Αυτό που μου άρεσε, ήταν ότι οι χαρακτήρες του δεν ήταν ψεύτικοι ή ιδεατοί. Ήταν άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες, σκοτεινές πτυχές. Συνταγματάρχης Λιάπκιν, η Μεγάλη Χίμαιρα, Γιούγκερμαν, Κίτρινος Φάκελος, Το 10. Στην εφηβεία, ξενυχτούσα διαβάζοντας τα βιβλία του και ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς.
Ο Μ. Καραγάτσης παραμένει ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς της γενιάς του ΄30 που όχι μόνο διαβάζεται φανατικά μέχρι σήμερα, αλλά επανεκδίδεται συνεχώς και μεταφέρεται με επιτυχία στην τηλεόραση και το θέατρο.
Η λεπτή ειρωνεία του για την ανθρώπινη μοίρα και τις κοινωνικές συμβάσεις, τον κάνει να φαίνεται εξαιρετικά σύγχρονος, ακόμα και το 2026.
Η «Μεγάλη Χίμαιρα», η μεταφορά ενός από τα σημαντικότερα έργα του στην τηλεόραση, έχει ήδη αποκτήσει φανατικό κοινό. Ποιος ήταν ο Καραγάτσης, που έγραφε αυτά τα διαχρονικά αριστουργήματα;
Έψαξα και βρήκα μια συνέντευξη που έδωσε ο ίδιος, αλλά και η κόρη του Μαρίνα, η οποία είχε μιλήσει για τον πατέρα της στην Ελπίδα Πασαμιχάλη, περιγράφοντας έναν άνθρωπο ιδιαίτερο, με πάθη και άκρως αντιφατικό, όπως οι ήρωες των βιβλίων του.
«Ήταν σίγουρα καλοφαγάς και πολυφαγάς. Ήταν καπνιστής. Ήθελε καφέ και τσιγάρο για να γράψει, μέχρι που αρρώστησε και έλεγε “πώς θα γράψω χωρίς τσιγάρο;” και το έκοβε στη μέση. Και βεβαίως είχε εξωσυζυγικές σχέσεις. Τώρα τι είδους σχέσεις ήταν αυτές, πόσο σημαντικές ήταν, δεν μπορώ να πω. Δεν νομίζω πάντως ότι ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να παρασυρθεί από έναν μεγάλο έρωτα. Γιατί ήταν πολύ εγωκεντρικός. Είχε κοπελίτσες, απλοϊκές λίγο, στο περιστασιακό.
Σηκωνόταν το πρωί γύρω στις επτά, γύρω στις επτάμιση, όλη η οικογένεια πίναμε το γάλα μας και μετά έγραφε. Εγώ δεν τον θυμάμαι ποτέ να μην γράφει. Κάθε μέρα, το πρωί έγραφε, το μεσημέρι έγραφε, το απόγευμα έγραφε, το βράδυ πριν κοιμηθεί έγραφε. Επειδή είχε δύσκολο ύπνο, ποτέ αργά το βράδυ, γιατί στις δώδεκα – δωδεκάμισι έπεφτε στο κρεβάτι.
Στην εφηβεία μου επάνω, μετά τον πόλεμο, αγόρασε ένα τζιπ και τις Κυριακές κάναμε κάποιες εκδρομές. Οδηγούσε, τσακωνόταν, κυνηγούσε τους άλλους οδηγούς, έβγαινε και τους έδερνε! Θυμάμαι να έχει μπει σε ένα χωράφι και να κυνηγάει έναν οδηγό. Του άρεσε πολύ να οδηγεί.
Έβγαινε με τη μάνα μου. Πηγαίνανε σε ταβερνεία. Μαζί τους ήτανε συνήθως ο Καραντώνης με τη γυναίκα του, ο Κατσίμπαλης, ο Πατσιφάς, ήταν οι πιο τακτικοί. Και οι Βενέζηδες μερικές φορές, Τερζάκηδες, αυτοί.
Ο πατέρας μου ήτανε ένας άνθρωπος από την μία πολύ Έλληνας, από την άλλη ένας Ευρωπαίος του διαφωτισμού. Που θαυμάζει τη γνώση. Και ήταν και πολυσχιδής. Τον ενδιέφεραν όλα τα θέματα. Καθόταν με τις ώρες και διάβαζε. Είχε αφάνταστες γνώσεις».
Η συνέντευξη του νεαρού, τότε, Μ. Καραγάτση στον Λουκά Δαράκη, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ηχώ» της Ελλάδος, στις 12/5/1935.
«- Ένα σας έργο θα το ανταλλάζατε με μιας ώρας ζωική απόλαυσι;
– Όχι, γιατί η λογοτεχνία μου είνε απόλαυσι, αναντικατάστατη ηδονή, το μεγαλύτερο πάθος μου. Για μένα ο καλλιτέχνης δεν είνε απολύτως φυσιολογικός άνθρωπος. Ο φυσιολογικός άνθρωπος θα μούντζωνε όλα τ’ αριστουργήματα για μιας ώρας ζωή.
– Στην Τέχνη ένα σας θέμα, έξαφνα τον έρωτα, τον ζήτε όπως στη ζωή;
– Όχι το ίδιο. Στην Τέχνη θα χαρώ το θέμα μου έτσι, όπως δεν μπόρεσα να το χαρώ στη ζωή – στη χαρά του ονείρου. Στην Τέχνη το συμπληρώνω, το τελειοποιώ, εξουδετερώνω εκεί τις αντιδράσεις που παρουσιάζει στην πραγματική ζωή, το υποτάσσω στη θέλησί μου, το δημιουργώ όπως θα ‘θελα να το ζήσω.
– Της ίδιας ποιότητος και εντάσεως είνε η απόλαυσι στον κόσμο της ζωής και στον κόσμο της Τέχνης;
– Όχι. Πιο έντονα χαίρεται κανείς κάθε τι στη ζωή. Όταν όμως γράφω, ξεθυμαίνω και δεν αισθάνομαι πια την ανάγκη να ζήσω».