρής και επτά κιλά πιο αδύνατη στην Αθήνα τη νύχτα που έπιασαν τον άνεμο Κεντέρη και τη θύελλα Θάνου. Η Γαύδος μου φάνηκε ξαφνικά παράδεισος. Μέχρι σήμερα κανένας δεν κατάλαβε γιατί αποφάσισα να πάω στη Γαύδο. Εδώ που τα λέμε, ούτε εγώ. Θα ξαναπήγαινα αν ήμουνα είκοσι χρονών, ερωτευμένη και μπορούσα να κάνω 4 χιλιόμετρα, για πλάκα, για να πάω να κάνω τσίσα μου.»