Η κλιματική αλλαγή έχει αποδειχτεί ότι είναι πια, μια μόνιμη κατάσταση με πολύ επώδυνες επιπτώσεις σε ό,τι αφορά τις βροχοπτώσεις, ειδικά για τις μεσογειακές περιοχές. Το φαινόμενο αυτό των πολύ μειωμένων βροχοπτώσεων, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα και με σύνεση, τα αρνητικά του αποτελέσματα θα είναι σε λίγο καιρό μη αναστρέψιμα και η αφρικανοποίηση και του νησιού της Κρήτης, θα είναι πια, «προ των πυλών»!
Η άνυδρη γη
Η Κρήτη αναφορικά με τη γεωγραφική της θέση, αποτελεί το κοντινότερο νησί του ευρωπαϊκού χώρου στην Αφρική και επομένως, φαινομενικά τουλάχιστον, ανήκει στην Υπερσαχάρια περιοχή.
Όντως, βρισκόμενη μόνο 290 περίπου χιλιόμετρα από τα βορειότερα όρια της Σαχάρας, δεν απέχει και πολύ κλιματικά από αυτή. Βέβαια, στην ίδια και μάλιστα σε στενότερη κλιματική σχέση, βρίσκεται η έτερη μεγαλόννησος, η Κύπρος, τμήμα της οποίας απέχει ακόμη λιγότερο από την Ανατολική Σαχάρα, στα ανατολικά του Κάιρου.
Η μεγάλη διαφοροποίηση της γης των δύο μεγαλονήσων από την αφρικανική γη, είναι τα ψηλά τους βουνά και βέβαια οι βροχές που πέφτουν σε αυτές, ως σήμερα τουλάχιστον, σε αντίθεση με την άνυδρη γη της Σαχάρας. Διερευνώντας τις ετήσιες βροχοπτώσεις τόσο στις δυο μεγαλονήσους όσο και στην Υπερσαχάρια περιοχή, βρίσκομε από τη στατιστική επεξεργασία των βροχομετρικών μετρήσεων, τα παρακάτω:
Η Κρήτη δέχεται ετήσιο ύψος βροχοπτώσεων από 1.250 χιλιοστά στις ορεινές περιοχές και ως τα 500 χιλιοστά στις πεδινές περιοχές. Η Κύπρος αντίστοιχα δέχεται 800 χιλιοστά στις ορεινές της περιοχές και 300 χιλιοστά στις πεδινές της περιοχές. Όμοια, η Υπερσαχάρια ζώνη δέχεται ετησίως, μόλις 50 ή και ολιγότερα χιλιοστά βροχής. Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα των ερήμων!
Η ερημοποίηση
Όμως δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες, και μάλιστα πολύ περισσότερο την τελευταία δεκαετία, λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, τα δεδομένα για το ύψος των ετήσιων βροχοπτώσεων σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο, έχουν μεταβληθεί δραματικά.
Για τις δύο μεγαλονήσους τα ποσοστά έχουν μειωθεί τουλάχιστον κατά 40%, δηλαδή από 800 χιλιοστά στα ορεινά έως 300 ετησίως στα πεδινά για την Κρήτη και από 500 έως 200 χιλιοστά τα αντίστοιχα για την Κύπρο. Είναι ολοφάνερο δηλαδή ότι οδηγούμαστε σε μια επικίνδυνη κατάσταση ανυδρίας και επομένως ερημοποίησης αν δεν προχωρήσει η Πολιτεία σε πολύ τολμηρά μέτρα..
Η Κύπρος
Η Κύπρος έτσι κι αλλιώς, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στο κλείσιμο της μεσογειακής λεκάνης, ως προς τις μετεωρολογικές της συνθήκες, διαθέτει τα χαρακτηριστικά μιας περίκλειστης ζώνης, όπου δεν ευνοείται από μεταφορές μεγάλων ποσοτήτων ωκεάνειων αέριων μαζών με υψηλό ποσοστό κορεσμού σε υδρατμούς. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά βροχοπτώσεων.
Εν τούτοις, έχει αντιμετωπίσει το πρόβλημα της έλλειψης νερού, με μεθοδικό και απόλυτα επιστημονικό τρόπο ως προς τη διαχείρησή τους. Καταρχήν ήδη μετράει κατασκευασμένα 100 φράγματα και εξωποτάμιες λιμνοδεξαμενές συνολικής χωρητικότητας 330 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού.
Τα μεγαλύτερα από αυτά είναι εκείνα του Κούρη, του Ασπρόκρεμμου του Ευρέτου, του Καναβιού και του Καλαβασού, χωρητικότητας 115, 52, 24, 18 και 17 εκατομ. κυβικών μέτρων αντίστοιχα. Από αυτά τα φράγματα, τα 56 είναι εγγεγραμμένα στον κατάλογο της Διεθνούς Επιτροπής Μεγάλων Φραγμάτων (ICOLD).
Επιπλέον, η κατασκευή του τεράστιου έργου του νότιου αγωγού, ο οποίος έχει μήκος 110 χιλιόμετρα και με διάμετρο 1,4 μέτρων, διατρέχοντας ολόκληρη τη νότια ζώνη του νησιού, ενοποιεί τις ποσότητες του νερού όλων των φραγμάτων, επιτυγχάνοντας την ενιαία διαχείριση του νερού όλης της μεγαλονήσου.
Εξαιτίας της μεγάλης ανομβρίας των τελευταίων δεκαετιών, έχουν κατασκευαστεί και 5 μονάδες αφαλάτωσης θαλασσινού νερού (Δεκέλειας, Λεμεσού, Βασιλικού, Λάρνακας και Πάφου), με δυναμικότητα 60.000 κυβικά μέτρα νερού την ημέρα για την κάθε μία από αυτές.
Η Κρήτη
Η κατάσταση στην Κρήτη από πλευράς διαχείρισης των επιφανειακών και των υπόγειων νερών της, διαθέτει τα παρακάτω κύρια χαρακτηριστικά:
– Υπάρχουν αρκετές μεγάλες πηγές κύρια στη Δυτική Κρήτη, με παροχές πολλών εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού ετησίως για την κάθε μια από αυτές, όπως των Μεσκλών, του Κουφού, της Αγυιάς, του Στύλου, των Αρμένων Χανίων, του Ζούρμπου, της Λίμνης Κουρνά, της Αργυρούπολης, του Σπηλίου, της Λίγκρες, του Κουρταλιώτη και του Αγίου Νικολάου, του Ζαρού, του Ψυχρού, Καλαμαύκας, όπως επίσης και πολλές άλλες μικρότερες.
– Υπάρχουν μερικές χιλιάδες γεωτρήσεις των Δήμων του νησιού αλλά και ιδιωτικές οι οποίες επίσης εκμεταλλεύονται πολλές δεκάδες εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού ετησίως.
– Υπάρχουν επίσης 6 παραθαλάσσιες πηγές υφάλμυρου νερού με περιοδική εποχιακή κυμαινόμενη αλατότητα (από 300 ppm ιόντων χλωρίου έως και 5.000 ppm, όταν το θαλασσινό νερό στις παραλίες της Κρήτης έχει αλατότητα γύρω στις 23.000 ppm). Οι πηγές αυτές είναι οι εξής: Κοιλιάρη ποταμού, Γεωργιούπολη δυτικά, Γεωργιούπολη Αλμυρός, Γεωργιούπολη περαστικός, Αλμυρού Ηρακλείου, πηγές Μαλαύρας Λασιθίου.
Η παροχή τους είναι πολλές δεκάδες ή και εκατοντάδες εκατομμύρια κυβικά μέτρα για την κάθε μία από αυτές.
– Υπάρχει επίσης η πολύ μεγάλη παράκτια – υποθαλάσσια πηγή στο Μπαλί Ρεθύμνου, εντελώς ανεξερεύνητη, με εκτιμώμενη παροχή των πολλών δεκάδων εκατομ. κυβικών μέτρων.
– Έχουν κατασκευαστεί επίσης 6 φράγματα: του Βαρσαμιώτη, των Ποταμών Αμαρίου, της Φανερωμένης, της Πλακιώτισσας, του Αποσελέμη και των Πραμιανών, με χωρητικότητες 6, 18, 20, 19, 15, 15 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού αντίστοιχα.
Ακόμη, είναι προγραμματισμένο για κατασκευή και ένα 7ο στον Πλατύ ποταμό του Ρεθύμνου, καθώς και δύο λιμνοδεξαμενές, του Γερακαρίου και των Ελενών Αμαρίου. – Επίσης έχουν κατασκευαστεί 15 εξωποτάμιες λιμνοδεξαμενές (Χρυσοσκαλίτισσας, Αγίων Θεοδώρων, Αρκαδίου, Βυζαρίου, Ανωγείων, Ινίου, Σκινιά, Αμουργελών, Δαμανίων, Παρτίρων, Αρμανωγείων, Καραβάδω, Χαλαυριανού ποταμού, Αγ. Γεωργίου Οροπεδίου και Χαυγά), από τις οποίες όμως μερικές δεν λειτουργούν, λόγω αστοχιών στην κατασκευή τους (Αγίων Θεοδώρων, Αρκαδίου, Βυζαρίου και άλλων).
– Υπάρχουν επίσης τουλάχιστον 20 χείμαρροι σε όλο το νησί, καθότι όλα τα ποτάμια της Κρήτης είναι χείμαρροι, οι οποίοι συγκεντρώνουν, τις χειμερινές περιόδους, ποσότητες νερού της τάξης των μερικών ή και δεκάδων εκατομμυρίων κυβικών μέτρων ο κάθε ένας τους και οι οποίες ποσότητες καταλήγουν στη θάλασσα.
– Και τέλος, υπάρχουν στους 8 μεγαλύτερους παραθαλάσσιους Δήμους του νησιού ισάριθμες εγκαταστάσεις βιολογικών καθαρισμών των λυμάτων, 3βάθμιας επεξεργασίας.
Τα βιολογισμένα αυτά νερά, δύνανται να χρησιμοποιηθούν για άρδευση, όπως ήδη τώρα και 15 χρόνια χρησιμοποιούνται στην Κύπρο, τόσο στις εγκαταστάσεις της Βαθιάς Γωνιάς όπου γίνεται η επεξεργασία των λυμάτων της Λευκωσίας και της ευρύτερης περιοχής όπως επίσης και στις εγκαταστάσεις του Βατί, για την Επαρχία της Λεμεσού.
Οι ανάγκες
Στο νησί της Κρήτης, σήμερα πια υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα επάρκειας υδρευτικού αλλά και αρδευτικού νερού. Εξαίρεση αποτελεί ο νομός Χανίων, όπου εξ αιτίας της ύπαρξης των πολύ μεγάλων πηγών και οι οποίες έχουν αξιοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, υπάρχει επάρκεια υδρευτικού νερού, όπως επίσης και κάλυψη πολλών αρδευτικών αναγκών.
Ειδικότερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όπου ο πληθυσμός του νησιού αυξάνεται κατά 30% τουλάχιστον, φτάνοντας στον αριθμό των 850.000 ή και 900.000 ατόμων, οι υδρευτικές ανάγκες της Κρήτης υπερπολλαπλασιάζονται.
Οι εκτιμήσεις των αποθεμάτων
Η Κρήτη είναι ένα μεγάλο νησί με έκταση 8.450 τετραγωνικά χιλιόμετρα και με 4 μεγάλες οροσειρές, με υψόμετρα 2.500 μέτρων περίπου, αλλά και άλλες 10 τουλάχιστον με υψόμετρα της τάξης των 1.000 – 1700 μέτρων.
Οι ορεινές περιοχές της Κρήτης με υψόμετρο άνω των 500 μέτρων, καλύπτουν το 52% της συνολικής έκτασης του νησιού. Από την επεξεργασία των χρόνιων βροχομετρικών μετρήσεων που υπάρχουν, οι περιοχές αυτές εκτιμούμε ότι δέχονται τουλάχιστον 800-900 χιλιοστά βροχής και χιονιού κατ’ έτος.
Για το υπόλοιπο ποσοστό του 42% της έκτασής της με υψόμετρο κάτω των 500 μέτρων, όμοια θεωρούμε ότι δέχονται περίπου 400 χιλιοστά βροχής και χιονιού κατ’ έτος.
Οι εκτιμήσεις μας λοιπόν είναι ότι το νησί της Κρήτης δέχεται στο σύνολό του πολύ μεγάλες ποσότητες βροχής και χιονιού ετησίως και οι οποίες είναι της τάξης των αρκετών δεκάδων δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Εδώ θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι για να γίνει ο ακριβής υπολογισμός των συνολικών ποσοτήτων βροχής και χιονιού για μια νησιωτική περιοχή, όπως και του νησιού της Κρήτης, θα πρέπει να υπάρχουν μετρήσεις τουλάχιστον μιας δεκαετίας από ένα δίκτυο βροχομετρικών και χιονομετρικών σταθμών, κατανεμημένων σε ολόκληρο το νησί, ανάλογα με τις παρατηρούμενες βροχομετρικές διαφοροποιήσεις.
Τέτοιοι σταθμοί βέβαια δεν υπάρχουν και επομένως δεν υπάρχουν και οι απαραίτητες αυτές μετρήσεις. Επιπλέον η μεθοδολογία υπολογισμού καθίσταται ακόμη πιο πολύπλοκη λόγω του πολύ έντονου ανάγλυφου στο νησί, με τα 4 μεγάλα βουνά και τα 10 μικρότερα.
Με μία πολύ σχετική προσέγγιση λοιπόν, εκτιμούμε ότι οι ποσότητες των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων, δηλαδή βροχής, χιονιού και χαλαζίου, ανέρχεται στα 45 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Βέβαια, σύμφωνα με τους νόμους της μετεωρολογίας και της υδρογεωλογίας, το ποσοστό της εξατμισοδιαπνοής, στις μεσογειακές περιοχές ανέρχεται στο 50% τουλάχιστον των συνολικών κατακρημνισμάτων.
Δηλαδή, οι μισές ποσότητες από αυτά τα νερά εξατμίζονται στην ατμόσφαιρα είτε μέσω της απευθείας εξάτμισης είτε από την εξάτμιση μέσω των φύλλων, των φυτών και των δέντρων. Οι υπόλοιπες λοιπόν μισές ποσότητες, είτε κατεισδύουν στο υπέδαφος και σχηματίζουν τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες, είτε καταλήγουν απευθείας στη θάλασσα μέσω των ποταμών και της υπόλοιπης επιφανειακής απορροής.
Ακόμη όμως διοχέτευση νερού προς τη θάλασσα, γίνεται και από τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες, ακολουθώντας υπόγειες διαδρομές. Κλείνοντας λοιπόν τη διερεύνησή μας αυτή, εκτιμούμε ότι η Κρήτη τόσο λόγω της θέσης της και της γεωμορφολογίας της όσο όμως και λόγω της γεωλογικής της δομής, διαθέτει πολύ μεγάλα αποθέματα νερών, είτε ως ρέοντα είτε σε υπόγεια υδροφόρα ρεζερβουάρς.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι η Κρήτη, όσον αφορά και τους τρεις αυτούς παράγοντες, δηλαδή την γεωγραφική της θέση με τα υψηλά ποσοστά βροχοπτώσεων, τη γεωμορφολογία της και το πολύ έντονο ανάγλυφό της, αλλά και τη γεωλογική της δομή, βρίσκεται σε πολύ ευνοϊκότερη θέση από την Κύπρο.
Για έναν περιφερειακό στρατηγικό σχεδιασμό
Καταρχήν, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι για διάφορους λόγους η ενιαία διαχείριση των νερών της δεν προσφέρεται σαν η πλέον δόκιμη επιλογή για την Κρήτη, όπως αυτό συνέβη με την Κύπρο. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται ως παρακάτω.
– Η Κρήτη είναι ένα πολύ επίμηκες νησί, με πολύ μεγάλο μήκος, που φτάνει τα 260 χιλιόμετρα περίπου. Επίσης οι εγκάρσιες οροσειρές των τριών κυρίως μεγάλων της βουνών τη διαχωρίζουν στη μέση, οριοθετώντας τη Βόρεια ζώνη και τη Νότια ζώνη.
Αυτά τα δύο καθιστούν αδύνατο τον σχεδιασμό για έναν ενιαίο αγωγό όπως στην Κύπρο. Αν ακολουθούταν το ίδιο μοντέλο, θα έπρεπε να κατασκευαστούν δύο αγωγοί, ο Βόρειος και ο Νότιος και με συνολικό μήκος 500 τουλάχιστον χιλιόμετρα και σε ένα ανάγλυφο με τεράστιες υψομετρικές διαφορές.
Οι υψομετρικές αυτές διαφορές, δεν είμαστε σίγουροι ότι θα επέτρεπαν τεχνικά και με βάση τις θεωρήσεις της υδραυλικής επιστήμης, την κατασκευή ενός τέτοιου έργου.
– Στον νομό Χανίων, ο οποίος είναι και ο πλέον ευνοημένος από τη φύση σε σχέση με την ύπαρξη των μεγάλων πηγών, έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό η αξιοποίηση των υδάτινων πόρων με έργα τα οποία κατασκευάσθηκαν και συνεχίζουν να κατασκευάζονται από το 1978. Είναι δυνατόν λοιπόν να ακυρωθούν και να επανασχεδιαστούν αυτά τα έργα σημερινής δαπάνης δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ;
– Όμως θα ήταν πολύ πιο λειτουργικό αν το νησί χωριζόταν σε χωρικές ενότητες, τόσο με βάση τη γεωμορφολογία τους όσο και με τις διαθέσιμες ποσότητες υδάτινων πόρων.
Για παράδειγμα, αναφέρουμε ότι, το σχεδιαζόμενο μεγάλο φράγμα του Πλατύ ποταμού, ο οποίος στην ολότητά του βρίσκεται στον νομό Ρεθύμνης, θα εξυπηρετήσει σε μεγάλο βαθμό και την περιοχή του μεγάλου κάμπου της Μεσσαράς που βρίσκεται στον νομό Ηρακλείου, καθότι είναι μια πολύ λειτουργική λύση.
– Επίσης μια άλλη χωρική ενότητα για κοινό σχεδιασμό αξιοποίησης των νερών της, είναι η περιοχή της Βόρειας ζώνης των νομών Ηρακλείου και Λασιθίου, ως και την περιοχή του Αγίου Νικολάου και της Ελούντας, με κεντρική βάση το φράγμα του Αποσελέμη.
Ακολουθεί η Β΄ ενότητα με τίτλο: Ακολουθώντας το παράδειγμα της Κύπρου