Βγαίνεις έξω το Σαββατοκύριακο να ξεσκάσεις, και συναντάς πλέον δύο κατηγορίες φίλων και γνωστών.

Τους εργαζόμενους που έχουν πήξει από την πολλή δουλειά και τους συνταξιούχους, που είναι μες την τρελή χαρά.

«Δεν προλαβαίνουμε να δούμε ούτε τα παιδιά μας» σου λένε οι πρώτοι, «έφυγα και γλίτωσα από το άγχος και την πίεση», σου λένε οι δεύτεροι.

Δεν είναι μυστικό ότι στη χώρα μας, όλοι ανυπομονούν να συνταξιοδοτηθούν.

Δεν είναι απαραίτητο ότι δεν αγαπάνε τη δουλειά τους, είναι ότι δεν μπορούν πλέον να την κάνουν με χαρά, έχοντας ρυθμούς ανθρώπινους, που δεν τους εξαντλούν.

Στην Ελλάδα δουλεύουμε περισσότερο από όλους τους Ευρωπαίους, αυτό το ξέρουμε, αυτό μάλλον που δεν γνωρίζουμε είναι ότι η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, παρά τις πολλές ώρες εργασίας.

Γιατί, άραγε; Μάλλον κάτι δεν κάνουμε σωστά.

Στον αντίποδα, οι Ολλανδοί, δουλεύουν στην πλειοψηφία τους 4ήμερο 8ωρο και οι δείκτες παραγωγικότητας είναι αυξημένοι.

Η Ολλανδία αποτελεί σήμερα το ζωντανό «εργαστήριο» αυτών των νέων εργασιακών σχέσεων. Με μέσο όρο 32,1 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, κατέχει τα πρωτεία του χαμηλότερου χρόνου απασχόλησης στην Ε.Ε.

Η τάση για 4ήμερο είναι πλέον τόσο ισχυρή, που όσοι επιμένουν στο κλασικό 5ήμερο αισθάνονται σχεδόν… δακτυλοδεικτούμενοι.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, η ολλανδική εμπειρία μπορεί να διδάξει σε άλλες χώρες ότι οι προφητείες για καταστροφικές συνέπειες της μείωσης του χρόνου εργασίας στην οικονομία, είναι υπερβολικές.

Παρότι ο μέσος εργαζόμενος απασχολείται λιγότερες ώρες, η Ολλανδία παραμένει μία από τις πλουσιότερες ευρωπαϊκές οικονομίες σε κατά κεφαλήν εισόδημα. Αυτό συμβαίνει επειδή οι λιγότερες ώρες συνδυάζονται με υψηλή παραγωγικότητα και μεγάλο ποσοστό πολιτών στην αγορά εργασίας: 82% των Ολλανδών σε παραγωγική ηλικία απασχολούνταν στα τέλη του 2024, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ. Το αντίστοιχο ποσοστό στη Βρετανία είναι 75%, στις ΗΠΑ 72% και στη Γαλλία 69%.

Οι Έλληνες εργάζονται κατά μέσο όρο 1.886 ώρες ετησίως, σημαντικά περισσότερες από τις 1.340 της Γερμανίας, αλλά η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή.

Οι κύριοι λόγοι είναι οι χαμηλοί μισθοί, που ωθούν τους εργαζόμενους σε επιπλέον ώρες ή δεύτερη δουλειά, το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης και η επισφάλεια στην αγορά εργασίας μετά την οικονομική κρίση.

Επιπλέον υπάρχει μια κουλτούρα, σύμφωνα με την οποία η παρουσία στον χώρο εργασίας, θεωρείται πιο σημαντική από την απόδοση.

Η ολλανδική εμπειρία, πάντως, δείχνει ότι η εργάσιμη εβδομάδα των τεσσάρων ημερών δεν οδηγεί στη «νιρβάνα», αλλά ούτε και στην οικονομική καταστροφή.

Αλλά τελικά, το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ αυτού του μοντέλου, δεν βρίσκεται στους οικονομικούς δείκτες, αλλά στα χαμόγελα των επόμενων γενεών.

Η Ολλανδία φιλοξενεί σταθερά τα πιο ευτυχισμένα παιδιά στον κόσμο, αποδεικνύοντας ότι ο χρόνος που «κερδίζεται» από το γραφείο επενδύεται με τον πολυτιμότερο τρόπο, στο σπίτι.