Η social/μιντιακή κακοκαιρία των τελευταίων ημερών, μεσούντος του Γενάρη, δημιούργησε ελπίδες πως όλοι τελικά θα σωθούμε από… ψηλά (!):

-Οι αγρότες του Λασιθίου, από τον Ύψιστο, πως θα στείλει χιόνια και βροχές να ποτιστεί ο διψασμένος κάμπος, να γεμίσουν τα πηγάδια και οι λιμνοδεξαμενές, για να καλλιεργήσουν την άνοιξη τα φημισμένα κηπικά και τις πατάτες τους.

-Οι κτηνοτρόφοι επίσης από τον συντοπίτη τους μέγιστο Δία, πως θα ποτίσει τα Όρη να βγάλουν χόρτα και βλαστούς για τα κοπάδια τους.

-Οι διψασμένοι αποκάτω Καστρινοί, πως θα γεμίσουν τον Αποσελέμη τους τα νερά των αποπάνω Λασιθιωτών.

-Και οι παρεπιδημούντες, από πέρυσι, στους εθνικούς δρόμους της χώρας αγροτοκτηνοτρόφοι, πως ο πάνω από όλους μας πρωθυπουργός, θα τους λύσει τα χρόνια προβλήματα που απειλούν τις δυνατότητες επιβίωσής τους.

Όλοι ψηλά κοιτάζουμε τελικά να δούμε θεού πρόσωπο. Μα το δικό μου βλέμμα σκόνταψε στην ασπρισμένη από ψαρόχιονο βορινή πλευρά της Σελένας και σκέφτηκα να πάρω απάνω μεσημεριάτικα να δω πώς είναι οι άσπρες μέρες που κοντεύει να ξεχάσω…

Από το έμπα του Λασιθιού, το σκηνικό με την ασπροφορεμένη Δίκτη και το παγωμένο αεράκι παρέπεμπε στην γνωστή ατάκα «καιρός για φίλου σπίτι» και το κοντινότερό μου ήταν το φιλόξενο αναμμένο τζάκι του Ζαχαριή, που μου άνοιξε την πόρτα του με πλατύ χαμόγελο και φωναχτά καλωσορίσματα.

Δώσαμε (εντελώς τυχαία) προτεραιότητα της επίσκεψης, στους μεζέδες και τις γευστικές λιχουδιές της Μαρίας, αφού ξορκίσαμε «πάσαν νόσον και κάθε περιορισμό διαίτης», επικαλούμενοι ως μάρτυρα το χιόνι και το κρύο έξω από τα τζάμια των παραθύρων.

Στο στριφογύρισμα της κουβέντας για δίαιτες, η Αγνή επικαλέστηκε τις νηστείες των ιερέων και της Σαρακοστής και η ανάμνηση έλαμψε σαν αστραπή στο μυαλό του Ζαχαριή, που διέκοψε την κουβέντα μας και άρχισε τη σπαρταριστή εξιστόρησή του:

-Που λέτε, εγώ είχα πάντοτε καλή σχέση με την εκκλησία και έκανα πότε-πότε και τον ψάλτη. Μια φορά, εποχή της Χούντας, που φέρνανε το ηλεκτρικό ρεύμα στα χωριά, κάναμε, νεαροί τότε, τους ηλεκτρολόγους με τον Μενέλαο και βρεθήκαμε να δουλεύουμε πολλές μέρες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις στα Ζωνιανά.

Μια Κυριακή, πήγαμε στην εκκλησία του χωριού, όπου έκανε τον ψάλτη ο γραμματικός της κοινότητας και εγώ πλησίασα κοντά του με ύφος πρωτοψάλτη και άρχισα να σιγομουρμουρίζω μαζί του τις ψαλμωδίες που έλεγε. Όταν ήρθε η ώρα του «Πολυχρονίου των βασιλέων» που έλεγαν τότε ακόμη, μου λέει ο γραμματικός να το ψάλλω εγώ (μάλλον πονηρά σκεπτόμενος απ’ ό,τι κατάλαβα αργότερα).

Φυσικά, εγώ ξεδίπλωσα το ταλέντο μου στην ψαλτική και άρχισα το «Πολυχρόνιον ποιείσαι Κύριος ο θεός, τον ευσεβέστατον βασιλέα ημών…», μα όταν βγήκαμε αργότερα από την εκκλησία όξω στην αυλή, γροικώ σε μια παρέα που είχαν βγει πιο μπροστά και μουρμούρισαν μόλις με είδαν:

-Να, τούτονε το μαϊμούνι ήτανε που έψελνε μέσα να ζήσει πολλά χρόνια ο βασιλιάς, που να τόνε πάρουνε οι διαόλοι …

Έπιασα τον Μενέλαο από το μπράτσο και του σφυρίζω στο αυτί: Πάμε να μαζώξουμε τα πράμματά μας, να βρούμε μέσο να φύγομε από εδώ, γιατί εκείνοι οι μουστακαλήδες οπίσω μας, είπανε εδά που με είδανε και ήβγαινα από την εκκλησία «να τονε πάρει ο διάολος», μα δεν κατάλαβα· για μένα το λέγανε, ή για τον βασιλιά!

Πάμε να φύγομε νάμαστε σίγουροι… Συμφώνησε ο Μενέλαος και λίγο αργότερα, μας έκανε τη χάρη ο οδηγός του φορτηγού που μετέφερε τα προς σφαγήν ζώα, να μας πάρει λαθρεπιβάτες με τα αμνοερίφια, για το Ηράκλειο. Το φορτηγό έγραφε απέξω στα παραπέτια: «ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΖΩΝΤΩΝ ΖΩΩΝ».

Το αναμμένο κούτσουρο που κύλισε από το τζάκι στο πάτωμα, σταμάτησε την αφήγηση και η κουβέντα ξεστράτισε αλλού …