Εύα Χατζηνικολάου: «Το παγκόσμιο στοίχημα είναι να σώσουμε το περιβάλλον»

661

Πλημμυρικά φαινόμενα, διάβρωση των ακτών, απώλεια καλλιεργήσιμων και κατοικήσιμων εκτάσεων στις παράκτιες περιοχές είναι κάποιες, μονάχα, από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.  Το παραπάνω επισημαίνει σε συνέντευξή της στην «Π» η συνεργαζόμενη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας, Βιοτεχνολογίας και Υδατοκαλλιεργειών (ΙΘΑΒΒΥΚ), στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Δρ Εύα Χατζηνικολάου.

Το κείμενο της συνέντευξης έχει ως εξής:

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι ολοένα και πιο ορατές και στις θάλασσές μας. Πώς μπορούμε να αλλάξουμε ό,τι συμβαίνει;

η ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας, Βιοτεχνολογίας και Υδατοκαλλιεργειών (ΙΘΑΒΒΥΚ), στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Δρ Εύα Χατζηνικολάου«Ένα μέρος της ηλιακής ενέργειας που αντανακλάται από την επιφάνεια της γης προς το διάστημα απορροφάται από τα λεγόμενα αέρια του θερμοκηπίου (υδρατμοί, διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, όζον κ.ά.) με αποτέλεσμα την θέρμανση του πλανήτη μας.

Το φαινόμενο αυτό, γνωστό σαν φαινόμενο του θερμοκηπίου, είναι αυτό που στην ουσία επιτρέπει την ανάπτυξη ζωής στη Γη, η οποία διαφορετικά θα είχε μέση θερμοκρασία περίπου -18 βαθμούς Κελσίου.

Το πρόβλημα δημιουργείται όταν λόγω υπερβολικής αύξησης των αερίων αυτών στην ατμόσφαιρα, ο πλανήτης τελικά υπερθερμαίνεται.

Η αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα οφείλεται κυρίως στην καύση ορυκτών καυσίμων για τις βιομηχανίες και την κίνηση των οχημάτων και επιδεινώνεται λόγω της αποψίλωσης των δασών, ενώ το μεθάνιο αυξάνεται κατά πολύ λόγω των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων.

Τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα έχουν αυξηθεί πάνω από 30% την περίοδο μετά την Βιομηχανική Επανάσταση και αντίστοιχα η μέση θερμοκρασία της γης έχει αυξηθεί κατά περίπου 1 βαθμό κελσίου (WMO, 2019). Η τελευταία δεκαετία είναι η θερμότερη που έχει καταγραφεί από το 1980 (WMO, 2019).

Σύμφωνα με τα σενάρια της Διακυβερνητικής Ομάδας για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), αν οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου δεν μειωθούν, προβλέπεται ότι η μέση θερμοκρασία του πλανήτη μας θα αυξηθεί κατά 1,4 – 2,6 βαθμούς κελσίου στα επόμενα 25-44 χρόνια (IPCC, 2014). Η μόνη λύση είναι να περιοριστούν οι δραστηριότητες που επιβαρύνουν την κλιματική αλλαγή. Αυτό πρέπει να συμβεί αρχικά σε κυβερνητικό επίπεδο και φυσικά σε ατομικό επίπεδο.

Ο καθένας από εμάς να κάνει την προσωπική του προσπάθεια για να βελτιώσει την κατάσταση και κυρίως να πλάσει συνειδήσεις για τις επόμενες γενιές.

Το παγκόσμιο στοίχημα είναι οι προτεινόμενες αλλαγές να σχεδιαστούν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι βιώσιμες, να μην επιβραδύνουν την τοπική κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη και έτσι να γίνουν ευρέως αποδεκτές. Τις προηγούμενες ημέρες έγινε η Σύνοδος Κορυφής για την Προσαρμογή του Κλίματος (Climate Adaptation Summit, 25-26 Ιανουαρίου 2021).

Πρόκειται για μια διαδικτυακή εκδήλωση με σκοπό τη διερεύνηση λύσεων που θα εφαρμοστούν μέχρι το 2030 για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Οι συμμετέχοντες περιλαμβάνουν εκτός από τους ηγέτες των χωρών, εταιρείες, επιστήμονες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίοι θα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας Ατζέντας Δράσης με πρακτικές προτάσεις-λύσεις για την επίτευξη του στόχου αυτού».

 

H ερευνήτρια Δρ Εύα Χατζηνικολάου

Οι θάλασσες

Πόσο διαφορετικές είναι σήμερα οι θάλασσές μας σε σχέση με 50 χρόνια πριν;

«Το 90% της θερμότητας που εγκλωβίζεται στην ατμόσφαιρα απορροφάται από τους ωκεανούς (WMO, 2019). Η θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας πριν από 50 χρόνια ήταν περίπου κατά 0,55 βαθμούς Κελσίου χαμηλότερη (IPCC, 2014). Λόγω υψηλών θερμοκρασιών και εντονότερης εξάτμισης, η αύξηση της θερμοκρασίας προκαλεί και αύξηση της αλατότητας στην Μεσόγειο.

Οι διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας και αλατότητας επηρεάζουν τη βιωσιμότητα, την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή των θαλάσσιων οργανισμών στις θάλασσες μας, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται επιπτώσεις στην βιοποικιλότητα. Οι πιο ανθεκτικοί οργανισμοί επικρατούν, περιορίζουν αυτούς που δεν έχουν δυνατότητα προσαρμογής και εν τέλη διευκολύνεται και η εγκατάσταση ορισμένων ξενικών ειδών που εισέρχονται στην Μεσόγειο από την θερμότερη Ερυθρά Θάλασσα κυρίως μέσω της διώρυγας του Σουέζ.

Τα πιο επεκτατικά από αυτά αυξάνουν τους πληθυσμούς τους εις βάρος των ενδημικών ειδών, με χαρακτηριστικά παραδείγματα που όλοι μας γνωρίζουμε πλέον, όπως τον λαγοκέφαλο, το λιονταρόψαρο και τον γερμανό. Οι επιπτώσεις εκτός από οικολογικές, είναι και οικονομικές όταν οι οργανισμοί των οποίων ο πληθυσμός μειώνεται αποτελούν εμπορικά είδη, ενώ αντίθετα αυτών που αυξάνεται όχι  (πχ ο λαγοκέφαλος είναι τοξικός).

Η αύξηση της θερμοκρασίας στους ωκεανούς έχει επίσης σαν αποτέλεσμα την αύξηση του όγκου του νερού (λόγω διαστολής) και επιπλέον το λιώσιμο των πάγων, οπότε τελικά προκαλείται αύξηση της στάθμης της θάλασσας. Η παγκόσμια μέση στάθμη της θάλασσας αυξήθηκε κατά 2 mm ετησίως για το διάστημα 1971–2010, ενώ η πρόβλεψη για το τέλος του αιώνα (2081–2100) φτάνει τα 8 με 16 mm ετησίως (IPCC, 2014).

Η αύξηση της στάθμης της θάλασσας μπορεί να έχει σημαντικές οικολογικές επιπτώσεις σε κάποιος θαλάσσιους οργανισμούς που θα χάσουν ενδεχομένως τις περιοχές διαβίωσης ή αναπαραγωγής τους. Επιπρόσθετα όμως θα υπάρξουν σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις λόγω της αύξησης των πλημμυρικών φαινομένων, της διάβρωσης των ακτών και της απώλειας καλλιεργήσιμων και κατοικήσιμων εκτάσεων στις παράκτιες περιοχές.

Η αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει ως αποτέλεσμα και την αύξηση της απορρόφησης του από την επιφάνεια της θάλασσας, με αποτέλεσμα η θάλασσα να γίνεται περισσότερο όξινη και αυτό είναι το λεγόμενο φαινόμενο της οξίνισης των ωκεανών.

Η μέση οξύτητα των ωκεανών έχει ήδη αυξηθεί κατά 0,1 μονάδες (26%) μετά την Βιομηχανική Επανάσταση, και αναμένεται επιπλέον αύξηση μέχρι το τέλος του αιώνα που ενδέχεται να φτάσει τις 0,3 μονάδες αν δεν υπάρξει μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών (IPCC, 2014). Η οξίνιση των ωκεανών επηρεάζει ιδιαίτερα την βιωσιμότητα και την αναπαραγωγή των οργανισμών που δημιουργούν το κέλυφος ή το σκελετό τους από ανθρακικό ασβέστιο (π.χ. θαλάσσια σαλιγκάρια, δίθυρα όστρακα, κοράλλια).

Η διατάραξη της χημικής ισορροπίας ευθύνεται για την μειωμένη σύνθεση νέου κελύφους ή για την αυξημένη διάβρωση του υπάρχοντος, κάνοντας τους οργανισμούς αυτούς πιο ευάλωτους στους θηρευτές τους. Η μείωση των πληθυσμών αυτών έχει σημαντικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα αλλά και στην οικονομία, καθώς 17.7 εκατομμύρια τόνοι οστρακοειδών παράχθηκαν από την παγκόσμια υδατοκαλλιέργεια σύμφωνα με στοιχεία του FAO για το 2018».

Πέρα από τις δράσεις των επιστημόνων, ο καθένας από εμάς τι μπορεί να κάνει για να πολεμήσει την κλιματική αλλαγή;

«Μπορούμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τους ενεργειακούς πόρους με σύνεση και σεβασμό προς το περιβάλλον ακόμα και στην καθημερινότητά μας και να προσπαθήσουμε να ελαχιστοποιήσουμε το ενεργειακό μας αποτύπωμα, δηλαδή την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εκλύεται στην ατμόσφαιρα εξαιτίας των καθημερινών μας δραστηριοτήτων.

Η αντικατάσταση των συσκευών και των λαμπτήρων ενός νοικοκυριού με αποδοτικότερης ενεργειακής κλάσης, η μόνωση των κτηρίων και των κουφωμάτων τους, η χρήση θερμοστάτη για τη θέρμανση, η κατασκευή βιοκλιματικών σπιτιών, ή ακόμα και η απενεργοποίηση των οικιακών συσκευών όταν δεν χρησιμοποιούνται (π.χ. τηλεόραση, υπολογιστής) είναι μόνο μερικές από τις λύσεις που αν εφαρμοστούν από όλους μας μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση προς το καλύτερο.

Η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς ή οχημάτων φιλικών προς το περιβάλλον (π.χ. ποδήλατο) όπου αυτό είναι εφικτό και η μείωση των πτήσεων με αεροπλάνο στις απολύτως απαραίτητες επίσης θα συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που μας αναλογούν.

Αλλαγή συνηθειών ακόμα και στη διατροφή μας, όπως το να προτιμάμε την κατανάλωση τοπικών και εποχιακών προϊόντων και να περιορίσουμε την κατανάλωσης κρέατος, κυρίως του μοσχαρίσιου, θα μειώσουν ακόμα περισσότερο το ενεργειακό μας αποτύπωμα.

Αν εφαρμοστούν μέτρα όπως τα παραπάνω θα μειωθούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή. Επιπλέον η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως από τον ήλιο ή τον αέρα που αφθονούν στην χώρα μας, ακόμα και σε μικρή οικιακή κλίμακα συμβάλλει επίσης σε λύσεις που είναι πιο φιλικές στο περιβάλλον και μειώνει την κατανάλωση των πιο ρυπογόνων πηγών (π.χ. ορυκτά καύσιμα)».

Εξηγήστε μας τα ερευνητικά προγράμματα που «τρέχουν» αυτό το διάστημα, τα NAUTILOS και FutureMARES.

«Πρόκειται για δύο νέα ευρωπαϊκά προγράμματα στα οποία συμμετέχει το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) με χρηματοδότηση στο πλαίσιο του Ορίζοντα 2020, τα οποία ξεκίνησαν στα τέλη του 2020. Το πρόγραμμα FutureMares έχει σκοπό να διερευνήσει τρία πιθανά σενάρια για την Κλιματική Αλλαγή που συνδυάζουν κλιματολογικά και κοινωνικο-οικονομικά πρότυπα σε 5 θαλάσσιες περιοχές μεταξύ των οποίων και η Μεσόγειος.

Στα σενάρια αυτά ο βαθμός της παραγωγικής ανάπτυξης μπορεί να κυμαίνεται από “πιο ήπια και φιλική προς το περιβάλλον”, “μέτρια και εστιασμένη στην τοπική αυτοτέλεια” έως και “εστιασμένη στις παγκόσμιες αγορές με αυξημένο κόστος πόρων και ενέργειας”.  Το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας, Βιοτεχνολογίας & Υδατοκαλλιεργειών (ΙΘΑΒΒΥΚ) του ΕΛΚΕΘΕ συμμετέχει στη μελέτη των αλλαγών της ταξινομικής και λειτουργικής βιοποικιλότητας στα θαλάσσια οικοσυστήματα σε βάθος χρόνου.

Επίσης θα διεξαχθούν πειράματα τόσο στο πεδίο όσο και στο εργαστήριο με σκοπό να μελετηθεί η επίδραση της αύξησης της θερμοκρασίας και της συχνότητας των κυμάτων καύσωνα σε θαλάσσιους οργανισμούς. Τελικός στόχος είναι να προταθούν βιώσιμες λύσεις που να προωθούν τη διατήρηση των οικοσυστημάτων, την αποκατάστασή τους ή την αειφόρο συλλογή πόρων από αυτά.

Το πρόγραμμα Nautilos εστιάζεται στη δημιουργία μιας νέας γενιάς αισθητήρων για τη μέτρηση φυσικο-χημικών παραμέτρων στο θαλάσσιο περιβάλλον (π.χ. θερμοκρασία, αλατότητα, θρεπτικά συστατικά, οξυγόνο). Επιπλέον θα κατασκευαστούν όργανα που θα μπορούν να ανιχνεύσουν την παρουσία πολύ μικρών τεμαχίων πλαστικής ύλης προερχόμενης από απορρίμματα, τα λεγόμενα μικροπλαστικά.

Ο τελικός στόχος είναι αυτοί οι αισθητήρες να είναι απλοί στη χρήση τους και να έχουν χαμηλό κόστος κατασκευής ώστε να χρησιμοποιηθούν σε ευρεία κλίμακα από απλούς πολίτες που θα θελήσουν να συμβάλουν στην συλλογή ή την ανάλυση δεδομένων από το περιβάλλον.

Έτσι, οι πολίτες θα έχουν την ευκαιρία να γίνουν κατά κάποιο τρόπο επιστήμονες, να αποτελέσουν ενεργά μέλη της έρευνας και να συμμετέχουν σε οργανωμένες δράσεις της Επιστήμης των Πολιτών. Ανυπομονούμε να πραγματοποιήσουμε τις δράσεις αυτές και στην τοπική μας κοινωνία και ελπίζουμε να καταφέρουμε να ευαισθητοποιήσουμε το ευρύ κοινό, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των μαθητών.»

 

ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας, Βιοτεχνολογίας και Υδατοκαλλιεργειών (ΙΘΑΒΒΥΚ), στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Δρ Εύα Χατζηνικολάου

Τα όρια στην έρευνα

Οικονομική κρίση, πανδημία… Οι επιστήμονες πόσο έχουν πληγεί από τους δύο αυτούς παράγοντες; Μπαίνουν όρια στην έρευνά σας;

«Οι επιστήμονες στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δημιουργικοί, παραγωγικοί και  ανταγωνιστικοί σε διεθνές επίπεδο, καθώς επιτυγχάνουν να συγκεντρώνουν σημαντικά έσοδα από ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και αποτελούν εταιρικά μέλη σε μεγάλες κοινοπραξίες. Όμως το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η έλλειψη σταθερότητας και σχεδιασμού από την ίδια τη  χώρα.

Οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την έρευνα, και κυρίως για την έρευνα για το περιβάλλον, είναι πολύ περιορισμένες και δίνουν απλώς τη δυνατότητα “περιστασιακής επιβίωσης” και όχι “αξιοκρατικής εξέλιξης”. Δυστυχώς αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην γίνεται κάποια οργανωμένη επένδυση για το μέλλον, όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό αλλά και τις ερευνητικές υποδομές.

Η φυγή στο εξωτερικό φαντάζει μια πολύ θελκτική λύση, ιδίως για τους νέους επιστήμονες που δεν βλέπουν καμία διέξοδο στην παρούσα κατάσταση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι εδώ και πολλά χρόνια έχουν προκηρυχθεί πολύ λίγες θέσεις επιστημονικού και ερευνητικού προσωπικού στα ελληνικά ερευνητικά κέντρα, ενώ δεν έχει γίνει καμία πρόβλεψη για την εξασφάλιση ενός υψηλά εξειδικευμένου και ικανού δυναμικού που παράλληλα συμβάλλει και στην απορρόφηση επιπλέον οικονομικών πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ΕΛΚΕΘΕ μόνο για το 2020 έχει προσελκύσει εξωτερική χρηματοδότηση μεγαλύτερη από 17, εκατομμύρια ευρώ, ποσό που διοχετεύεται φυσικά στον μεγαλύτερο βαθμό στην εθνική αλλά και τοπική οικονομία!»

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει