Η προσωπική του εμπειρία ως πρώην επαγγελματίας αθλητής και συγκεκριμένα ποδοσφαιριστής ήταν η αφετηρία για την ενασχόλησή του με την αθλητική ψυχολογία και συνεχίζει να τροφοδοτεί το ενδιαφέρον του για τη σχέση μεταξύ ψυχικής υγείας, ευεξίας και αθλητικής απόδοσης.
Ο αθλητικός ψυχολόγος, Γιάννης Δολαψάκης, πιστεύει ότι «οι ομάδες που νικάνε είναι οι χαρούμενες ομάδες» και εξηγεί στην «Π» τι εννοεί.
Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η καλή ψυχολογία για την απόδοση ενός αθλητή;
– Στην Ελλάδα, νομίζω, χρησιμοποιούμε ορολογίες πολύ εύκολα, είτε από αμάθεια είτε γιατί ψάχνουμε εξιλαστήρια θύματα. Η «καλή» ή «κακή» ψυχολογία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κι όπως η σωματική και τακτική προετοιμασία είναι σημαντικές για την απόδοση, εξίσου είναι και η πνευματική. Αν ρωτήσετε ανθρώπους του αθλητισμού σίγουρα θα σας πουν για το πόσα «ταλέντα» χάθηκαν εξαιτίας πνευματικών λόγων.
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες διαφορές στην ψυχολογική υποστήριξη μεταξύ ερασιτεχνών και επαγγελματιών αθλητών υψηλού επιπέδου;
– Οι κύριες διαφορές είναι οργανωτικές, αν και στην Ελλάδα υπάρχει πολύ ερασιτεχνισμός και στον επαγγελματισμό αθλητισμό. Είναι διαφορετικό να έχεις να διαχειριστείς έναν αθλητή ή μια αθλήτρια που το κύριο μέλημα του/της είναι η βελτίωση της απόδοσης μιας και το status του/της έχει καλύψει τις βιοποριστικές του/της ανάγκες (και αυτοί/ες είναι η μειονότητα) και διαφορετικό να έχεις έναν αθλητή/τρια που κάνει 2ο μεροκάματο ή που πρέπει να πληρώσει από την τσέπη του/της για να αγωνιστεί. Εκεί διαφέρουν και οι διαστάσεις που θα πάρει μια εξω-αθλητική παράμετρος (προσωπική ζωή κ.ά) που για όλους τους αθλητές/τριες, όπως για όλους τους ανθρώπους, πάντα θα υπάρξει.
Πώς βοηθάει ο ψυχολόγος τον αθλητή στη διαχείριση του άγχους πριν από ένα σημαντικό αγώνα ή της απογοήτευσης μετά από ένα τραυματισμό που τον κρατάει εκτός αγώνων για μεγάλο διάστημα;
– Δεν θα αναλύσω τον τρόπο, αλλά θα σταθώ στην αξία του ρόλου. Όπως ο ιατρός και ο φυσιοθεραπευτής βοηθάνε την αποκατάσταση ενός «σωματικού ραγίσματος», έτσι και ο ψυχολόγος έχει εκπαιδευτεί (ελπίζω) στην αποκατάσταση ενός «ψυχικού ραγίσματος». Το άγχος και η απογοήτευση είναι μέρη της διαδικασίας, αρκεί να δούμε κατά πόσο μας εμποδίζουν να δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό. Ο τραυματισμός είναι μεγάλο κεφάλαιο, σημαντικό είναι να γνωρίζουν οι αθλητές/τριες ότι δεν χρειάζεται να το περνάνε μόνοι τους. Το λέω και σαν ψυχολόγος και σαν πρώην παίκτης που έχει βάλει πατερίτσες.
Με ποιον τρόπο γίνεται η διαχείριση της ήττας ή συνεχόμενων κακών επιδόσεων;
– Σίγουρα διαφέρει από προσωπικότητα σε προσωπικότητα, από ομάδα σε ομάδα αλλά και από άθλημα σε άθλημα. Βασικό ερώτημα είναι πόση αξία δίνουμε στην έννοια της «νίκης» και της «ήττας», αλλά και κατά πόσο αντιλαμβανόμαστε τη δεύτερη σαν πληροφορία για βελτίωση ή σαν επιβεβαίωση ότι «δεν αξίζουμε».
Τι κρατάει δεμένη και αποδοτική μια ομάδα και πώς πρέπει να αντιμετωπίζει την υπερβολική πίεση του προπονητή για καλές επιδόσεις;
– Δεμένη και αποδοτική θεωρητικά είναι μια ομάδα που η πίεση του προπονητή γίνεται με τον σωστό τρόπο. Κι είναι εξαιρετική ερώτηση γιατί στις δυναμικές των ομάδων αυτό που θα έλεγα ότι παίζει μεγάλο ρόλο είναι ο προπονητής. Και σημαντικό, όπως είδα στο Ted Lasso πρόσφατα (σ.σ σειρά), “winning teams are happy teams”, δηλαδή οι ομάδες που κερδίζουν είναι οι χαρούμενες ομάδες.
Πώς επηρεάζουν τα μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την ψυχολογία και την αυτοεκτίμηση των σύγχρονων αθλητών;
– Είναι μεγάλο ζήτημα και παίρνει και προεκτάσεις κλινικής φύσεως, καθώς φαίνεται να επηρεάζει και ζητήματα που σχετίζονται με τη διατροφική συμπεριφορά για παράδειγμα. Κι εδώ θα παρατηρήσουμε διαφορές ανά άθλημα και ανά επίπεδο, καθώς για παράδειγμα σε ένα δημοφιλές άθλημα σε υψηλό επίπεδο (π.χ. ποδόσφαιρο) υπάρχουν δεδομένα για αθλητές και αθλήτριες με αυξημένο άγχος ή καταθλιπτική διάθεση εξαιτίας της «κρητικής του πληκτρολογίου» που μπορεί να είναι αρκετά σκληρή. Ακόμη, οι αθλητές και οι αθλήτριες, όπως και όλοι μας πλέον, μπαίνουν σε μια εικονική, ψευδή πραγματικότητα που τους δημιουργεί μια πίεση για να φτάσουν ορισμένα standards, δίχως να αξιολογούν σωστά τη δική τους διαδρομή. Μπορεί να επηρεάζει την προετοιμασία του και την απόδοση τους, για παράδειγμα με τη διαταραχή του ύπνου τους, αλλά ακόμη και τη συνοχή των σύγχρονων ομάδων. Θέλει διαχείριση και επιλογή προτύπων, αν μου επιτρέπετε. Ο μεγαλύτερος μέσος αυτήν τη στιγμή στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν έχει social media, ωστόσο μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην εποχή που η αξία μας συνδέεται με τα likes κι οι φιλίες χτίζονται με τα follows.
Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι αθλητές σήμερα όσον αφορά στην ισορροπία μεταξύ προσωπικής και αθλητικής ζωής;
– Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι ακριβώς αυτή του να βρουν την κατάλληλη ισορροπία. Θέτοντας την ερώτηση σε μια κοινωνική βάση, μιλάμε για έναν αθλητικό κόσμο που σου λέει ότι αξίζεις μόνο αν πετύχεις, και για να πετύχεις πρέπει να θυσιάσεις τα πάντα, να… γκρεμίζεις τείχους και να προπονείσαι 36 ώρες τη μέρα. Και μια κοινωνική συλλογικότητα από την άλλη, που σε κρίνει αν είσαι μόνος/η, που ορίζει την καλοπέραση ως μεθύσια μέχρι το πρωί, και που, ειδικά αν είσαι στην Κρήτη, λίγο μετά το πτυχίο σε ρωτάει πότε θα κάνεις παιδιά. Υπάρχει απόσταση μεταξύ αυτών των δύο και η ισορροπία μπορεί να βρεθεί. Χρειάζεται θέληση, πλάνο και στιγμές «ανεμελιάς», ώστε οι θυσίες να είναι συνειδητές επιλογές.
Πώς βλέπετε την εξέλιξη της αθλητικής ψυχολογίας τα επόμενα χρόνια;
Όπως σε όλους τους τομείς, στην Ελλάδα είμαστε 20 χρόνια πίσω. Σε 20 χρόνια θα είμαι 45, οπότε είμαι αισιόδοξος. Αλλά είναι πιο ευρύ το ζήτημα, και παίρνει κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις. Ο αθλητισμός μας υστερεί σε κουλτούρα, γνώση και πλάνο. Το έζησα και σαν αθλητής, κι αν με ρωτούσατε τότε θα έλεγα φτιάξτε πρώτα τα γήπεδα, πληρώστε και εκπαιδεύστε τους προπονητές και μετά φέρτε μας και ψυχολόγο. Τώρα στηριζόμαστε στην ατομική ανοιχτή ματιά που έχει κάποιος και σε εξαιρέσεις στον κανόνα.
