Είναι κοινό μυστικό ότι όλοι οι άνθρωποι οσάκις ταξιδεύουν σε αλλότρια μέρη, χώρες ή πόλεις, με την επιστροφή τους πίσω, σχολιάζουν και κυρίως τα συγκρίνουν με τα δικά τους.
Βρέθηκα και παρέμεινα για δέκα μέρες, μέσα στις γιορτές, στην πρωτεύουσα, στην περιοχή συγκεκριμένα του Γέρακα, μια όμορφη συνοικία με σχετικά καινούργια σπίτια και μικρές πολυκατοικίες και με μικρή καθημερινή κίνηση αυτοκινήτων.
Πιο κρύος ο καιρός συγκριτικά πάντοτε με το Ηράκλειο, με τις καμινάδες από τα τζάκια, όπως διαπίστωσα, να αφθονούν στην περιοχή, όπως και οι διανομές ξύλων στα σπίτια από μικρά φορτηγά, όλες τις μέρες των Χριστουγέννων.
Η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Αττικής με τα συνήθη καταστήματα, αρκετά από τα οποία, όπως μου εκμυστηρεύτηκαν ηλικιωμένοι, πέρασαν σε ξένα χέρια, αφού «οι δικοί μας δεν θέλουν να δουλέψουν»! Μικρό το πρόβλημα της στάθμευσης των αυτοκινήτων των κατοίκων, για την ώρα.
Οι χριστουγεννιάτικες και οι πρωτοχρονιάτικες μέρες σημαδεύτηκαν από αρκετό κρύο και μπόλικες βροχές. Όμως, παράλληλα με όλα αυτά, κάποια άλλα περίεργα, για την εποχή που ζούμε, διαδραματίζονται σε εκείνα τα προάστια.
Τα περισσότερα μέρη της περιοχής στερούνται κεντρικής αποχέτευσης, με αποτέλεσμα όλες οι ανεγειρόμενες οικοδομές να έχουν τον δικό τους βόθρο για συγκέντρωση των οικιακών λυμάτων, και οι οποίοι, όταν γεμίσουν, απαιτούν τον ερχομό και την παρουσία των γνωστών ειδικών φορτηγών για το άδειασμα των βόθρων.
Για αυτή τη διαδικασία λοιπόν χρησιμοποιούνται, ως γνωστόν, φορτηγά βυτιοφόρα, τα οποία αντλούν το σύνολο των λυμάτων από τον κάθε βόθρο και τα μεταφέρουν νόμιμα σε ειδικές αδειοδοτημένες εγκαταστάσεις, μακρυά -θέλω να πιστεύω- από κατοικημένες περιοχές.
Είναι περιττό να τονισθεί η κατάσταση που αρκετά συχνά δημιουργείται στα πυκνοκατοικημένα εκείνα μέρη, πολλά από τα οποία πλημμυρίζονται από δυσάρεστες οσμές και το χειρότερο όλων, κάποιοι βόθροι να ξεχειλίζουν και τα λύματα να χύνονται ανεξέλεγκτα στους δρόμους.
Το φαινόμενο, σύμφωνα με κάποιους κατοίκους, γίνεται μάλλον ανεξέλεγκτο, ειδικά όταν βρέχει, και πολλοί δρόμοι -ειδικά τις νυχτερινές ώρες- φιλοξενούν ποσότητες λυμάτων, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους εκχέουν εκεί τεχνηέντως με τη βοήθεια ειδικών αντλιών, ώστε να παρατείνουν το χρονικό διάστημα, στο οποίο θα αναγκαστούν να καλέσουν το βυτιοφόρο για την εκκένωση του βόθρου του σπιτιού τους.
Παράλληλα, σε μερικές μονοκατοικίες, είναι συχνό το φαινόμενο κάποια σπίτια να συγκεντρώνουν τα νερά της κουζίνας σε μεγάλες λεκάνες και να πετάνε στους δρόμους, ή κυρίως σε αδειανά οικόπεδα, τις νύχτες από ψηλά, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που προαναφέραμε.
Είναι μια κατάσταση την οποία, προφανώς, ανέχονται οι φιλήσυχοι, όπως διαπίστωσα, κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής των Μεσογείων για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρά τις κατά καιρούς γενόμενες -ήπιες μάλλον- διαμαρτυρίες τους απέναντι στις Δημοτικές Αρχές.
Μερικοί μού έδωσαν τη γνωστή εξήγηση για όλο αυτό που συμβαίνει στα μέρη τους. Ότι συγκεκριμένα υπάρχουν μεγάλα συμφέροντα από το σωματείο των οδηγών και ιδιοκτητών των βυτιοφόρων, τα οποία αντιδρούν στη δημιουργία επαρκούς αποχετευτικού δικτύου και την επέκταση του νυν υπάρχοντος.
Τελευταία λένε, έχει αρχίσει κάπως η προέκτασή του και πιστεύουν ότι σε μερικά χρόνια θα απολαύσουν όλοι την παρουσία του κάτω από τα σπίτια τους.
Επιστρέφοντας στο Ηράκλειο, θυμήθηκα ξανά όλα αυτά, τα συνέκρινα με τα δικά μας σκουπίδια, το ανεξέλεγκτο πλέον πρόβλημα καθαριότητας, γνωστού όντος ότι έχουμε καταταχθεί ως η πιο βρόμικη πόλη στην Ελλάδα και από τις πιο βρόμικες παγκοσμίως, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του 2025 (https://radicalstorage.com/travel/cleanest-dirtiest-cities/), με στοιχεία που βασίζονται σε πληθώρα αρνητικών κριτικών στο Google, με μεγάλο ποσοστό των σχολίων να αναφέρεται όχι μόνο στην κατάσταση των σκουπιδιών, αλλά και στην απίστευτη έλλειψη καθαριότητας.
Ένα γεγονός που θα έπρεπε να προκαλέσει έντονη ανησυχία σε δημότες και δημοτικούς άρχοντες. Η σύγκριση είναι η ρίζα όλων των κακών, είπε κάποιος, αφού όταν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους, αρχίζεις να βάζεις ταμπέλες και στον εαυτό σου, μια πρακτική που δεν οδηγεί σε αυτοεκτίμηση.
Πέρα απ’ όλα αυτά, όμως, το βέβαιο είναι ότι στα διακόσια χρόνια του κράτους μας, ακόμα δεν μπορέσαμε να δημιουργήσουμε και να αποκτήσουμε στοιχειώδεις δομές. Ένα κράτος το οποίο, γιατί άραγε και πώς βρίσκεται μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, απορούσε κάποτε ένας ξένος και πολύ γνωστός μου συνάδελφος!
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας