Λατρεύω το φεγγάρι. Ιδιαίτερα τις νύχτες του Γενάρη, που ανεβαίνει ολόγιομο στον πλυμένο ουρανό. Αφήνομαι στη θέα του να δραπετεύσω σε ονείρου τόπους. Θυμούμαι εκείνο το χαριτωμένο ευφυολόγημα που απέδιδαν στους δογματικούς νέους της αριστεράς: «Όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, εκείνοι κοιτούσαν το δάχτυλο».

Το θυμήθηκα πάλι προχθές στην πανσέληνο, αντιστρέφοντας το νόημά του κατά τη διάθεση της στιγμής και την απόκρυφη επιθυμία, που κυκλοφορούσε γλυκά και διαβρωτικά μέσα μου. Έλειπε, όμως, το υπέροχο δάχτυλο που αναζητούσα εγώ αυτή τη μοναχική ώρα. Ύψωνε το χέρι της αργά και έμενε το βλέμμα μου να το παρατηρεί και να το καμαρώνει. Ξεχνούσα το φεγγάρι και τον κόσμο ολόκληρο.

Άπλωνα το δικό μου χέρι, το έπαιρνα με λαχτάρα, μπλέκονταν τα δάχτυλα και άρχιζαν να ταξιδεύουν και να πλάθουν καινούριο τον κόσμο και εύκολη τη ζωή. Άπλωνε το φως του φεγγαριού προστατευτικό δίχτυ, σταματούσε ο χρόνος και όλα, παρελθόν και μέλλον, γίνονταν παρόν.

Όταν άκουσα το ευφυολόγημα, το θεώρησα ευρηματικό. Πόση πεζότητα, έλεγα, και έλλειψη φαντασίας είχαν εκείνοι οι νέοι, που έβλεπαν το δάχτυλο και αδυνατούσαν να δουν το φεγγάρι. Σήμερα με την ωριμότητα του χρόνου και αφαιρώντας τη μεταφορική σημασία του λόγου εκείνου, αισθάνομαι πόσο όμορφες γίνονται οι στιγμές που μας χαρίζει η φύση των πραγμάτων και αντιστρέφονται τα νοήματα με τον έρωτα.

Στην αγαπημένη σιωπή της σελήνης που θα εξακολουθήσει αιώνες μετά το πέρασμά μας να νοηματοδοτεί τις επιθυμίες άλλων, πάντα θα υπάρχει ανάγκη να υψωθεί απαλά κάποιο χέρι και να ανοίξει τον δρόμο προς τα άστρα ένα αγαπημένο δάχτυλο. Ευχαρίστως θα δεχόμουν την ειρωνεία ότι μένω εκστατικός καμαρώνοντάς το και λησμονώ εκείνο που δείχνει. Υπάρχουν αφέλειες και αδυναμίες που σώζουν τον κόσμο.

Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος