Γ. Σαμιωτάκης: Η επιθετικότητα παιδιών  και εφήβων δεν είναι κατ’ ανάγκη επιλογή
Η επιθετικότητα παιδιών δεν ερμηνεύεται πάντα

«Θέλει και τα κάνει γιατί έτσι έχει μάθει» είναι μία φράση που συχνά αποδίδεται σε κάποιο παιδί ή έφηβο που εκδηλώνει επιθετικότητα. Ή αποκαλείται με ευκολία «αλητάκος» ένα παιδί που φαίνεται αγριεμένο, αντιδραστικό και σπάει πράγματα. Αυτό το «φαίνεται» ίσως είναι η μεγαλύτερη στερεοτυπική παγίδα για τον τρόπο προσέγγισης και διαχείρισης της επιθετικότητας ενός παιδιού. Παραπλανά πολλές φορές το «φαίνεται» καθώς θολώνει το «είναι». Η επιθετικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκη επιλογή.

Ο παιδοψυχίατρος Γιώργος Σαμιωτάκης
Πολλοί γονείς αντιδρούν όταν μαθαίνουν ότι το παιδί τους χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή

 

Ένα παιδί που ξεσπά δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι «έτσι γουστάρει». Πίσω από την επιθετικότητα μπορεί να κρύβονται άλλες καταστάσεις. Η επιθετικότητα μπορεί να έχει ψυχιατρικό ή ιατρικό υπόβαθρο και ας μη ΦΑΙΝΕΤΑΙ έτσι. Διόλου τυχαία ο έμπειρος παιδοψυχίατρος, Γιώργος Σαμιωτάκης, αποκαλεί «κλειδί» της όλης κατάστασης το «φαίνεται».

Σαφώς και υπάρχει κοινωνική διάσταση στην επιθετικότητα, αναμφίβολα είναι πολλοί οι παράγοντες που μπορεί να πυροδοτήσουν επιθετικότητα (ιδιοσυγκρασία, οικογενειακοί, οικονομικοί λόγοι, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση), όμως επιθετικότητα μπορεί να προκαλέσουν επίσης ψυχιατρικοί και ιατρικοί λόγοι, από τη σχιζοφρένεια και τα μανιακά επεισόδια μέχρι επιληπτικές καταστάσεις ή μικροτραυματισμοί στο κεφάλι. Το θέμα της επιθετικότητας παιδιών και εφήβων ήταν το αντικείμενο πρόσφατης ομιλίας του γνωστού παιδοψυχίατρου σε ένα ακροατήριο με περισσότερους από 40 σχολικούς ψυχολόγους απ’ όλη την Κρήτη.

Η βία και η επιθετικότητα στα σχολεία προβληματίζει, ανησυχεί και οι ειδικοί αγωνιούν για το πώς θα διαχειριστούν τέτοια περιστατικά και κυρίως που θα τα παραπέμψουν, δεδομένης της υποστελέχωσης των δημόσιων δομών υγείας. Ζητούν από τους σχολικούς ψυχολόγους με μαγικό τρόπο να παρέμβουν για να λύσουν το πρόβλημα της επιθετικότητας, όταν και οι ίδιοι είναι επί της ουσίας μόνοι τους, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει μία ομάδα ειδικών για την ολιστική διαχείριση αυτών των περιστατικών που δεν θα περιορίζεται μόνο στο παιδί, αλλά θα αφορά και στο οικογενειακό του περιβάλλον.

«Είναι σημαντικό να γνωρίζουν 1ον για να γίνει άμεσα η αποκατάσταση του ιατρικού λόγου, είτε ψυχιατρικού είτε οργανικού, να θεραπευτεί το παιδί και να μειωθεί η επιθετικότητα, και 2ον είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί η ιατρικής φύσεως αιτιολογία της επιθετικότητας στην οποία συνήθως αποδίδεται μία ανηθικότητα, μία αλητεία» τονίζει.

Προς αποφυγή παρερμηνειών και γενικεύσεων, ο κ. Σαμιωτάκης σπεύδει να διευκρινίσει ότι η ψυχοπαθολογία είναι μία σημαντική παράμετρος της επιθετικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όποιος είναι επιθετικός είναι και ψυχιατρικός ή όποιος είναι επιθετικός είναι επιλογή του. «Είναι μία συνιστώσα που αξίζει τον κόπο να διερευνηθεί. Σε ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών και εφήβων μπορεί να θεραπευτεί το ιατρικό τους πρόβλημα και να αντιμετωπιστεί η επιθετικότητα».

Όπως επισημαίνει, ένα παιδί με επιθετικότητα μπορεί να έχει, για παράδειγμα, συννοσηρότητα με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. «Πολλές φορές μπορεί να δούμε παιδιά που πάσχουν από τη διαταραχή αυτή, να είναι επιθετικά και όταν θεραπεύουμε τη ΔΕΠΥ, μειώνεται κατά πολύ η επιθετικότητα. Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί. Δε λέμε σε καμία περίπτωση ότι όποιο παιδί έχει ΔΕΠΥ είναι και επιθετικό. Λέμε ότι σε πληθυσμούς παιδιών με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας παρατηρούμε αυξημένα ποσοστά επιθετικότητας».

Σύμφωνα με τον κ. Σαμιωτάκη, η διάρκεια μιας τέτοιας συμπεριφοράς είναι εκείνη που χτυπάει καμπανάκι στους ειδικούς, όταν αυτό γίνεται επαναλαμβανόμενα επί μακρόν. «Όλοι οι έφηβοι θα πλακωθούν, θα βρίσουν, θα σπρώξουν… Το πρόβλημα είναι όταν αυτή η συμπεριφορά παγιωθεί, γίνει πλέον state, τότε θα πρέπει να γίνει ιατρική εκτίμηση. Η εκτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο ψυχίατρο, μπορεί να είναι οργανικό το θέμα όπως επιληψία, ημικρανική αύρα ή μικροτραύματα κεφαλής. Αν κάποιος έχει επαναλαμβανόμενους μικροτραυματισμούς στο κεφάλι στο πλαίσιο π.χ. κάποιου αθλήματος όπου δεν φαίνεται κάτι σοβαρό στις απεικονιστικές εξετάσεις, αλλά είναι συσσωρευμένοι μικροτραυματισμοί, τότε μπορεί σε βάθος χρόνου να επηρεάσουν την συμπεριφορά και να βγάλει επιθετικότητα.

Ακόμα η χρήση αναβολικών ή ενεργειακών ποτών μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός εφήβου και να εκδηλώσει επιθετικές τάσεις. Δεν συζητάμε βέβαια για τη χρήση ουσιών. Αυτό είναι αυτονόητο». Σύμφωνα με τον κ. Σαμιωτάκη, ένας μεγάλος όγκος των περιστατικών έχει ψυχιατρικό υπόβαθρο και μπορεί να βοηθηθεί σε μεγάλο βαθμό από παρεμβάσεις. Τι είδους παρεμβάσεις θα είναι αυτές, θα πρέπει να υποδειχθεί ανάλογα με το πρόβλημα για τη συνολική διαχείριση του περιστατικού.

Σε κάποιες περιπτώσεις είναι επιβεβλημένη η φαρμακευτική αγωγή, σε άλλες πάλι τα φάρμακα δεν βοηθούν καθόλου και απαιτείται ψυχοθεραπευτική παρέμβαση ή άλλου τύπου παρεμβάσεις. Κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Αν πληρούν τα κριτήρια διάγνωσης διαταραχής διαγωγής, ο ειδικός οφείλει να προσδιορίσει πού οφείλεται αυτή η διαταραχή. Σε σχιζοφρένεια, σε μανία, σε κάκωση κεφαλής; «Τα πράγματα δεν είναι μόνο άσπρο ή μαύρο. Συνήθως δεν είναι ούτε μαύρα, ούτε άσπρα. Και σίγουρα τα άτομα αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αμιγώς ποινικά. Δικαιούνται να έχουν μία ολοκληρωμένη ιατρική και ψυχιατρική εξέταση».