Τέλος στη δράση μιας καλά οργανωμένης εγκληματικής ομάδας που είχε μετατρέψει τις πολυτελείς κατοικίες των νοτίων προαστίων σε προσωπικό της «θησαυροφυλάκιο», έβαλε η Ελληνική Αστυνομία.
Μετά από μεθοδική έρευνα, ταυτοποιήθηκαν τρεις αλλοδαποί ως τα βασικά στελέχη της οργάνωσης, η οποία ευθύνεται για σειρά κλοπών με λεία που «ζαλίζει».
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, η δράση της σπείρας περιλαμβάνει τουλάχιστον οκτώ περιπτώσεις διαρρήξεων, από τις οποίες οι δράστες κατάφεραν να αποκομίσουν μετρητά και αντικείμενα αξίας που υπερβαίνουν τις 300.000 ευρώ.
Το εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι οι αρχές δεν χρειάστηκε να ψάξουν πολύ μακριά για τους δύο από τους τρεις εμπλεκόμενους.
Όπως προέκυψε, πρόκειται για «παλιούς γνώριμους», καθώς είναι ήδη έγκλειστοι σε σωφρονιστικά καταστήματα, εκτίοντας ποινές για παρόμοια αδικήματα.
Ο τρίτος συνεργός τους, ωστόσο, παραμένει ασύλληπτος και αναζητείται.
Ο συγκεκριμένος άνδρας είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές στο παρελθόν και του είχαν επιβληθεί περιοριστικοί όροι, τους οποίους όμως παραβίασε για να συνεχίσει την εγκληματική του δραστηριότητα.
Οι έρευνες συνεχίζονται για την τυχόν συμμετοχή των κατηγορουμένων και σε άλλες αξιόποινες πράξεις, ενώ η δικογραφία που σχηματίστηκε διαβιβάζεται στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.
Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με το δελτίο της Αστυνομίας για να πετύχουν τον σκοπό τους είχαν αναπτύξει συγκεκριμένη μεθοδολογία (modus operandi), με βασικό χαρακτηριστικό της γνώρισμα τον τρόπο προσέγγισης και διαφυγής, προς και από τους στόχους τους, ως εξής:
επέλεγαν πολυτελείς οικίες κυρίως στα νότια προάστια, τις οποίες προσέγγιζαν πεζή από διαφορετικές διαδρομές, δυσχεραίνοντας έτσι τον εντοπισμό τους και τη σύνδεση των αξιόποινων πράξεων,
είχαν εξοπλιστεί με κατάλληλα εργαλεία για τη διάπραξη κλοπών (λοστούς, κατσαβίδια, κ.ά),
παραβίαζαν κατά κύριο λόγο μπαλκονόπορτες ή παράθυρα, με τα διαρρηκτικά εργαλεία, αφού πρώτα είχαν επιβεβαιώσει την απουσία των ενοίκων,
ερευνούσαν τους χώρους των οικιών και αφαιρούσαν χρηματικά ποσά, τιμαλφή, πολυτελείς τσάντες και ρούχα, ηλεκτρονικές συσκευές και οτιδήποτε μπορούσε να τους αποφέρει κέρδος, ενώ αν εντόπιζαν χρηματοκιβώτιο, το αποξήλωναν με το περιεχόμενό του,
τα μέλη της οργάνωσης ήταν άεργοι, χωρίς αποδεδειγμένο επαγγελματικό ιστορικό ή φορολογικές δηλώσεις, συνεπώς διαβίωναν αποκλειστικά από τα έσοδα της εγκληματικής τους δραστηριότητας,
ενώ χρησιμοποιούσαν καταστήματα μεταφοράς χρημάτων για να στέλνουν χρηματικά ποσά στη χώρα καταγωγής τους.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε και ο ρόλος καθενός από τα μέλη της οργάνωσης ως εξής:
35χρονος, ο οποίος αποτελούσε το αρχηγικό μέλος της ομάδας, συμμετείχε σχεδόν σε όλες τις αξιόποινες πράξεις, καθοδηγώντας τους συνεργούς του. Παραβίαζε τις μπαλκονόπορτες με τη βοήθεια των υπόλοιπων, είτε δίνοντάς τους τα διαρρηκτικά εργαλεία είτε επιτηρώντας τον χώρο, ενώ έδινε το σήμα για την είσοδο και έξοδο από τις οικίες. Επιπλέον, καθοδηγούσε τα μέλη της ομάδας να αποφεύγουν τις κάμερες, ενώ αν γινόταν αντιληπτοί, ήταν εκείνος που συνομιλούσε με τα θύματα,
29χρονος και 52χρονος, αποτελούσαν τα επιχειρησιακά μέλη της οργάνωσης, καθώς είχαν ρόλο διαρρήκτη, συνδράμοντας το αρχηγικό μέλος στην παραβίαση παραθύρων, μπαλκονόπορτων κ.λπ. ή εκτελούσαν χρέη τσιλιαδόρου.
Από τη μέχρι στιγμής έρευνα έχει διαπιστωθεί η εμπλοκή τους σε 8 περιπτώσεις κλοπών και απόπειρες αυτών σε οικίες σε Άλιμο, Γλυφάδα, Βάρκιζα, Βούλα και Πέραμα.
Σημειώνεται ότι, οι κατηγορούμενοι, από τους οποίους το 35χρονο αρχηγικό μέλος και ο 52χρονος είναι ήδη έγκλειστοι σε Σωφρονιστικό Κατάστημα, εμπλέκονται σε πολλές δικογραφίες για παρόμοια αδικήματα.
Η δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και η υπόθεση παραπέμφθηκε σε Ανακριτή, απ’ όπου αποφασίστηκε η εκ νέου προφυλάκιση του 35χρονου, η έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης για τον 29χρονο που αναζητείται, και η επιβολή περιοριστικών όρων στον 52χρονο.
