Δεν είναι μόνο τα μάρμαρα του Παρθενώνα – Εκθέματα και από Κνωσό που έφτασαν με «περίεργους» τρόπους στο Βρετανικό Μουσείο!

Στην καρδιά του Λονδίνου, στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου, η Κρήτη «μιλά» μέσα από τα εκθέματά της. Από τη λάμψη του Μινωικού πολιτισμού μέχρι τα ίχνη της νεότερης ιστορίας του νησιού, η παρουσία τους προκαλεί θαυμασμό, αλλά και έντονο προβληματισμό για το πού ανήκει τελικά η πολιτιστική κληρονομιά.

Ο Μινωικός πολιτισμός, ένας από τους αρχαιότερους και πιο εξελιγμένους της Ευρώπης, εκπροσωπείται στο Βρετανικό Μουσείο μέσα από δεκάδες αντικείμενα υψηλής αισθητικής και ιστορικής αξίας. Αγγεία, σφραγιδόλιθοι, κοσμήματα και λατρευτικά σύμβολα, τμήματα μινωικών λουτρών, αγγεία και αγαλματίδια από το παλάτι της Κνωσού, ένα αγαλματίδιο που απεικονίζει ταυροκαθάψια, αφηγούνται την ιστορία ενός πολιτισμού που άνθισε χιλιάδες χρόνια πριν.

Η νεότερη ιστορία της Κρήτης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα δεν παρουσιάζεται στο Βρετανικό Μουσείο, ωστόσο, σε μια γωνιά, σε μια προθήκη από την περίοδο της Αναγέννησης, αρκετά χρόνια δηλαδή πίσω, δεσπόζουν μια σειρά από εκκλησιαστικές εικόνες, που προέρχονται, όπως αναφέρει και ο πίνακας με τις πληροφορίες, από τον ιστορικό Χάνδακα που γέννησε τον μεγαλύτερο ζωγράφο όλων των εποχών, τον Δομίνικο  Θεοτοκόπουλο.

Πως έφτασαν στα χέρια των Άγγλων οι αρχαιολογικοί θησαυροί της Κρήτης;

Οι περισσότερες κρητικές αρχαιότητες έφυγαν από το νησί σε μια περίοδο όπου η Κρήτη βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Τον 19ο αιώνα, Ευρωπαίοι περιηγητές, διπλωμάτες και συλλέκτες αγόραζαν ή συγκέντρωναν αρχαιότητες, συχνά με άδειες από τις οθωμανικές αρχές.

Καθοριστικό ρόλο ωστόσο έπαιξε ο Βρετανός αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς, ο οποίος ξεκίνησε τις ανασκαφές στην Κνωσό στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο Εβανς αγόρασε την περιοχή της Κνωσού πριν την απελευθέρωση της Κρήτης, έλαβε άδειες ανασκαφής και μετέφερε ορισμένα ευρήματα στο εξωτερικό για μελέτη.

Αν και τα σημαντικότερα ευρήματα παρέμειναν στην Κρήτη (και εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου), μικρότερα αντικείμενα και δείγματα κατέληξαν σε συλλογές του εξωτερικού και από εκεί στο Βρετανικό Μουσείο.

Παράλληλα, το Βρετανικό Μουσείο εμπλούτισε τις συλλογές του μέσω δωρεών ιδιωτών, μέσω αγορών από διεθνείς αγορές τέχνης και μέσω μεταφοράς αντικειμένων από άλλες συλλογές.

Οι κρητικές αρχαιότητες που βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο δεν «έφυγαν» με έναν μόνο τρόπο. Αντίθετα, πρόκειται για ένα μωσαϊκό διαδρομών… από νόμιμες αγορές και άδειες της εποχής, μέχρι πρακτικές που σήμερα θα θεωρούνταν αμφισβητήσιμες.

Πολιτιστική διπλωματία ή ιστορική εκκρεμότητα;

Το ζήτημα της παρουσίας ελληνικών αρχαιοτήτων στο εξωτερικό δεν είναι νέο. Στην περίπτωση του Βρετανικού Μουσείου, η συζήτηση αναζωπυρώνεται διαρκώς, με αιχμή του δόρατος τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Για την Κρήτη, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα:

–           Από τη μία, τα εκθέματα προβάλλουν διεθνώς τον πολιτισμό του νησιού

–           Από την άλλη, εγείρονται ερωτήματα για τον επαναπατρισμό τους

Σε μια εποχή που η πολιτιστική ταυτότητα αποκτά ξανά γεωπολιτική διάσταση, η τύχη αυτών των αντικειμένων δεν είναι απλώς μουσειακό ζήτημα.

Η Κρήτη στο Βρετανικό Μουσείο δεν είναι απλώς μια έκθεση. Είναι μια αφήγηση με κενά και αντιφάσεις. Και το ερώτημα παραμένει ανοιχτό… Ανήκει η ιστορία εκεί όπου εκτίθεται ή εκεί όπου γεννήθηκε;