Το κείμενο αυτό, αποτελεί τη συνέχεια της Α΄ Ενότητας που δημοσιεύτηκε σε προηγούμενο φύλλο με τίτλο: Οι αλληλεπιδράσεις των θεσμών
Οι θεσμοί και οι συμμετέχοντες
Πράγματι, στο πρόσφατο κλείσιμο της πεντηκονταετίας από την ανακήρυξη της νεότερης Δημοκρατίας μας, ήδη φάνηκαν τα ευεργετήματα που έχουν προκύψει για τους πολίτες μας από την πολύχρονη αυτή διακυβέρνησή της. Για πρώτη φορά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και της πρώτης (Α΄) Ελληνικής Δημοκρατίας το 1822, πέρασαν τόσα χρόνια, χωρίς να συμβούν τραυματικές καταστάσεις στη διακυβέρνηση της χώρας μας.
Ο κύριος λόγος που κατορθώθηκε αυτή η επιτυχής εξέλιξη, είναι το ότι οι ισχυροί θεσμοί που ιδρύθηκαν, περιφρούρησαν τη Δημοκρατία μας από τις απειλές και τις δύσκολες περιστάσεις που συναντήθηκαν. Και πράγματι, αυτήν την κατάκτηση για την αντοχή στις απειλές, οι λαϊκοί αγώνες δεν το είχαν καταφέρει έως τότε.
Για παράδειγμα τέτοιων -για τη Δημοκρατία μας- τραγικών καταστάσεων, αναφέρουμε τα Ιουλιανά και την αποστασία το ‘65 και όπου οι λαϊκές αντιδράσεις που καταγράφηκαν ήταν ελάχιστες. Κάτι ανάλογο -και μάλιστα χειρότερο- συνέβη και με την κήρυξη της δικτατορίας τον Απρίλιο του ‘67.
Οι άμεσες λαϊκές αντιδράσεις που αναφέρθηκαν εκτιμώνται ως σχεδόν ανύπαρκτες! Γιατί; Διότι, οι χαλαροί πολιτικοί θεσμοί, έτσι κι αλλιώς, που υπήρχαν έως τότε, είχαν απαξιωθεί από τους πολίτες. Αντίθετα με τις περιόδους αυτές, στη σχετικά πρόσφατη χρονική συγκυρία όπου συνέβησαν κοσμογονικές αλλαγές, όπως η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και ο διαμελισμός της Σοβιετικής Ένωσης, η Δημοκρατία μας παρέμεινε ανεπηρέαστη.
Αλλά, ακόμη και οι επίσης κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στον εγγύτερο γειτονικό μας χώρο, άφησαν αλώβητο το κύρος της Δημοκρατίας μας. Ως τέτοιες μπορούμε να αναφέρουμε, τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και τον Σερβοβοσνιακό Πόλεμο.
Ακόμη, όμως, τέτοια σημαντικά γεγονότα υπήρξαν και το άνοιγμα των συνόρων με την Αλβανία, καθώς και η συμφωνία με τη Βόρεια Μακεδονία, αλλά και τέλος η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος. Όμως, ακόμη πιο σημαντική υπήρξε η στήριξη των θεσμών στη Δημοκρατία μας, την περίοδο της μεγάλης δοκιμασίας για τη χώρα μας -με την πρόσφατη οικονομική κρίση που βιώσαμε.
Τα νέα δεδομένα
Όμως, σήμερα πια, ήδη στον 21ο αιώνα, η Ευρώπη και ολόκληρος ο ανεπτυγμένος κόσμος βρίσκονται σε νέες φάσεις. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τους εντείνεται διαρκώς και πολλά κεκτημένα των χωρών τίθενται εν αμφιβόλω. Εντελώς πρόσφατα, βρέθηκε να απειλείται η εθνική υπόσταση της Δανίας με τις επεκτατικές βλέψεις των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία, αλλά και ο Ρωσο-Ουκρανικός πόλεμος, που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, και μάλιστα με απρόσμενη έκβαση και που μάλιστα επηρεάζει και τη χώρα μας.
Γιατί η χώρα μας έχει «κολλήσει»
Η χώρα μας, λοιπόν, θα έπρεπε ήδη να είχε βρεθεί σε κατάσταση προετοιμασίας και εγρήγορσης, καθότι έχει να αντιμετωπίσει ισχυρές προκλήσεις, από την έκβαση των οποίων θα εξαρτηθεί το μέλλον των πολιτών της. Δυστυχώς, όμως, η Ελλάδα μας σήμερα βρίσκεται εντελώς ανοχύρωτη και απροστάτευτη, με πολλά μέτωπα ανοιχτά πέραν από τα εθνικά μας θέματα, όπως:
— Την αντιμετώπιση του ισχυρού δημογραφικού μας προβλήματος.
– Την πολύ μεγάλη διαρροή Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό.
– Την ολοένα και εντονότερη φτωχοποίηση του ελληνικού πληθυσμού
– Τις ιδιαίτερα πενιχρές αναπτυξιακές μας προοπτικές.
– Αλλά και τη μεγάλη απαξίωση των πολιτικών κομμάτων από τους πολίτες.
Όμως, παρόλες αυτές τις αδυναμίες και τις αστοχίες που εμφανίζονται στην ελληνική διακυβέρνηση, οι Έλληνες πολίτες βρίσκονται σε σχετική αμηχανία, αδυνατώντας να προχωρήσουν σε τολμηρότερες πολιτικές επιλογές. Αυτή την αδράνειά τους θα την ονομάζαμε ως ένα «κόλλημα», από το οποίο δυσκολεύονται να ξεφύγουν.
Το μεγάλο μας κοινωνικό έλλειμμα
Όμως για να αντιμετωπιστούν όλα τα παραπάνω, θα πρέπει πέραν των αξιόπιστων πολιτικών θέσεων που έχουν υποχρέωση να παρουσιάσουν τα προοδευτικά κόμματα, θα πρέπει να ανακτηθεί και η επιθυμία των πολιτών στο να συμμετέχουν στις καθημερινές πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες.
Η συμμετοχή τους αυτή θα εξασφαλιστεί και μόνο μέσα από την δραστηριοποίησή τους στους κοινωνικο-πολιτικούς θεσμούς. Όμως, δυστυχώς οι θεσμοί αυτοί σήμερα πια, βρίσκονται σε κατάσταση απαξίωσης από τους Έλληνες πολίτες.
Για πολλούς λόγους, οι πολίτες απομακρύνθηκαν από αυτούς και επιμένουν να τους αντιμετωπίζουν με αδιαφορία. Την κατάσταση αυτή πολύ εύκολα μπορούμε να τη διαπιστώσουμε, από την στάση των πολιτών, όπως:
– Με τη μεγάλη απροθυμία τους να ενεργοποιηθούν ως μέλη στα προοδευτικά κόμματα.
– Με την πολύ μεγάλη κάμψη του φοιτητικού κινήματος.
– Με την επίσης μεγάλη κάμψη της συμμετοχής τους στους επαγγελματικούς και εργασιακούς συλλόγους και γενικά στο συνδικαλιστικό κίνημα.
– Με την αδιαφορία για τη συμμετοχή τους στις διάφορες συλλογικές δραστηριότητες, όπως εκείνες των περιβαλλοντικών, επιστημονικών και πολιτιστικών
συλλόγων.
– Αλλά ακόμη και με τη σχετική αδιαφορία τους, ακόμη και στους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ένα μεγάλο έλλειμμα συμμετοχής σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικο-κοινωνικής μας καθημερινότητας.
Το φταίξιμο
Σίγουρα οι ευθύνες για αυτήν την κατάσταση βαραίνουν όλες τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες δεν έδωσαν τη δέουσα προσοχή στις κοινωνικές αυτές διεργασίες.
Αυτό, κατά την εκτίμησή μας, ήταν αποτέλεσμα του ότι οι πολιτικές αυτές δυνάμεις περισσότερο επιδίδονταν σε αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουν την ορθότητα των θέσεών τους, παρά σε ενέργειες ενοποίησης και ενδυνάμωσης της κοινωνικής δυναμικής για αναβάθμιση της ζωής στην κοινότητα. Δυστυχώς, όμως, οι διαλυτικές αυτές τακτικές συνέβησαν, και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα, ακόμη και στο εσωτερικό των πολιτικών αυτών σχηματισμών.
Έτσι, όμως, δεν εκπληρωνόταν ο πραγματικός σκοπός των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων, που θα πρέπει να είναι το πώς να κρατούν ζωντανά και σε υψηλή δυναμική τα κινήματα των πολιτών. Αυτό, δυστυχώς, όχι μόνο δεν κατάφεραν να το διατηρήσουν, αλλά αντίθετα -με τις τακτικές τους- το αποδυνάμωσαν.
Υπάρχει δυνατότητα αναστροφής;
Αν πράγματι οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις επιθυμούν να αφήσουν το κοινωνικό τους αποτύπωμα και έτσι να αποδείξουν για άλλη μια φορά ότι τους ενδιαφέρει το μέλλον του ελληνικού λαού, θα πρέπει να αλλάξουν ρότα. Όπως το ‘74 οι πολιτικο-κοινωνικές τους θεωρήσεις έδρασαν καταλυτικά στη συνείδηση των πολιτών και άρχισαν να χτίζουν όλοι μαζί το οικοδόμημα της σημερινής μας Δημοκρατίας, έτσι και τώρα θα πρέπει να τολμήσουν για ένα βήμα διαφορετικό από εκείνο που επιχειρούν σήμερα.
Είναι αναγκαίο ακόμη περισσότερο πια, καθότι η Δημοκρατία μας έχει περάσει σε ένα ανώτερο επίπεδο ωριμότητας, που όμως σίγουρα υπολείπεται από εκείνο των εταίρων μας στην Ευρώπη. Θα πρέπει να γίνουν πολλές κινήσεις ακόμη, ώστε η Δημοκρατία μας να αποκτήσει και ποιοτικά χαρακτηριστικά, στα οποία και ασφαλώς υστερεί έναντι των ευρωπαϊκών Δημοκρατιών.
Ή με άλλα λόγια, θα πρέπει να περάσει σε μια Μετα-μεταπολιτευτική περίοδο και φάση, όπου οι νόμοι και οι κυβερνητικές αποφάσεις θα πρέπει να αφορούν πραγματικά το σύνολο των Ελλήνων πολιτών, αλλά και προπαντός να εφαρμόζονται με πνεύμα ισονομίας.
Έτσι, θα ελαχιστοποιηθούν τα φαινόμενα διαφθοράς, που δυστυχώς και σήμερα ταλανίζουν σε μεγάλο βαθμό την ελληνική κοινωνία. Και έτσι, δεν θα υπάρχουν καταπατήσεις αιγιαλών και περιοχών Natura, που είναι πολύ συχνό φαινόμενο, όπως και τα πιο πρόσφατα σε νησιά των Κυκλάδων, και όπου θα εφαρμόζονται οι εργατικές νομοθεσίες και δεν θα υπάρχουν κατάφωρες παραβάσεις που οδηγούν σε πολύνεκρα εργατικά ατυχήματα, όπως και εντελώς πρόσφατα συνέβη.
Ανάγκη για μια προοδευτική -στην πράξη- πολιτική συμπεριφορά
Περνώντας λοιπόν στη Μετα-μεταπολιτευτική μας περίοδο, εκτιμούμε ότι τουλάχιστον για τον προοδευτικό πολιτικό χώρο, θα είναι απαραίτητη η προσπάθεια για αποκατάσταση και ενδυνάμωση της συμμετοχής των πολιτών στις διεργασίες που ειδικότερα τους αφορούν. Έτσι και μόνον θα μπορέσουμε να επανέλθουμε στην περίοδο των μεγάλων αλλαγών που συνέβησαν και στη χώρα μας, με τελικό στόχο την κατάκτηση της ευρωπαϊκής πολιτικής μας συνείδησης.