Περισσότεροι τουρίστες και μεγαλύτερες εισπράξεις σημαίνουν περισσότερη δουλειά για ξενοδοχεία, εστιατόρια, καταστήματα και μεταφορές. Πόσα, όμως, από τα χρήματα που ξοδεύουν οι επισκέπτες στηρίζουν τελικά την ελληνική παραγωγή και τα εισοδήματα στη χώρα;
Αυτό το ερώτημα εξετάζει η μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), «Η συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία», που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2026. Οι ερευνητές αναγνωρίζουν τη μεγάλη σημασία του τουρισμού, αλλά υπογραμμίζουν ότι η αύξηση των αφίξεων και των εσόδων δεν αρκεί για να γίνει η οικονομία πιο ισχυρή σε βάθος χρόνου.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι ότι κάθε επιπλέον 1 δισ. ευρώ εισπράξεων από επισκέπτες του εξωτερικού εκτιμάται ότι αυξάνει την αξία των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην οικονομία κατά περίπου 987 εκατ. ευρώ και την απασχόληση κατά περίπου 25.863 άτομα. Παράλληλα, όμως, αυξάνει και τις εισαγωγές κατά 317 εκατ. ευρώ.
Πώς ένα μέρος του οφέλους καταλήγει στο εξωτερικό
Για να φιλοξενήσουν περισσότερους επισκέπτες, οι επιχειρήσεις χρειάζονται περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες. Όταν ένα μέρος αυτών αγοράζεται από το εξωτερικό, η αύξηση του τουρισμού στηρίζει και την παραγωγή άλλων χωρών.
Ένα καθημερινό παράδειγμα είναι το γεύμα ενός τουρίστα. Τα χρήματα που πληρώνει στηρίζουν το εστιατόριο, τους εργαζομένους και τους προμηθευτές του. Αν, όμως, τα τρόφιμα ή τα ποτά είναι εισαγόμενα, ένα μέρος της αξίας του γεύματος έχει δημιουργηθεί εκτός Ελλάδας. Αν προέρχονται από Έλληνες παραγωγούς, το όφελος φτάνει και στον αγρότη, στη μονάδα επεξεργασίας και στις επιχειρήσεις που τα μεταφέρουν.
Γι’ αυτό οι συνολικές τουριστικές εισπράξεις δεν δείχνουν από μόνες τους πόσο κερδίζει η ελληνική οικονομία.
Οι εκτιμήσεις της μελέτης παρουσιάζουν την ακόλουθη εικόνα:
- Κάθε επιπλέον 1 δισ. ευρώ από επισκέπτες του εξωτερικού εκτιμάται ότι φέρνει Αύξηση
- Αξία αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην οικονομία 987 εκατ. ευρώ
- Απασχόληση, μαζί με τις επιχειρήσεις που εξυπηρετούν τον τουρισμό 25.863 άτομα
- Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών 317 εκατ. ευρώ
Τα 317 εκατ. ευρώ δεν είναι ένας «λογαριασμός» που αφαιρούμε από το 1 δισ. για να βρούμε το καθαρό κέρδος της χώρας. Οι αριθμοί μετρούν διαφορετικά αποτελέσματα της αύξησης των εισπράξεων. Δείχνουν, όμως, γιατί έχει σημασία πού και από ποιους προμηθεύονται οι τουριστικές επιχειρήσεις
Η εξάρτηση από τις εισαγωγές έχει αυξηθεί
Μια δεύτερη ανάλυση της μελέτης δείχνει ότι ο ελληνικός τουρισμός στηρίζεται περισσότερο από ό,τι παλαιότερα σε προϊόντα και υπηρεσίες που παράγονται στο εξωτερικό.
Το μερίδιο της αξίας που δημιουργείται σε άλλες χώρες και περιλαμβάνεται στις ελληνικές εξαγωγές τουριστικών υπηρεσιών αυξήθηκε από 10,1% το 1995 σε 16,5% το 2020. Με απλά λόγια, η τουριστική υπηρεσία που προσφέρεται στην Ελλάδα περιλαμβάνει και δουλειά ή προϊόντα που έχουν παραχθεί αλλού, και αυτό το μερίδιο έχει μεγαλώσει.
Η μέτρηση αυτή εξετάζει την προέλευση της αξίας των τουριστικών υπηρεσιών. Είναι διαφορετική από την προηγούμενη εκτίμηση για τις πρόσθετες εισαγωγές που προκαλεί μια αύξηση των εισπράξεων.
Αυτοι οι αριθμοί αναδεικνύουν την ανάγκη να ενισχυθούν οι ντόπιοι προμηθευτές. Όσο περισσότερες ανάγκες του τουρισμού καλύπτονται από την εγχώρια παραγωγή, τόσο ευρύτερα μπορούν να μοιραστούν τα οφέλη του μέσα στη χώρα.
Περισσότεροι επισκέπτες δεν σημαίνουν ότι ο καθένας ξοδεύει περισσότερο
Η αύξηση των συνολικών εισπράξεων μπορεί να κρύβει μια λιγότερο θετική εξέλιξη: να έρχονται περισσότεροι τουρίστες, αλλά ο καθένας να ξοδεύει λιγότερα ή να μένει λιγότερες ημέρες.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η ημερήσια δαπάνη των επισκεπτών από το εξωτερικό μειώθηκε από 82,5 ευρώ το 2005 σε 72,3 ευρώ το 2022, δηλαδή κατά περίπου 12,4%, όταν αφαιρεθεί η επίδραση της αλλαγής των τιμών. Η σύγκριση αυτή δείχνει την πραγματική μεταβολή της δαπάνης, χωρίς να επηρεάζεται από το ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες έχουν ακριβύνει.
Οι συγγραφείς καταγράφουν επίσης μείωση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι, η οποία συνδέεται στενά με τη μικρότερη διάρκεια παραμονής. Ένας επισκέπτης που μένει λιγότερες ημέρες μπορεί να ξοδέψει συνολικά λιγότερα, ακόμη και αν η ημερήσια δαπάνη του δεν αλλάξει.
Έτσι, μια χρονιά με περισσότερες αφίξεις και μεγαλύτερες συνολικές εισπράξεις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η απόδοση ανά επισκέπτη έχει βελτιωθεί. Για να αξιολογηθεί η πορεία του τουρισμού, χρειάζεται να εξετάζονται και η διάρκεια των διακοπών και τα χρήματα που δαπανά ο κάθε ταξιδιώτης.
Περισσότερες δουλειές, αλλά με ποιους όρους;
Η μελέτη αναγνωρίζει τη σημαντική συμβολή του τουρισμού στη δημιουργία εργασίας. Η απασχόληση που συνδέεται με την κατανάλωση των επισκεπτών εκτιμάται ότι αυξήθηκε από περίπου 178.000 άτομα το 2011 σε 427.000 το 2019. Το μερίδιό της στη συνολική απασχόληση ανέβηκε από 5,5% σε 9,6%.
Στον υπολογισμό αυτό περιλαμβάνεται η εργασία που εξυπηρετεί τους τουρίστες και όχι κάθε θέση σε έναν σχετικό κλάδο. Για παράδειγμα, ένα εστιατόριο μπορεί να εξυπηρετεί τόσο επισκέπτες όσο και κατοίκους της περιοχής.
Η αύξηση των θέσεων, όμως, δεν εξασφαλίζει αυτόματα σταθερή εργασία και καλύτερες αμοιβές. Στα στοιχεία του 2022 για καταλύματα και εστίαση, η μερική απασχόληση έφθανε το 16%, έναντι 8% στο σύνολο της οικονομίας. Η προσωρινή εργασία ή οι συμβάσεις με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης αντιστοιχούσαν στο 18,5%, έναντι 7% συνολικά.
Παράλληλα, ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας ήταν 42 ώρες, έναντι 38 ωρών στο σύνολο της οικονομίας. Οι ερευνητές επισημαίνουν, επομένως, ότι η επιτυχία του τουρισμού πρέπει να αξιολογείται και από τις συνθήκες και τις αμοιβές όσων εργάζονται σε αυτόν.
Γιατί τα τουριστικά ρεκόρ δεν αρκούν για την ανάπτυξη
Ο τουρισμός μπορεί να δώσει γρήγορη ώθηση στην οικονομία. Όταν αυξάνονται οι επισκέπτες και οι δαπάνες τους, μεγαλώνει η δουλειά για τις επιχειρήσεις και ενισχύεται η ανάγκη για προσωπικό. Η μελέτη βρίσκει ότι, σε αυτούς τους τομείς, η επίδρασή του είναι ισχυρότερη από τον μέσο όρο της οικονομίας.
Για να αυξάνονται όμως σταθερά τα εισοδήματα σε βάθος χρόνου, χρειάζεται να βελτιώνεται και η παραγωγικότητα: η αξία που παράγεται για κάθε εργαζόμενο. Αυτό μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, με καλύτερη οργάνωση, εξοπλισμό και δεξιότητες. Στην ανάλυση της έρευνας, ο σχετικός δείκτης για τον τουρισμό βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της οικονομίας.
Γι’ αυτό οι ερευνητές θεωρούν ότι ο τουρισμός δεν μπορεί να αποτελέσει το βασικό στήριγμα της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η αύξηση της κίνησης χρειάζεται να συνοδεύεται από ενίσχυση της παραγωγής και από καλύτερες συνεργασίες με άλλες ελληνικές επιχειρήσεις.
Από το ξενοδοχείο στον Έλληνα παραγωγό
Η βασική λύση που προτείνει η μελέτη είναι να συνδεθεί πιο στενά ο τουρισμός με την ελληνική παραγωγή, ιδιαίτερα με τα τρόφιμα και τα ποτά.
Ένα ξενοδοχείο που αγοράζει προϊόντα από Έλληνες παραγωγούς μπορεί να στηρίξει περισσότερες επιχειρήσεις και εργαζομένους στη χώρα. Για να λειτουργήσει όμως αυτή η συνεργασία σε μεγάλη κλίμακα, χρειάζονται επαρκείς ποσότητες, σταθερή ποιότητα και αξιόπιστες παραδόσεις.
Γι’ αυτό οι ερευνητές προτείνουν οργανωμένα κέντρα συγκέντρωσης και διανομής αγροτικών προϊόντων στις περιφέρειες, καλύτερες αποθήκες και μεταφορές, καθώς και ενίσχυση της πιστοποίησης και προβολής ελληνικών προϊόντων. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται το Ελληνικό Πρωινό, το Ειδικό Σήμα Ποιότητας Ελληνικής Κουζίνας και τα προϊόντα με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη, όπως τα ΠΟΠ και ΠΓΕ.
Η μελέτη ζητεί επίσης να εξεταστεί πόσους τουρίστες μπορεί να αντέξει κάθε προορισμός, χωρίς υπερβολική πίεση στις υποδομές, στους φυσικούς πόρους και στην καθημερινότητα (κυρίως στα ενοίκια) των κατοίκων.
Το ζητούμενο είναι οι περισσότερες αφίξεις να μεταφράζονται σε μεγαλύτερο όφελος για την ελληνική παραγωγή, καλύτερες δουλειές και ισχυρότερες τοπικές οικονομίες. Αυτή είναι η ουσιαστική δοκιμασία πίσω από κάθε νέο τουριστικό ρεκόρ.
