“Η σταχομαζώχτρα” και η πολιτική

347

Από τα ωραιότερα διηγήματα, μάλιστα χριστουγεννιάτικα, είναι η “Σταχομαζώχτρα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που διαδραματίζεται μεταξύ Σκιάθου και Βόρειας Εύβοιας στα τέλη του 1800 και αρχές του 1900. Σ’ αυτό, η ηρωίδα θεία Αχτίτσα, η πάμφτωχη γριά, θέλοντας να θρέψει τα δυο μικρά εγγόνια της, μαζεύει μία-μία τις κεφαλές από τα στάχυα, μετά το θέρισμα των σιταριών από τους εύπορους αγρότες.

Η ίδια εικόνα της θείας Αχτίτσας, με περισσότερα γυναικεία πρόσωπα, τις “Σταχομαζώχτρες”, ήταν πολύ οικεία στους μαθητές της Σχολής της Αγίας Τριάδας των Τσαγκαρόλων στο Ακρωτήρι Χανίων.

Από τον εξαιρετικό και αξέχαστο καθηγητή μας των καλλιτεχνικών Αθανάσιο Κουφέλη δινόταν σε εμάς, τους μαθητές, η ελαιογραφία “Οι Σταχομαζώχτρες”, για άσκηση σε αντίστοιχη ελαιογραφία, με εξαιρετική επιτυχία, σαν αντίγραφο, από τους μαθητές που είχαν ταλέντο. Ήταν ένας εντυπωσιακός πίνακας, σε καρτ-ποστάλ, του JeanFrancois-Millet, με όμορφα χρώματα.

Στην εποχή των παιδικών μας χρόνων, ως θέμα και θέαμα ήταν γνωστό, γιατί σε κάθε χωριό υπήρχαν τουλάχιστον μια με δυο φτωχές γυναίκες που μάζευαν από τους δρόμους τις κεφαλές που είχαν πέσει από τα δεμάτια με τα θερισμένα στάχυα, όπως ήταν φορτωμένα στους υπομονετικούς γαϊδάρους.

Ήταν το λεγόμενο “ραντολόι”, προερχόμενο από το ρήμα “ρανάω”, δηλαδή περιπλανιέμαι, “ραίνω”, χωρίς λόγο, στους δρόμους.

Από την εποχή της ΠΔ. ήταν γνωστή, επίσης, η συνήθεια του σταχομαζώματος, με τη Ρουθ που εξασκούσε τη βιοποριστική αυτή συνήθεια.  Τις πρώτες μεταπολεμικές μας δεκαετίες του πενήντα και εξήντα, αλλά και προπολεμικά στην Κρήτη, το “ραντολόι” αναφερόταν και σε άλλα είδη καρπών.

Συνέβαινε και στα τρυγημένα αμπέλια, από τα οποία οι φτωχές γυναίκες, “οι ραντολοΐστρες”, μάζευαν από τις τρυγημένες κουρμούλες τα απομεινάρια, τα μικρά σταφύλια, τους “καμπανούς”, που δεν είχαν καμιά αξία και χρησιμότητα στους νοικοκύρηδες ιδιοκτήτες, εθεωρούντο ανάξια λόγου.

Στα πιτσιρίκια των χωριών ήταν, μάλιστα, ξεχωριστή απόλαυση, στην κάψα του καλοκαιριού, να μαζεύουν τους “καμπανούς”, για να ξεχάσουν στις περιπλανήσεις τη δίψα τους. Μάλιστα, ξεχωριστή συνήθεια για τη φτωχολογιά ήταν το “ραντολόι”, η περισυλλογή των υπολειμμάτων, από τις ραβδισμένες ελιές και τις χαρουπιές.

Συνήθως, τη δουλειά αυτή την ανέθεταν οι φτωχοί στα παιδιά τους, που με φάρδους και τσουβάλια στους ώμους περιέρχονταν στα χωράφια και συνέλεγαν τα υπολείμματα από τις ραβδισμένες ελιές και χαρουπιές, τα πουλούσαν σε μικροποσότητες στους εμπόρους για να αγοραστούν ελάχιστα τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης.

Με τη σχετική άνοδο του εισοδήματος, από τη δεκαετία του ’70 και εξής, στην ελληνική κοινωνία το φαινόμενο και ο όρος στην Κρήτη “ραντολόι” εξέλιπε από τα χείλη των σύγχρονων και ειδικά των νέων. Έχει μείνει, όμως, η έκφραση και σήμερα, στα χωριά και στους προερχόμενους από την επαρχία σημερινούς αστούς, “μάζευε, ας είναι και ρόγες”.

Οι εικόνες με τις “σταχομαζώχτρες” του πίνακα του JeanFrancoisMillet, της θείας Αχτίτσας και των παιδικών μας χρόνων, ως “ραντολόι”, ήρθε ξαφνικά στην πολιτική επικαιρότητα. Πολιτικά κόμματα, κυρίως κυβερνητικά, που αρχίζουν να έχουν πτωτική τάση, πτώση των ποσοστών τους, και χάνουν τη δυναμική τους, είναι δηλαδή σε “πολιτική πενία”, πολιτική φτώχεια, αρχίζουν να επιδίδονται στην τακτική που είχαν έντιμα οι φτωχές σταχομαζώχτρες και οι όμοιοι συλλέκτες με το “ραντολόι” της Κρήτης.

Άρχισαν, δηλαδή, να μαζεύουν, πανικόβλητοι, παρηκμασμένους πολιτικούς του χθες και παροπλισμένους, πολιτικά σκύβαλα (απομεινάρια), χωρίς πολιτικό ήθος, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα αυξήσουν τα ποσοστά τους στις επικείμενες εκλογές και θα διασωθούν πολιτικά.

Το μόνο, όμως, που επιτυγχάνουν, δυστυχώς, είναι να φανερώνουν, με τις απονενοημένες, απελπισμένες και αδιάντροπες ενέργειές τους, στην κοινωνία την πολιτική φτώχεια τους.  Με συνέπεια είτε να τους εγκαταλείπουν οι πολλοί είτε, το κυριότερο, να τους λυπούνται για το κατάντημά τους.

Οι παλιοί αγωνιστές και καπεταναίοι της Αντίστασης μάς έλεγαν ότι στη μάχη, καθώς και πριν από αυτήν, “ο εχθρός πρέπει να σε υπολογίζει”. Αλλά και στην ίδια την κοινωνία μας έλεγαν ότι “καλλιά ’ναι οι ανθρώποι να σε υπολογίζουν, παρά να σε λυπούνται”.

*Ο Αντώνης Σανουδάκης – Σανούδος είναι επ. καθηγητής Ιστορίας της Π.Α.Ε.Α.Κ.

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει