Θυμάσαι, μπαμπά;

2,493

Ξημερώματα βγήκα στο δρόμο. Ν’ ανηφορήσω ήθελα στην αγορά. Να φτάσω πρώτη από σένα, να κρυφτώ πίσω από τον μεγάλο πάγκο του μαγαζιού, εκείνον που έβαζες τα κουτιά με την Νέα Φυτίνη.

Θυμάσαι, μπαμπά; Μόλις πήγαινες να βάλεις με την κουτάλα από τον μεγάλο ντενεκέ  βούτυρο, από τον καλό, να σου φανερωνόμουν, να σε τρομάξω, να αρχίσουμε να γελάμε μετά μαζί… Να ανεβώ την μεγάλη ξύλινη ανεμόσκαλα να φτάσω τα απορρυπαντικά και τα γάλατα. Θυμάσαι πως τα στήναμε;

Μου θυμίζανε Λούνα Παρκ έτσι όπως  είχαν τοποθετηθεί τα ντεκεδάκια  έτοιμα να τα ρίξει κάποιος με ένα κατακίτρινο μπαλάκι. Κι ύστερα να αρχίσω να παίζω με τα δράμια στη σιδερένια ζυγαριά. Να τα ανακατεύω και να με μαλώνεις αλλά την ίδια στιγμή να μου χαμογελάς. Αδυναμία μεγάλη στις μικρές σέσουλες…

Θυμάσαι μπαμπά; Στα πλαστικά σακουλάκια να βάζω κανέλα, πιπέρι, σόδα, αμμωνία, όλα ζυγισμένα  σε 10 ή 20  γραμμάρια. Να μπουν στο μεγάλο κουτί, να μην καθυστερούμε τον πελάτη. Κι απέναντι, απέναντι από τα δεκάδες ράφια με όλες τις γνωστές μάρκες από κονσέρβες και βάζα γεμάτα μπαχάρια ήταν στη σειρά κρεμασμένες οι σκούπες. Γίγαντες στα παιδικά μου μάτια, έτσι όπως τις έστηνες με τα κοντάρια.

Θυμάσαι εκείνη τη φορά που σου είχα ανακατέψει στα μεγάλα τσουβάλια το στάρι με το καλαμπόκι και με είχες βάλει να τα ξεχωρίσω. Ένα ολόκληρο απόγευμα, σπυρί-σπυρί, κατάχαμα στην πίσω μεριά του παντοπωλείου. Μια αιωνιότητα για μένα…

Γρήγορο το βήμα, ψυχρό το πρωινό. Δεν είχα ποδήλατο τούτη τη φορά, δεν ήμουν στη Χώρα μπαμπά. Στο χωριό μας είχα έρθει. Για σένα, αποκλειστικά. Μόνο για σένα.

Γρήγορο το βήμα, παγωμένο το αριστερό μου χέρι. Το δεξί το έσφιγγα σαν γροθιά. Να κρατήσω τη ζέστη από το δικό σου το κράτημα, το χθεσινό. Περπατούσα και χάζευα τα σπίτια, το δρόμο κι έρχονταν στο μυαλό μου χιλιάδες σκέψεις.

Όλα ήθελα να τα ξαναζήσω. Είχα γίνει το μικρό σου κοριτσάκι,  κι αν και συνήθως εσύ μου κρατούσες το χέρι να μην πέσω, να μην χαθώ, τώρα εγώ σε κρατούσα γερά. Φοβόμουν μη σε χάσω. Δεν έβλεπες καλά, καθόλου δεν έβλεπες κι εγώ σου περιέγραφα όλα όσα βλέπανε τα δικά μου τα μάτια. Λέγανε όλοι πως από σένα  είχανε πάρει το χρώμα τους.

Έτσι ήταν… Το τελευταίο διάστημα νόμιζα πως έβλεπα πια εγώ και για τους δυο μας. Σε όλα τα σοκάκια περπατήσαμε. Χιλιάδες θύμησες. Το χέρι μου πάντα ζεστό. Φτάσαμε ίσαμε το πατρικό σου κι έζησα για δευτερόλεπτα σαν ταινία τη δική σου ζωή. Από τα χρόνια του πολέμου, σα να ζωντανέψαν όλα όσα μου ΄χες πει

. Στο μακρύ σοκάκι τρέξαμε μαζί να κρυφτούμε από τους Γερμανούς κι ύστερα προλάβαμε και μπήκαμε μέσα στη αποθήκη του σπιτιού σας, πίσω από τη βαριά σιδερένια πόρτα. Όμως δεν ήθελα άλλο σκοτάδι… Σε τράβηξα έξω κι περπατούσαμε  μπροστά από τις λουλουδιασμένες αρχανιώτικες αυλές. Έναν έναν μου έλεγες τους φίλους σου… Κι εγώ σου περιέγραφα τα χρώματα στις γλάστρες, στις πόρτες και στα παραθυρόφυλλα. Κι ύστερα φτάσαμε στο μαγαζί.

Κόσμος πολύς μπαμπά! Όλοι είχαν έρθει, όλοι σου οι φίλοι, οι πελάτες. Συνωστισμός μεγάλος! Να σου πουν μια λέξη για τα τόσα χρόνια, κοντά πενήντα που  ήσουνα στην καρδιά της αγοράς. Ο μεγάλος έμπορος, ο δίκαιος, ο τίμιος, ο καλαμπουρτζής Μπετείνης, όπως σε φωνάζανε. Το Γιαννιό, το στερνοπούλι του πατέρα σου που μέρα δεν περνούσε να μην τον σκεφτείς.

Να μην σκεφθείς την εκτέλεση του, την ορφάνια  σας, τη μάνα σου που ήταν κι εκείνη τυφλή για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια. Παράξενο μπαμπά, ανοιχτό το παράθυρο της  πόρτας του μαγαζιού, εκείνης που οδηγούσε στην ταράτσα. Θυμάσαι που μου φώναζες να μην ανεβαίνω γιατί ήταν επικίνδυνη;  Σταμάτησα να κοιτάξω κι ένα δάκρυ κύλησε. Τριάντα και ίσως κάτι παραπάνω  χρόνια είχαν περάσει κι όλα ήταν άδεια. Σκόνη και ερημιά παντού. Εγώ όμως θυμήθηκα τα πάντα. Η σκάλα εκεί, τα βαρέλια τα τεράστια με το κρασί και το λάδι εκεί…

Ανηφορήσαμε στην απάνω αγορά. Έρημη ήταν κι αυτή  αλλά θυμήθηκα πάλι. Στον Τίμιο Σταυρό, στο αγαπημένο σου εκκλησάκι  σταματήσαμε να ανέβουμε μαζί την ανηφόρα για το σπίτι της θείας της Χρυσής. Θυμάσαι μπαμπά; Μυρωδιά ήρθε στα ρουθούνια και στη θύμηση από τον μούστο από τα πατητήρια.  Αχ, αυτό το χαμόγελό σου, αυτή η μόνιμη ζωντάνια και σβελτάδα σου! Έτρεχα να προλάβω το βήμα σου. Εσύ φορτωμένος κοφίνια με σταφύλια κι εγώ να μαζεύω τις ρόγες που πέφτανε μην τις πατήσει κάποιος άλλος και γλιστρήσει.

Κανένας δεν κυκλοφορούσε τέτοια ώρα στο δρόμο. Συνεχίσαμε να περπατάμε, κρατώντας σε  πάντα από το ίδιο χέρι και φτάσαμε στα μαγαζιά των Λυδάκηδων, του Μακρή και του Κοντού. Ένα μουλινέ DMC  ήθελε η μαμά, ακόμα το θυμάμαι νο 925. Πόσα χρώματα, πόσες θύμησες… Σταμάτησες μια στιγμή, εσύ. Μίαν ανάσα ήθελες να πάρεις και κοιτάξαμε απέναντι το βουνό μας. Ανέβηκα μπαμπά, μόλις έμαθα τα χαμπέρια σου για το φευγιό σου, εκεί πήγα. Να φτάσω όπως μου έλεγες στον ουρανό, να δω πού πήγαινε η ψυχή σου…

Κι ύστερα περάσαμε έξω από το σπίτι του θείου του Γιώργου. Χαρά που θα κάνει ο αδελφός σου που θα σ’ αγκαλιάσει ξανά ύστερα από τόσα χρόνια! Λίγο πιο κάτω στρίψαμε δεξιά να ανηφορίσουμε στην Τουρκογειτονιά. Έξω από το θερινό σινεμά, σου τράβηξα γερά το χέρι. Τα γράμματα αχνά: «Σινεμά ο Παράδεισος». Χαμογέλασα… Μια μυγδαλιά είχε ανθίσει στη μέση μέση ανάμεσα σε χόρτα και σκουπίδια! Ελπίδα σκέφτηκα, δύναμη, ομορφιά… Στα δύσκολα που πρέπει να γελάμε, να προχωράμε!

Κουράστηκες μου πες κι έκανα στροφή, να πάμε σπίτι μας. Κι εκεί ο κόσμος ήταν πολύς. Ερχόντουσαν συνέχεια κι εσύ χαμογελούσες. Τους αναγνώριζες όλους. Γείτονες,  φίλοι, συγχωριανοί. Στην Παναγία μας θα μαζευόμασταν όλοι. Τριάντα χρόνια μπαμπά θυμάσαι; Τριάντα χρόνια επίτροπος, καθημερινή απόλαυση κι ασχολία δίκη σου.

Σου ψιθύρισα στ΄αυτί πως όλα γίνανε σωστά, κι όπως θα τα ‘θελες. Ξέρεις, η πεθερά μου, η δεύτερη μου μάνα, η Κ.Μαρίκα μας, η Δοκιμάκη, σε περίμενε εκεί πάνω. Μνημόσυνο χρόνου τής ετοιμάζαμε την επόμενη μέρα και δες πως τα ‘φερε η μοίρα κι ο καιρός. Δώρο πολύτιμο της στείλαμε από τη γη, ΕΣΕΝΑ μπαμπά.

Να μου τη χαιρετάς. Εκείνη ξέρω πως θα είναι πια τα μάτια σου.

Καταγάλανα μάτια, αληθινά και αξέχαστα κι ας ήσουν τυφλός. Ποτέ δεν παραπονέθηκες γι αυτό, ποτέ!

Νιώθω τυχερή που ήσουν τόσα χρόνια στη ζωή μου. Νιώθω τυχερή που έφυγες πλήρης κι ας ταλαιπωρήθηκες λίγο τα τελευταία σου χρόνια. Νιώθω τυχερή που έφυγες σχεδόν στα χέρια μου. Οι δύο μας, εφτά μέρες, πολύτιμο δώρο!

Θυμάσαι, μπαμπά; Εγώ δεν θα ξεχάσω τίποτα και ποτέ!

*Ο Γιάννης Μπετεινάκης πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 2020, πλήρης ημερών και εμπειριών. Μια γενιά ανθρώπων που πέρασε πολλά νομίζω πως χάθηκε με το φευγιό του. Ήταν ο πατέρας μου, ο δικός μου μπαμπάς, ο μεγάλος μου πρώτος έρωτας κι ο πολύτιμός μου!

*Η Ελένη Μπετεινάκη  είναι νηπιαγωγός

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει