Στο υψηλότερο σκαλί της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στον χώρο εργασίας κατατάσσεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας OSH Pulse 2025 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία.
Η απόσταση που χωρίζει τη χώρα μας από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους αποτυπώνει μια ζοφερή πραγματικότητα για το εγχώριο εργατικό δυναμικό.
Σχεδόν ένας στους δύο εργαζόμενους στην Ελλάδα (49%) αναφέρει ότι η εργασία τού έχει προκαλέσει ή επιδεινώσει σοβαρά προβλήματα, όπως στρες, άγχος και κατάθλιψη.
Η διαφορά με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι χαώδης, καθώς ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ε.Ε. περιορίζεται στο 29%, μια απόκλιση της τάξεως των 20 ποσοστιαίων μονάδων που φέρνει τη χώρα μας στη χειρότερη θέση της Ένωσης.
Παράλληλα, το εργασιακό περιβάλλον στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από εξαντλητικούς ρυθμούς.
Το 57% των Ελλήνων εργαζομένων πιέζεται από οξύ ελλειμματικό χρόνο και υπερβολικό όγκο δουλειάς, την ώρα που στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 44%.
Σε επίπεδο Ε.Ε., η συνολική κόπωση αγγίζει το 37%, υπογραμμίζοντας ότι η πιεστική καθημερινότητα είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο, αλλά με σημαντικά εντονότερη έξαρση στην ελληνική αγορά.
Πέρα από τα σωματικά και ψυχικά συμπτώματα, στην Ελλάδα παραμένει ισχυρό το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία.
Σχεδόν επτά στους δέκα εργαζόμενους (69%) δηλώνουν ότι διστάζουν ή φοβούνται να αποκαλύψουν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, θεωρώντας βέβαιο ότι μια τέτοια παραδοχή θα βλάψει ανεπανόρθωτα την επαγγελματική τους πορεία και καριέρα.
Στους παράγοντες που επιβαρύνουν περαιτέρω το κλίμα στις ελληνικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται η έλλειψη αυτονομίας, η ελλιπής επικοινωνία, η απουσία αναγνώρισης της προσπάθειας, καθώς και φαινόμενα παρενόχλησης και εκφοβισμού.
