Είναι εμφανές ότι τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες ανόδου στην εξουσία κάποιων κρατών ακραίων πολιτικών σχηματισμών, με κύριο εκπρόσωπο την κυβέρνηση στην πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμη.

Κάτι ανάλογο βέβαια, αν και πιο περιορισμένα, παρατηρείται και σε μερικές γωνιές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου αρκετά συχνά αναφύονται διαφωνίες, προστριβές και αναποτελεσματικότητα της Ευρώπης για χάραξη ενιαίας εξωτερικής πολιτικής, την τόσο απαραίτητη φυσικά για την πολυπόθητη, αλλά ακόμα μακρυνή, υπόθεση της ολοκλήρωσης.

Ως κλασσικό παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τον Βίκτορα Όρμπαν, ο οποίος πολλάκις βρίσκεται σε διαφορετικό μήκος κύματος με τους άλλους ευρωπαίους ηγέτες, ειδικά στην πολιτική που χαράσσεται και στην συμπεριφορά της Ε.Ε. απέναντι στη Ρωσία.

Το φαινόμενο αυτό, όταν δηλαδή βρίσκονται στην εξουσία ακραίες παρατάξεις ή είναι πολύ κοντά σε αυτή προσωπικότητες με ακραίο πολιτικό λόγο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα γνωστά και καθιερωμένα πλεονεκτήματα των παραδοσιακών δημοκρατιών, ειδικά στο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, υφίστανται σοβαρό κλονισμό, υποσκάπτονται και αποδυναμώνονται.

Με δεδομένη αυτή την παρατήρηση, πολιτικοί επιστήμονες προσπάθησαν να εξηγήσουν το φαινόμενο και πόσο αυτό επηρεάζει τις σχέσεις των κρατών και την διεθνή πολιτική γενικότερα, όταν εμπλέκονται σε άλλοτε άλλο βαθμό τέτοιες προσωπικότητες του πολιτικού χώρου και κόμματα που απομακρύνονται από τις μεσαίες, μετριοπαθείς θέσεις και κινούνται προς ακραίες ιδεολογικές κατευθύνσεις.

Καταστάσεις που ευνοούν τον διχασμό της κοινωνίας σε άτυπα στρατόπεδα και προφανώς καθόλου ευνοϊκές για τον απαραίτητο διάλογο και συμβιβασμό σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το γενικότερο σύνολο, αφού εξοστρακίζεται κάθε διάθεση για διάλογο και συμβιβασμό. Ένα κλασσικό παράδειγμα, εν προκειμένω, που βρίσκεται στην επικαιρότητα τελευταία, είναι και το μεταναστευτικό ή η οικονομική πολιτική.

Ο έντονα καταγγελτικός λόγος των ακραίων κομμάτων, που φτάνει σε σημείο εχθρότητας με τους πολιτικούς τους αντιπάλους, είναι δυστυχώς γνωστός σε πολλές χώρες. Αυτό είναι το θέμα που θίγει η Ρέιτσελ Μίρικ στο νέο της βιβλίο που επιγράφεται «Πόλωση και Διεθνής Πολιτική:

Πώς ο ακραίος κομματισμός απειλεί την παγκόσμια σταθερότητα» (Rachel Myrick: Polarization and International Politics: How Extreme Partisanship Threatens Global Stability), που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025. Μια έκδοση που θέτει ερωτήματα σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα και προσπαθεί να δώσει κάποιες απαντήσεις ή έστω κατευθύνσεις στην σκέψη πολλών, ειδικά των πολιτικών.

Οι δημοκρατίες, γράφει η συγγραφέας, παραδοσιακά θεωρείται ότι έχουν πολλά πλεονεκτήματα στις εξωτερικές υποθέσεις σε σχέση με τις μη δημοκρατίες. Είναι καλύτερες στο να διατηρούν συνεπή την εξωτερική πολιτική παρά την τακτική εναλλαγή ηγεσίας, να διατηρούν τις διεθνείς δεσμεύσεις τους, ενώ αντίθετα η πολιτική πόλωση μπορεί να υπονομεύσει αυτά τα σοβαρά δημοκρατικά πλεονεκτήματα.

Συγκέντρωσε στοιχεία για αυτό το επιχείρημα, αξιοποιώντας νέα διακρατικά δεδομένα σχετικά με τις θέσεις στελεχών στην εξωτερική πολιτική σε πενήντα πέντε δημοκρατικές χώρες, από το 1945 έως το 2015 και στη συνέχεια εστιάστηκε στο πώς η πόλωση επηρέασε την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Βασιζόμενη στη συμπεριφορά πολιτικών αξιωματούχων και σε μια σειρά συνεντεύξεων με γνωστές προσωπικότητες στην Ουάσιγκτον, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αυξανόμενη πόλωση υποσκάπτει τη θέση των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή και τις οδηγεί να χάνουν τόσο την αξιοπιστία τους ως συμμάχων όσο και ως αντιπάλων.

Το δευτερεύον ερώτημα στη μελέτη της είναι πώς επηρεάζει το περιβάλλον ασφαλείας ενός κράτους την εγχώρια πόλωση. «Μια κοινή εξήγηση για την αυξανόμενη πόλωση στη σύγχρονη αμερικανική εξωτερική πολιτική», γράφει, «είναι η απουσία εξωτερικής απειλής, αφού οσάκις υφίσταται η τελευταία παράμετρος, η εθνική θέση ενισχύεται σε σχέση με την κομματική ταυτότητα».

Αλλά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση της εξωτερικής απειλής, ενώ μπορεί να έχει ισχύ σε άλλες χώρες, έχει περιορισμένη ικανότητα να εξηγήσει είτε την πόλωση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είτε στην συναισθηματική πόλωση μεταξύ του αμερικανικού κοινού και αμφισβητεί τις προβλέψεις ότι οι νέες ξένες απειλές θα δημιουργήσουν κάποια μορφή κομματικής ενότητας.

Συμπερασματικά, με την εργασία της τονίζει ότι παρ’ όλο που υπάρχει πολλή έρευνα επικεντρωμένη στις επιπτώσεις της πόλωσης στην εσωτερική πολιτική των κρατών, η κομματική πόλωση στις εξωτερικές υποθέσεις έχει αναμφίβολα σημαντικές και σε μεγάλο βαθμό αρνητικές συνέπειες για τη σταθερότητα και την αξιοπιστία των δημοκρατικών κρατών, δεδομένου ότι επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη διεθνή συνεργασία και τις μεταξύ τους συγκρούσεις.

Τέλος, σε αυτό το επίκαιρο βιβλίο, η Myrick υπογραμμίζει την ανάγκη κατανόησης απ’ όλους της σχέσης μεταξύ της εγχώριας πόλωσης και της άσκησης της διεθνούς πολιτικής.

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας