Με γοητεύει ιδιαίτερα η ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας με το μυστήριο και τις ίντριγκες για την κατάκτηση της εξουσίας, αλλά και με τον τρόπο που διαμορφώθηκε τότε ένας νέος πολιτισμός με την όσμωση αρχαιοελληνικών, ρωμαϊκών και χριστιανικών στοιχείων.
Ως υποψήφιος στο Πανεπιστήμιο, είχα διαβάσει πολλές ιστορίες, ιδιαίτερα του Βασίλιεφ και ως φοιτητής είχα ως δάσκαλο τον Καραγιαννόπουλο, που ενίσχυσαν και εμπλούτισαν την αίσθησή μου αυτή.
Έτσι, με πολλή χαρά διάβασα το μυθιστόρημα «ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΑΝΝΑ» του Βασίλη Παπαδόπουλου, από τον εκδοτικό οίκο ΙΚΑΡΟΣ, που διακρίνεται για την ποιότητα και τη σημαντική προσφορά των εκδόσεών του. Φυσικά, το ιστορικό μυθιστόρημα -ως ιδιαίτερο είδος- στόχο του δεν έχει να ανακαλύψει την αλήθεια, αλλά να μας χαρίσει την ομορφιά της τέχνης. Γι’ αυτό ως κέντρο του δεν είναι τα γεγονότα, αλλά τα πρόσωπα που δρουν και ενεργούν.
Απαιτείται, όμως, μεγάλη έρευνα, ώστε να αποδοθούν με πιστότητα και ακρίβεια οι γενικότερες κοινωνικές συνθήκες όπου έδρασαν, οι σχέσεις τους, τα πάθη και τα οράματά τους.
Ο Βασίλης Παπαδόπουλος, πέρα από την προσωπική του εμπειρία, την ερευνητική του κοπιώδη προσπάθεια και το συγγραφικό του χάρισμα, είχε και έναν άλλο ιδιαίτερο λόγο να γράψει το βιβλίο αυτό, όπως φαίνεται από την αφιέρωση. «Στους Ουκρανούς που, για τρίτη φορά στην ιστορία τους, αγωνίζονται για το δικαίωμα να υπάρχουν».
Είναι διπλωμάτης και σε άλλους καιρούς είχε υπηρετήσει ως πρέσβης στην Ουκρανία, που σήμερα δέχεται μια βάρβαρη επίθεση από μια χώρα που αποδεικνύει ότι κανείς δεν μπορεί να αλλάξει τη γνώμη των δυνατών και ότι η έννοια του δικαίου είναι σχετική, όπως δείχνει και ο Θουκυδίδης στην ιστορία του με την επίθεση και καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Προηγούμενο έργο του ήταν το «Στην Άπω Ανατολή. Εντυπώσεις ενός διπλωμάτη», όπου μας μεταφέρει σε έναν κόσμο με άλλα ήθη και αξίες. Εκείνο, όμως, το έργο του που μ’ εντυπωσίασε ήταν η εξαιρετική του μελέτη «Διπλωματία και ποίηση. Η περίπτωση του Γιώργου Σεφέρη», όπου δείχνει καθαρά πόσο η δωρική έκφραση τού ποιητή σχετίζεται με τις απαιτήσεις της γραφής ενός διπλωμάτη.
Πρόσφατα, είχε υπηρετήσει ως γενικός γραμματέας στην Προεδρία της Δημοκρατίας και ως πρέσβης στη Λισαβόνα. Κυκλοφορούν ακόμα αρκετές μελέτες του για τη γλώσσα, που μας επιτρέπουν να τον εντάξουμε στην εξαιρετική παράδοση των διπλωματών μας, που διακρίθηκαν ως άξιοι άνθρωποι των γραμμάτων.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ζωντανεύει την ταραγμένη, αλλά και ένδοξη περίοδο του Βυζαντίου στον 10ο μ.Χ., όπου κυριάρχησε η μορφή της Θεοφανούς, που παντρεύτηκε διαδοχικά τον Ρωμανό, τον Νικηφόρο Φωκά και τον Ιωάννη Τσιμισκή και στη συνέχεια συμβασίλευσαν οι γιοι της, Βασίλειος και Κωνσταντίνος, ενώ η κόρη της, Άννα, αναγκάζεται να παντρευτεί με τον ηγέτη Βλαδίμηρο μιας βαρβαρικής χώρας, που εκχριστιανίζεται με βίαιο τρόπο και ακολουθεί μια λαμπρή πορεία.
Το έργο παρουσιάζεται ως απομνημόνευμα ενός μοναχού που ως παιδί μεγάλωσε στο Ιερόν Παλάτιον μαζί με τα τρία βασιλόπουλα. Ο μεγάλος του έρωτας ήταν η Άννα, που είχε τη γοητεία της μητέρας της, αλλά, όταν εκείνη αναγκάζεται να παντρευτεί και να ξενιτευτεί σε μια χώρα με πρωτόγονες συνθήκες, εκείνος την ακολουθεί και την υπηρετεί πιστά ως μοναχός και κατηχητής του λαού στη νέα θρησκεία.
Κύριο θέμα του έργου, βέβαια, είναι η εξουσία που φθείρει τον άνθρωπο και συχνά απαιτεί τη χρήση βίας για να διατηρηθεί. Ακόμα, δίνεται με πολύ λεπτό τρόπο η σχέση της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, ιδιαίτερα, όταν μετά τη δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, ο Τσιμισκής δέχεται τους όρους του Πατριάρχη και αναγκάζεται να εξορίσει τη Θεοφανώ, προκειμένου να ευλογηθεί η άνοδός του στον θρόνο.
Ένα ακόμα θέμα, που διατρέχει το έργο, είναι ο έρωτας που υποτάσσεται στις ανάγκες των καιρών, αλλά και η τραγική μοίρα των ανθρώπων που αλέθονται στις μυλόπετρες της ιστορίας και βιώνουν την τραγικότητα της ζωής. Σπάνια στη λογοτεχνία μας έχουμε παρόμοια έργα με τέτοια συμπύκνωση νοημάτων και έντονη δράση εναλλαγής καταστάσεων, που μόνο στις αρχαίες τραγωδίες συναντούμε.
Στο θέατρο της ζωής, συχνά αναγκαζόμαστε να υποδυθούμε κάποιους ρόλους, όπου συχνά υποχρεωνόμαστε να στύψουμε τη ζωή μας, να αναστείλουμε τις επιθυμίες μας και κάποτε να αισθανθούμε ότι είμαστε απλά πιόνια στα χέρια μιας ανάγκης, που μας υπερβαίνει και μας υποχρεώνει να υποταχθούμε. Ανάμεσα στις μεγάλες λογοτεχνικές μορφές, που μας έχει χαρίσει η Τέχνη, θα μείνουν και εκείνες που ο Βασίλης Παπαδόπουλος παρουσιάζει στο έργο του.
Μορφές, που εμπλουτίζουν τη ζωή μας και μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε όχι μόνο τον κόσμο που ζούμε, αλλά και το βάθος της ανθρώπινης ψυχής και τα ματωμένα βήματα μιας πορείας, που οδηγεί αργά στη δημιουργία ενός νέου κόσμου. Η επιτυχία του αυτή οφείλεται βέβαια στη μεγάλη μορφωτική του καλλιέργεια και στην πείρα της ζωής του, αλλά και στην εμπνευσμένη ικανότητα να αποτυπώνει με τον λόγο την κρυμμένη ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής. Παραθέτω χωρίς σχόλια δύο αποσπάσματα.
«Τρία ολόκληρα χρόνια κράτησε η αμφισβήτηση του Βασίλειου. Χρόνια αβεβαιότητας, αγωνίας, μαχών, θανάτων, αίματος. Και συνεχίστηκε άλλο τόσο ύστερα από μια ανάπαυλα. Όλο αυτό τον καιρό παρατηρούσα κατάπληκτος τι είναι ικανός να κάνει ένας άνθρωπος από φιλοδοξία, φιλαρχία, εγωισμό και εμμονή.
Τι πειρασμός είναι η εξουσία… πώς θέλγει τα ανθρώπινα ένστικτα, σαν το φως που τραβάει τα κουνούπια… τι ανόητες ψευδαισθήσεις δημιουργεί για τα οφέλη που τη συνοδεύουν… απορείς γιατί πασχίζουν όλοι, ικανοί και ανίκανοι να την αποκτήσουν… γιατί φαντάζεται κανείς πως είναι καταλληλότερος για διοικητής ή αυτοκράτορας, μάγιστρος ή πραίτορας, προϊστάμενος πολλών ή ελάχιστων ανθρώπων… πόσοι λίγοι έχουν συναίσθηση της πραγματικής αξίας τους, των αδυναμιών τους και της μετριότητάς τους».
«Τώρα που τα βλέπω όλα από μακριά, μέσα από τον χρόνο που πέρασε, μέσα από τη πείρα της ζωής μου, από τη μια μεριά φαίνεται πως το κρυφό και απαγορευμένο αποτελούσε για ένα διάστημα τροφή του έρωτα, δημιουργώντας μεγαλύτερη λαχτάρα για κάθε βιαστική συνάντηση, από την άλλη όμως είχε αρχίσει να μας κουράζει και τους δύο. Και έπειτα το καταλαβαίναμε, δεν υπήρχε μέλλον για εμάς».
Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος