1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Γιώργος Βαρδινογιάννης: Οι περιπέτειες και οι γοητευτικές αντιφάσεις του «Καπετάνιου» – Άγνωστες και γνωστές ιστορίες

Η ιστορία που ακολουθούσε τον Γιώργο Βαρδινογιάννη επί εξήντα χρόνια είχε ένα δεξαμενόπλοιο, βρετανικά πολεμικά και ένα φορτίο πετρελαίου για τη Ροδεσία. Στην εκδοχή που επικράτησε στην Ελλάδα, ο νεαρός Κρητικός καπετάνιος αψήφησε τον αποκλεισμό, ξεγέλασε τους Βρετανούς και βοήθησε την οικογένειά του να χτίσει μια περιουσία. Ήταν μια ιστορία που οι άνθρωποι ήθελαν να ακούν και να διηγούνται: είχε κίνδυνο, χρήμα, διεθνές παρασκήνιο και έναν άνδρα που αναλάμβανε προσωπικά την ευθύνη.

Το 1966, όταν συνέβαιναν αυτά, ήταν τριάντα ετών.

Στον βρετανικό Τύπο της εποχής, ο άνδρας αυτός είχε ακόμη μια διαφορετική όψη από εκείνη του εκρηκτικού παράγοντα που θα γνώριζαν αργότερα οι Έλληνες. Ο «Spectator», σε άρθρο του τον Απρίλιο του 1966, αναπαρήγαγε την περιγραφή ανταποκριτή της «Daily Mail»: λεπτός, μελαχρινός, συνεσταλμένος, χαμογελούσε καθώς έβγαινε στη στεριά.

Οι δημοσιογράφοι νοίκιαζαν βάρκα για να πλησιάσουν το δεξαμενόπλοιο και περιέγραφαν τις σκουριές και το ξεφτισμένο χρώμα του. Ο μελλοντικός μεγαλοεπιχειρηματίας βρισκόταν πάνω σε ένα ταλαιπωρημένο πλοίο και οι ανταποκριτές προσπαθούσαν να καταλάβουν τις προθέσεις του.

Ο «Καπετάνιος», που πέθανε χθες, 16 Οκτωβρίου, σε ηλικία 90 ετών, έπειτα από ολιγοήμερη νοσηλεία, θα αποκτούσε πολλές ακόμη ιστορίες. Κάποιες τις επιβεβαίωνε, άλλες τον εκνεύριζαν, ορισμένες χρειάστηκε να τις διαψεύδει μέχρι το τέλος. Ανήκε σε μια οικογένεια που εξελίχθηκε σε επιχειρηματική δυναστεία, αλλά είχε έναν τρόπο να εκτίθεται ο ίδιος, να θυμώνει δημοσίως, να κατεβαίνει από τα επίσημα και να πιάνεται από τα κάγκελα, που τον έκανε αναγνωρίσιμο πολύ πέρα από τις οικονομικές σελίδες. Η απόσταση ασφαλείας που εξασφάλιζε η θέση του συχνά καταργούνταν από τον ίδιο.

Είχε γεννηθεί το 1936 στην Επισκοπή Ρεθύμνου, γιος του Γιάννη Βαρδινογιάννη, με καταγωγή από τα Σφακιά, και της Χρυσής Θεοδωρουλάκη από το Γεράνι. Η ζωή της πολυμελούς οικογένειας ήταν συνδεδεμένη με τη γη. Τα μεγαλύτερα παιδιά βοηθούσαν στις δουλειές, προτού αναζητήσουν άλλους δρόμους. Η θάλασσα πρόσφερε σπουδές, επάγγελμα και τη δυνατότητα να φύγουν. Ο Νίκος και ο Βαρδής έγιναν αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Γιώργος ακολούθησε το εμπορικό ναυτικό και εκπαιδεύτηκε στο Σαουθάμπτον. Ο Παύλος πέρασε στην πολιτική και έγινε βουλευτής και υπουργός.

Οι διαδρομές τους παρέμειναν συνδεδεμένες. Ο Σήφης συνδέθηκε με την ΑΝΕΚ και την Κρήτη. Η αδελφή τους Ελένη παντρεύτηκε τον Γιάννη Κεφαλογιάννη· κόρη της είναι η Όλγα Κεφαλογιάννη. Οι συγγένειες θα απλώνονταν στην επιχειρηματική και πολιτική ζωή, ενώ η Κρήτη παρέμενε σημείο αναφοράς, ακόμη και όταν οι δουλειές είχαν προ πολλού ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα.

Η επιχειρηματική αφετηρία βρισκόταν στους Καλούς Λιμένες. Το 1963 δημιουργήθηκε η ΣΕΚΑ, με τη συμμετοχή της οικογένειας, της Mobil και του Αριστοτέλη Ωνάση, για τον ανεφοδιασμό διερχόμενων πλοίων. Ένα φυσικό λιμάνι κοντά στον θαλάσσιο δρόμο του Σουέζ έγινε βάση για μεγαλύτερες δραστηριότητες. Ο Νίκος έβαλε τα θεμέλια της ανάπτυξης. Μετά τον αιφνίδιο θάνατό του το 1973, ο Βαρδής ανέλαβε την ηγεσία του ομίλου. Ο Γιώργος είχε ήδη ενεργό ρόλο στη ναυτιλία, τον χώρο όπου είχε αποκτήσει την επαγγελματική του εμπειρία.

 


Το παρατσούκλι «Καπετάνιος»

Εκεί ανήκει και η περιπέτεια του «Joanna V». Τον Απρίλιο του 1966, με τον ίδιο πλοίαρχο, το δεξαμενόπλοιο έφτασε στην Μπέιρα της τότε πορτογαλικής Μοζαμβίκης. Το λιμάνι συνδεόταν με αγωγό με τη Ροδεσία, όπου το καθεστώς του Ίαν Σμιθ βρισκόταν υπό κυρώσεις. Βρετανικά πλοία παρακολουθούσαν τις κινήσεις του και το Συμβούλιο Ασφαλείας κλήθηκε να παρέμβει. Τα βρετανικά κοινοβουλευτικά πρακτικά καταγράφουν ότι το δεξαμενόπλοιο παρέμεινε στο λιμάνι χωρίς να εκφορτώσει. Η δημοφιλής αφήγηση περί διάσπασης του εμπάργκο θα κρατούσε κυρίως την αναμέτρηση του Έλληνα με τους Βρετανούς.

Το πώς ο πραγματικός πλοίαρχος έγινε ο «Καπετάνιος» της ελληνικής δημοσιότητας έχει και μια πολύ πιο καθημερινή εξήγηση. Ο Κώστας Καίσαρης διηγείται ότι μιλούσε μαζί του στο τηλέφωνο, ενώ ο Βαρδινογιάννης βρισκόταν στα γραφεία της Varnima στον Πειραιά. Οι γραμμές μπλέχτηκαν και άκουσε έναν άλλον συνομιλητή να τον προσφωνεί «Καπετάν Γιώργη». Άρχισε να τον αποκαλεί έτσι στη στήλη του, τον «Αποδυτηριάκια», και το όνομα καθιερώθηκε. Η προσφώνηση ενός ανθρώπου από τη δουλειά του πέρασε στις εφημερίδες και κατέληξε να τον συστήνει σε ολόκληρη τη χώρα.

Ο Παναθηναϊκός τού έδωσε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Το 1979, όταν το ελληνικό ποδόσφαιρο γινόταν επαγγελματικό, η οικογένεια απέκτησε την πλειοψηφία της νεοσύστατης ΠΑΕ και εκείνος ανέλαβε πρόεδρος. Στα σχεδόν είκοσι ένα χρόνια της θητείας του ήρθαν έξι πρωταθλήματα, εννέα Κύπελλα, η δημιουργία της Παιανίας και δύο πορείες μέχρι τα ημιτελικά της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης. Ο Σαραβάκος, ο Ζάετς και ο Βαζέχα έγιναν πρόσωπα μιας εποχής που οι φίλαθλοι εξακολουθούν να ανακαλούν με λεπτομέρειες.

Ο Παναθηναϊκός

Στην οικογενειακή μυθολογία του ποδοσφαίρου υπάρχει και μια παρτίδα τάβλι. Η Λόλα Νταϊφά αφηγήθηκε στο Gazzetta ότι, όπως είχε πληροφορηθεί, ο Σταύρος Νταϊφάς έβαλε στοίχημα με τον φίλο του: αν ο Βαρδινογιάννης έχανε, θα αγόραζε τον Παναθηναϊκό. Η ιστορία δεν υποκαθιστά τα γεγονότα της απόκτησης της ΠΑΕ, αλλά έχει μια συνέχεια που αξίζει να κρατηθεί. Οι δύο φίλοι έγιναν αντίπαλοι και έπαψαν να μιλούν. Όταν απομακρύνθηκαν από το ποδόσφαιρο, ξανάρχισαν να παίζουν τάβλι. Η φιλία τους άντεξε περισσότερο από την ανάγκη του καθενός να νικήσει την ομάδα του άλλου.

Η ενασχόληση με την ομάδα είχε, πάντως, αυστηρό εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Σύμφωνα με τον Καίσαρη, κάθε Τρίτη πρωί, τη δεκαετία του ’80, ο Βαρδής, ο Γιώργος και ο Θόδωρος συναντιούνταν με τον εκάστοτε προπονητή στα γραφεία των εταιρειών τους στην Καραγεώργη Σερβίας. Ανέλυαν το προηγούμενο παιχνίδι και συζητούσαν τα επόμενα. Ο Βαρδής είχε τον πρώτο λόγο στα οικονομικά. Ο Γιώργος ήταν ο άνθρωπος της καθημερινής διοίκησης, αλλά η ομάδα περνούσε από το οικογενειακό τραπέζι των αποφάσεων.

Ο ίδιος διαπραγματευόταν τις μεταγραφές, συζητούσε με τους προπονητές, επενέβαινε. Ο Αντώνης Κατσαρός θυμάται ένα βράδυ στη Ρώμη, παραμονή του τελικού του Champions League του 1996. Σε ένα εστιατόριο, ο Βαρδινογιάννης τον πλησίασε με το κομπολόι στο χέρι και άνοιξε κουβέντα για παίκτες. Όταν η συζήτηση έφτασε στον Νίκο Λυμπερόπουλο, τηλεφώνησε επιτόπου σε συνεργάτη του και ζήτησε να κανονίσει συνάντηση με την Καλαμάτα για την αγορά του. Ο χρόνος ανάμεσα στη συζήτηση και στην εντολή μπορούσε να είναι ελάχιστος.

Η αμεσότητα αυτή γινόταν και απειλητική. Ο Καίσαρης περιγράφει ένα θυμωμένο τηλεφώνημα έπειτα από δημοσίευμά του: «Πρόσεξε γιατί ελέγχω και τους τρεις εργοδότες σου», του είπε ο Βαρδινογιάννης. Ο δημοσιογράφος απάντησε ότι, επομένως, θα έπρεπε να τηλεφωνήσει σε εκείνους. Ο Βαρδινογιάννης ζήτησε πράγματι από τη γραμματέα του να τον συνδέσει με παράγοντα της ΕΠΑΕ και απαίτησε την απομάκρυνσή του. Σύμφωνα με τον Καίσαρη, συνέχεια δεν υπήρξε και την επομένη το είχε ξεχάσει. Για εκείνον μπορεί να ήταν ένας θυμός που πέρασε· για τον συνομιλητή του ήταν η υπενθύμιση του πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ένα τηλεφώνημά του.

Το «κουμπούρι»

Στην τελευταία περίοδο της ζωής του επέστρεφε και ο ίδιος σε εκείνα τα χρόνια. Μιλώντας στον Σταύρο Θεοδωράκη, στους «Πρωταγωνιστές», τον Ιούνιο του 2026, αναφέρθηκε στο διαβόητο «κουμπούρι»: «Οπλοφορούσα όχι λόγω του ποδοσφαίρου». Αρνήθηκε όμως ότι είχε κάνει κίνηση να τραβήξει όπλο στον τελικό με την ΑΕΚ. Παραδεχόταν την οπλοφορία, απέρριπτε το συγκεκριμένο περιστατικό. Εξακολουθούσε να διεκδικεί τον τελευταίο λόγο για μια δημόσια εικόνα που είχε διαμορφωθεί και από δικές του πράξεις και από διηγήσεις άλλων.

Η οικογένεια

Παντρεύτηκε την Αγάπη Πολίτη, κόρη του τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Νίκου Πολίτη, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά: τον Νίκο, τον Παύλο και τη Χρυσή. Ο γάμος έληξε με διαζύγιο. Σε παλαιότερη συνέντευξή της, που αναπαράχθηκε στον Τύπο, εκείνη τον περιέγραφε ως «έναν έξυπνο, ισχυρογνώμονα, ρομαντικό και ηθικά υγιή άνδρα. Με αξίες».

Στις 7 Φεβρουαρίου 2025 συνόδευσε τη Χρυσή στον γάμο της με τον Νικόλαο Ντε Γκρες, στον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά. Στη δεξίωση ευχαρίστησε την Άννα Μαρία επειδή ένωσε την οικογένειά του και πρόσθεσε: «ανήκω σε μια πολύ ισχυρή οικογένεια». Αναφέρθηκε στα αδέλφια του και στην ενότητά τους. Στα 88 του, στον γάμο της κόρης του, μιλούσε ακόμη ως ένας από τους αδελφούς Βαρδινογιάννη. Η προσωπική του διαδρομή παρέμενε δεμένη με εκείνη την πρώτη οικογενειακή συμμαχία.

Μια άλλη αποχώρηση, πολύ παλαιότερη, είχε αφήσει στον Μένιο Σακελλαρόπουλο μια μικρή, επίμονη ανάμνηση. Στις 29 Μαΐου 2000, ο Βαρδινογιάννης ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει την προεδρία του Παναθηναϊκού. Όταν τελείωσε η συνέντευξη Τύπου, πλησίασε τον δημοσιογράφο και κοίταξε το ντύσιμό του: «Μα λαμέ γραβάτα φοράς; Είσαι με τα καλά σου;». Ο Σακελλαρόπουλος γέλασε, αλλά επέστρεψε στην ερώτηση: ήταν σίγουρος ότι ήθελε να φύγει; Ο Βαρδινογιάννης άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Δεν δεχόταν άλλα «αλλά». Οι επόμενοι θα έπρεπε να βγάλουν άκρη μόνοι τους.

Ήταν 64 ετών. Θα ζούσε άλλα είκοσι έξι χρόνια, όμως για τον κόσμο του ποδοσφαίρου θα παρέμενε ο πρόεδρος εκείνης της ομάδας. Όπως στη ναυτιλία παρέμενε ο άνθρωπος του «Joanna V». Το προσωνύμιο που είχε ακούσει κάποτε ο Καίσαρης σε μια ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή είχε αποδειχθεί ανθεκτικότερο από κάθε επίσημο τίτλο. Έμεινε μαζί του και όταν οι αρμοδιότητες πέρασαν σε άλλους, οι παλιοί αντίπαλοι έγιναν πάλι συμπαίκτες στο τάβλι και οι κάμερες τον περίμεναν πια στην εκκλησία για τον γάμο της κόρης του.

 

 

ΠΗΓΗ: iefimerida.gr