Μυστήριο με την έντονη μυρωδιά στα νότια προάστια – Το σενάριο που οδηγεί στη… θάλασσα

Έντονη οσμή που θύμιζε υγραέριο κάλυψε από το πρωί της Τρίτης μεγάλο μέρος των νοτίων προαστίων και του παραλιακού μετώπου της Αττικής, προκαλώντας ανησυχία σε χιλιάδες πολίτες και αλλεπάλληλες κλήσεις στις αρχές. Παρά τις εκτεταμένες αναφορές και τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν, μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί σαφής πηγή, με το φαινόμενο να παραμένει ουσιαστικά ένα «μυστήριο».

Οι μέχρι τώρα επίσημες ανακοινώσεις από το Υπουργείο Πολιτικής Προστασίας, τον ΔΕΣΦΑ, την Enaon EDA, το Λιμενικό και τις ενεργειακές εγκαταστάσεις συγκλίνουν στο ότι δεν έχει καταγραφεί διαρροή φυσικού αερίου, πτώση πίεσης στο δίκτυο ή κάποιο συμβάν στη Ρεβυθούσα και στις θαλάσσιες μεταφορές LNG. Αυτό οδηγεί τους ειδικούς να εξετάζουν πιο σύνθετα σενάρια, πέρα από ένα κλασικό τεχνικό ατύχημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δημήτρης Πάφρας, υποψήφιος διδάκτωρ Θαλάσσιας Βιολογίας και Αλιευτικής Δυναμικής, εξηγεί ότι το φαινόμενο ενδέχεται να συνδέεται με μεταφορά πτητικών ενώσεων σε μεγάλη κλίμακα, ακόμη και από το θαλάσσιο περιβάλλον, υπό συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα μία και μοναδική πηγή εκπομπής.

Όπως επισημαίνει, «η έντονη οσμή που έγινε αισθητή σήμερα αποτελεί ένα περιβαλλοντικό συμβάν που δικαιολογημένα προκάλεσε ανησυχία, κυρίως επειδή μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί σαφής πηγή εκπομπής», υπογραμμίζοντας ότι «δεν έχει διαπιστωθεί διαρροή φυσικού αερίου ή κάποιο τεχνικό συμβάν, κάτι που είναι επιστημονικά σημαντικό, καθώς μετατοπίζει τη συζήτηση προς την πιθανότητα ενός σύνθετου ατμοσφαιρικού επεισοδίου».

Ο ίδιος αναφέρει ότι ανάλογα περιστατικά έχουν καταγραφεί σε μεγάλες παράκτιες πόλεις διεθνώς, όπου έντονες οσμές αποδόθηκαν τελικά σε συνδυασμό φυσικών και ανθρωπογενών διεργασιών. «Σε πολλές περιπτώσεις δεν εντοπίζεται μία και μοναδική σημειακή πηγή, αλλά ένα σύνολο παραγόντων που δρουν ταυτόχρονα», σημειώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα τον κόλπο του San Francisco, όπου αντίστοιχα επεισόδια συνδέθηκαν με αποσύνθεση οργανικής ύλης, μικροβιακή δραστηριότητα και συγκεκριμένες μετεωρολογικές συνθήκες.

Η επιρροή του θαλάσσιου περιβάλλοντος του Σαρωνικού

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο ενδεχόμενο συμμετοχής του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Όπως εξηγεί, «υπάρχει μία θεωρητικά βάσιμη αλλά προς το παρόν μη αποδεδειγμένη υπόθεση ότι μπορεί να εμπλέκονται βιογενείς θειούχες ενώσεις που παράγονται στη θάλασσα». Στον Σαρωνικό, η αποσύνθεση οργανικής ύλης και η μικροβιακή δραστηριότητα μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή ενώσεων όπως το υδρόθειο και το διμεθυλοσουλφίδιο (DMS), το οποίο αποτελεί βασικό συστατικό της χαρακτηριστικής οσμής της θάλασσας.

«Υπό ορισμένες συνθήκες, όπως υψηλή θερμοκρασία, αυξημένη υγρασία και περιορισμένη ατμοσφαιρική ανάμιξη, τέτοιες ενώσεις μπορούν να συσσωρευτούν κοντά στην επιφάνεια και να μεταφερθούν προς την ξηρά μέσω της θαλάσσιας αύρας», αναφέρει, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής δεδομένα που να δείχνουν κάποιο επεισόδιο ρύπανσης ή άνθηση φυτοπλαγκτού που να συνδέεται άμεσα με το σημερινό φαινόμενο».

Σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση του περιστατικού αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, και η γεωγραφική του έκταση. «Οι αναφορές πολιτών δεν περιορίστηκαν σε ένα σημείο αλλά εκτάθηκαν από το παραλιακό μέτωπο μέχρι εσωτερικές περιοχές του λεκανοπεδίου, με διακυμάνσεις στην ένταση και τη διάρκεια», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι αυτό το μοτίβο «είναι περισσότερο συμβατό με ατμοσφαιρική μεταφορά πτητικών ενώσεων παρά με ένα εντοπισμένο περιστατικό διαρροής».

Παράλληλα, εξηγεί γιατί η οσμή έγινε τόσο έντονα αντιληπτή: «Ο ανθρώπινος οσφρητικός μηχανισμός είναι εξαιρετικά ευαίσθητος στις θειούχες ενώσεις και μπορεί να τις ανιχνεύσει σε συγκεντρώσεις πολύ χαμηλότερες από εκείνες που θεωρούνται επικίνδυνες για την υγεία», γεγονός που μπορεί να εντείνει την ανησυχία ακόμη και χωρίς άμεσο τοξικολογικό κίνδυνο.

Καταλήγοντας, ο Δημήτρης Πάφρας τονίζει ότι το φαινόμενο αναδεικνύει τη συνολική περιβαλλοντική πολυπλοκότητα της Αττικής: «Ο Σαρωνικός και το λεκανοπέδιο αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα όπου αλληλεπιδρούν η θάλασσα, η ατμόσφαιρα και η ανθρώπινη δραστηριότητα. Σε τέτοια συστήματα, τα περιβαλλοντικά συμβάντα σπάνια έχουν μία μόνο αιτία», σημειώνει, επισημαίνοντας την ανάγκη για πιο εξελιγμένα δίκτυα παρακολούθησης και καλύτερη κατανόηση τέτοιων φαινομένων στο μέλλον.

ΠΗΓΗ: newsbomb.gr