Υπάρχουν πόλεις ή και μικρότερες γεωγραφικές ενότητες, που σεμνύνονται για τα αρχαιολογικά, ιστορικά ή και άλλα πολιτιστικά μνημεία που διαθέτουν. Χωρίς αμφιβολία, το Ηράκλειο κατέχει αυτό το προνόμιο και δικαιολογημένα υπερηφανεύεται, αφού κρατεί για αιώνες τα είδη αυτά της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Αντιστέκεται έτσι στην αφανιστική μανία του φθοροποιού χρόνου. Το πλούσιο, λοιπόν, παρελθόν αποτελεί μια δημιουργική πνοή και μια ομιλούσα σιγή με το πάντα γνωστικό ενδιαφέρον στο πέρασμα του χρόνου.
Τα μνημεία αυτά, ως θύλακες αυτογνωσίας του παρελθόντος, δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορους τους σημερινούς κατοίκους της πόλης μας. Τα εθνικά και τοπικά μας αισθήματα πρέπει να αφυπνιστούν και, ανάλογα, να δραστηριοποιηθούν.
Μια ευαισθητοποιημένη, λοιπόν, ομάδα πνευματικών ανθρώπων της πόλης μας προβληματίζεται και ασχολείται σήμερα με το ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Μάρκογλου, που βρίσκεται ως συνδετικός και αποτρεπτικός κρίκος μεταξύ της πλατείας Ελευθερίας και του γνωστού πάρκου Γεωργιάδη.
Το ακίνητο αυτό, όπως πληροφορούμαστε, ανήκει σε χώρους που έχουν χαρακτηριστεί «πράσινο» από τον Γενικό Πολεοδομικό Σχεδιασμό. Μέρος του ακινήτου ανήκει στην ιδιοκτησία του Δήμου και το υπόλοιπο σε ιδιώτη, που όμως δεν μπορεί να οικοδομηθεί ως χαρακτηρισμένος χώρος πράσινου.
Το τμήμα λοιπόν του μη οικοδομήσιμου οικοπέδου εξυπηρετεί σήμερα διάφορες ιδιωτικού χαρακτήρα δραστηριότητες. Στον ίδιο χώρο, που είναι σήμερα παραμελημένος, λειτουργούσε το πρώτο Ηρώο, και στο εσωτερικό του το Εθνολογικό Μουσείο της πόλης. Τα εγκαίνια του Ηρώου, που σχεδιάστηκε σε μινωικό ρυθμό, έγιναν το 1930 με πρωτοφανή επισημότητα και λαμπρότητα.
Δεν έλειψε ακόμα και ευζωνικό άγημα, το οποίο ήρθε με το πολεμικό πλοίο «Έλλη», που μετέφερε και τους επίσημους. Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε ο τότε νομάρχης Ηρακλείου, Ε. Λυδάκης. Το Ηρώο αυτό εγκαινιάστηκε ως θύλακας εθνικής τιμής και αυτογνωσίας, αφού σκοπός της ίδρυσής του ήταν η ανάμνηση συμμετοχής της πόλης μας στην εκατονταετηρίδα της εθνικής παλιγγενεσίας (1830-1930).
Στο Μουσείο αυτό, θα φιλοξενούνταν όπλα, εικόνες, ιστορικά έγγραφα και άλλα κειμήλια, χαρακτηριστικά του αγώνα και της απελευθέρωσης. Η μακροχρόνια διεκδικητική δικαστική αμφισβήτηση ή όχι του επίδικου οικοπέδου, είχε ως συνέπεια την παραμέληση και τη χορτοκάλυψη του μουσειακού χώρου.
Ματαιώθηκε, έτσι, η λειτουργία του Ηρώου, για να αποτελέσει ο χώρος αυτός μια πυορροούσα πληγή του κεντρικού τμήματος της πόλης. Μπροστά στη διαιωνιζόμενη, ανεπίτρεπτη και δυσφημιστική αυτή κατάσταση, η πνευματική ομάδα μας, με αίσθημα εθνικής ευθύνης, προτείνει:
1- Τη συγκρότηση Επιτροπής με μέλη του Δήμου, η οποία θα ασχοληθεί με την αφύπνιση τού «εν υπνώσει» όλου θέματος. Προς τον σκοπό αυτό θα απευθυνθεί και θα ζητήσει οικονομική ενίσχυση από το Υπουργείο Οικονομικών, την Περιφέρεια, τον Δήμο, τα Επιμελητήρια, τις ναυτιλιακές και αεροπορικές εταιρείες, καθώς και από ορισμένες εύπορες ή και άλλες οικογένειες της πόλης μας.
Με το ποσό αυτό που θα συγκεντρωθεί και εφόσον ο ιδιοκτήτης του ακινήτου διαθέτει νόμιμους τίτλους, θα αποζημιωθεί, μετά βέβαια την εκτίμηση της αξίας του από ειδική -για τον σκοπό αυτό- Επιτροπή. Θα επαναλειτουργήσει, λοιπόν, και πάλι το Ηρώο-Μουσείο στον διαμορφωνόμενο νέο πνεύμονα πράσινου.
Εφόσον κριθεί πως οι οικονομικές δυνατότητες το επιτρέπουν, μπορεί να γίνει και επέκταση των κτηριακών εγκαταστάσεων για καλύτερη κάλυψη των συναφών αναγκών. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η τότε σημαντική δαπάνη του έργου καλύφθηκε αποκλειστικά από έρανο, στον οποίο με προθυμία ανταποκρίθηκαν οι κάτοικοι της πόλης μας.
2- Να γνωστοποιηθεί ευρύτερα, ότι θα δημιουργηθεί ειδική στήλη, στην οποία θα αναγράφονται τα ονόματα των ευεργετών και μεγάλων δωρητών, που με την οικονομική τους συνδρομή αναδείχθηκε και αξιοποιήθηκε ο επίδικος χώρος.
3- Με την υλοποίηση των παραπάνω, το Μουσείο θα λειτουργήσει με εκθέματα και άλλα ιστορικά στοιχεία, που αφορούν την εποχή της Τουρκοκρατίας και των Κρητικών Επαναστάσεων. Μέρος από τα είδη αυτά βρίσκεται σε συλλέκτες και άλλες ιδιωτικές συλλογές, που μπορεί να αξιοποιηθούν με τον καλύτερο τρόπο.
Ο Δήμος μας διαθέτει ακόμα μια πλούσια συλλογή ιστορικών και άλλων ειδών, που επικεντρώνονται στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του Γερμανοϊταλικού Πολέμου. Το υλικό αυτό, που δεν γνωρίζουμε πού βρίσκεται σήμερα, θα στεγαστεί στον ίδιο χώρο του χορταριασμένου σήμερα Μουσείου και θα αποτελέσει και αυτό για την πόλη μας μια ακόμα μαρτυρία του χθες.
Με την ευχή μας να υλοποιηθούν τα παραπάνω, η γενιά μας θα αισθάνεται ξεχωριστή ικανοποίηση για την αφύπνιση ενός σημαντικού θέματος της πόλης, που για πολλά χρόνια βρίσκεται σε στασιμότητα, αδράνεια και παροπλισμό.
Η ομάδα των φίλων της Πέμπτης