Η αεροπορική εμπειρία στην Ελλάδα συνοδεύεται συχνά από μια αίσθηση αναμονής, που έχει πλέον κανονικοποιηθεί. Καθυστερήσεις μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες μεμονωμένα, αλλά συστηματικές και επίμονες.
Κι όμως, πίσω από αυτά τα φαινομενικά ασήμαντα λεπτά και δευτερόλεπτα, κρύβεται μια βαθύτερη δυσλειτουργία, η οποία αποτυπώνεται καθαρά στα επίσημα στοιχεία του Eurocontrol για το 2025, όπως παρουσιάστηκαν από την «Καθημερινή».
Σύμφωνα με τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας, η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη στην Ευρώπη ως προς τη μέση καθυστέρηση ανά πτήση στη φάση en-route, δηλαδή κατά τη διάρκεια της πτήσης μεταξύ αεροδρομίων. Με 54 δευτερόλεπτα καθυστέρησης ανά πτήση, η χώρα μας βρίσκεται πίσω μόνο από τη Γαλλία (114 δευτερόλεπτα) και την Ισπανία (59 δευτερόλεπτα), ξεπερνώντας ακόμη και τη Γερμανία.
Αν τα 54 δευτερόλεπτα ακούγονται αμελητέα, η πραγματικότητα του αεροπορικού συστήματος λέει κάτι εντελώς διαφορετικό. Πρόκειται για έναν μέσο όρο που προκύπτει από πτήσεις χωρίς καμία καθυστέρηση και από άλλες που μπορεί να αγγίζουν ή και να ξεπερνούν τη μία ώρα.
Το αποτέλεσμα είναι μια σωρευτική επιβάρυνση που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον επιβάτη, αλλά ασκεί διαρκή πίεση στο σύνολο του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.
Ενδεικτικά, μόνο το αεροδρόμιο της Αθήνας κατέγραψε το 2025 σχεδόν 284.000 αφίξεις και αναχωρήσεις. Όταν κάθε πτήση επιβαρύνεται κατά μέσο όρο με 54 δευτερόλεπτα, το άθροισμα μεταφράζεται σε περισσότερες από 4.200 ώρες καθυστέρησης ή σχεδόν 177 ημέρες σωρευτικής πίεσης. Δεν πρόκειται για «χαμένο χρόνο» ενός επιβάτη, αλλά για τη συνολική φθορά ενός συστήματος που λειτουργεί στα όριά του.
Η αιτία αυτών των καθυστερήσεων δεν είναι μυστηριώδης. Συνδέεται άμεσα με περιορισμούς στη χωρητικότητα του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, οι οποίοι αποδίδονται σε παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό και σε ανεπαρκή στελέχωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες. Σε περιόδους αιχμής, όπως το καλοκαίρι ή οι γιορτές, οι αδυναμίες αυτές γίνονται ακόμη πιο εμφανείς.
Η τρίτη θέση της Ελλάδας σε αυτή τη δυσάρεστη ευρωπαϊκή κατάταξη, δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο. Είναι μια υπενθύμιση ότι η αεροπορική ανάπτυξη της χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στον τουρισμό και στην αυξημένη ζήτηση, χωρίς αντίστοιχες επενδύσεις στις υποδομές και στο ανθρώπινο δυναμικό. Διαφορετικά, οι καθυστερήσεις θα συνεχίσουν να συσσωρεύονται σιωπηλά, όπως ακριβώς και τα προβλήματα που τις προκαλούν.