Σε μια εποχή, μακριά πολύ από ’κείνη των ανθρώπων των σπηλαίων, εν έτει 2026 έχουμε κατακτήσει πολλά. Ή μήπως όχι; Ο αγώνας για το αυτονόητο φαίνεται να γίνεται καθημερινότητα και όταν κατακτήσουμε το ένα «αυτονόητο» ξανά αγώνας για το επόμενο αυτονόητο.
Η αναφορά γενική, αλλά καθόλου γενικόλογη, αφού στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που συμβαίνουν γύρω μας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση, αλλά και καταργώντας στην πράξη απόψεις, θεωρίες και θεωρήματα που αποτέλεσαν κατακτήσεις πριν πολλά χρόνια και αποδεχόμαστε πλέον σχεδόν αξιωματικά.
Στην Κρήτη το 2026 δεν ισχύει ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της οικονομικής επιστήμης, δεν ισχύει. Ή τουλάχιστον δεν ισχύει πάντα. Ο νόμος που αποτέλεσε προϊόν της φιλοσοφίας του διαφωτισμού, διδάσκεται σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, αλλά τελικά ισχύει;
Για παράδειγμα το λάδι. Οι ποσότητες λιγοστεύουν, η ζήτηση αυξάνεται, αλλά οι τιμές στη χώρα μας και κατά συνέπεια στην Κρήτη δεν αυξάνονται όπως θα περίμενε κανείς. Φυσικά και υπάρχει εξήγηση: λέγεται ανταγωνισμός και μάλιστα αθέμιτος, αρκετές φορές από άλλες ελαιοπαραγωγές χώρες, που μειοδοτούν με χαμηλότερης ποιότητας προϊόντων, αλλά και χαμηλότερες τιμές. Λογικό;
Όχι αν σκεφτεί κανείς ότι κάποιες φορές οι χώρες αυτές είναι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που, αν δεν το έχουμε ξεχάσει, η ΕΕ αποτελεί μια «μεγάλη χώρα» με διαχείριση αγαθών και χρημάτων προς όφελος των μελών της.
Αλλά αυτά είναι «ψιλά γράμματα» για τον Κρητικό αγρότη – παραγωγό που επένδυσε, μόχθησε και, τελικά, για πολλοστή φορά, «μπήκε μέσα» στο ταμείο. Πώς να εξηγήσεις σε κάποιους ότι το λάδι στην Κρήτη δεν είναι απλώς προϊόν, είναι ο πολιτισμός της καθημερινότητάς μας, είναι οι πρόγονοι μας, οι μνήμες μας, οι γευστικές και όχι μόνο.
Η αγορά δεν καταλαβαίνει τέτοιες λεπτομέρειες. Και θα πούμε καλά με τις τιμές του λαδιού που μας τις «έφαγε» ο ανταγωνισμός. Με το προσωπικό στον τουρισμό όμως; Λειτουργεί άραγε εκεί ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης; Μάλλον όχι, αν πάρουμε ως δεδομένο πως οι προσφερόμενοι για εργασία στην Κρήτη είναι πολλοί λιγότεροι από αυτούς που χρειάζονται σε ξενοδοχεία και τουριστικές επιχειρήσεις.
Αυτό δεν φαίνεται να έχει βελτιώσει τους μισθούς, τουλάχιστον στο επίπεδο που θα ήταν αναμενόμενο, αλλά ούτε και τις συνθήκες εργασίας. Δεν υπάρχουν «δελεαστικές» προτάσεις αλλά σίγουρα υπάρχουν εξοντωτικά ωράρια και συνθήκες άγριες. Φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις αλλά, όπως σε κάθε περίπτωση, απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Έτσι, την ώρα που οι δικοί μας εργαζόμενοι δεν φτάνουν αλλά είναι εξαιρετικά καταρτισμένοι, δέχονται προτάσεις για εργασία σε ευρωπαϊκές και άλλες χώρες, και αρκετοί έχουν μεταναστεύσει για το μεροκάματο, αφού οι απολαβές και οι συνθήκες είναι καλύτερες.
Από την άλλη, εισάγουμε εργαζόμενους από άλλες χώρες του κόσμου, κυρίως σε θέσεις που δεν απαιτείται ειδίκευση, οι οποίοι είναι πιο φθηνοί αλλά και περισσότερο ευάλωτοι σε πολλά επίπεδα από τους δικούς μας.
Αν κοιτάξουμε πίσω από την εικόνα θα δούμε ότι τελικά αυτή είναι η ελεύθερη αγορά, που μοιάζει και είναι άδικη πολλές φορές, είναι αντιφατική, βάζει αρκετές φορές λίγο πιο πίσω τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους.
Κάπως έτσι ξαναμαθαίνουμε στην πράξη τι σημαίνουν οι οικονομικές θεωρίες στη ζωή μας και πως ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης «καπελώνεται» από ανταγωνισμό και άλλες θεωρητικές υποθέσεις που καθορίζουν την «τελική μας τιμή».