Στον Τσούτσουρα, στο σπίτι του στην τοποθεσία Αλιόρι, τον Αύγουστο του 1944, συνάντησα τον Δημοσθένη Ραπτόπουλο και την αδελφή του, Αταλάντη, για να μου πουν για τον πατέρα τους και την Οργάνωσή του.
Ήθελα να διασταυρώσω τις πληροφορίες του αντιστασιακού Γεωργίου Ψαράκη, μέλους του Δ.Σ. του Β΄ τομέα της ΚΕΕ, (Κρητική Επαναστατική Επιτροπή). Ο Γιώργος Ψαράκης πάντοτε μιλούσε για τον Αλέξανδρο Ραπτόπουλο με συγκίνηση και σεβασμό.
Κι ας είχε περάσει από τη συνεργασία τους μισός αιώνας. Η έρευνά μου αφορούσε και τον έλεγχο της εγκυρότητας του Ημερολογίου του Γ. Κουτεντάκη, το οποίο 18 χρόνια μετά, δηλαδή το 2011, εξέδωσε ο Δήμος Ηρακλείου.
Εντυπωσιασμένη από τη φρεσκάδα της μνήμης και της σκέψης των δύο παιδιών του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου (στην Κατοχή, 25 χρονών η Αταλάντη και 15 ο Δημοσθένης), άκουγα τις αφηγήσεις τους, που συχνά συνόδευαν τα δάκρυά τους για τη μαύρη Κατοχή και την ορφάνια τους.
Για τους επτάμιση μήνες της φυλάκισής του και την εκτέλεσή του (στις 3-9-42), την οποία αντιμετώπισε όπως ταίριαζε σε έναν μεγάλο ιδεολόγο πατριώτη και μεγαλοϊδεάτη αξιωματικό.
Μιλούσε με τη σοφία της μελέτης και των βιωμάτων του ο ιστορικός ερευνητής Δημοσθένης Ραπτόπουλος. Ήταν ανοιχτός, πανέξυπνος, γλωσσομαθής, αληθινά μορφωμένος, γνώστης της βιβλιογραφίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εφοδιασμένος με τις εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου και με την πλήρη συνείδηση του βάρους του ονόματος που κουβαλούσε, καθώς και του τόπου της καταγωγής του.
Στάθηκε στις ιδιαίτερες συνθήκες τις Κατοχής της Βιάννου, στις δυσκολίες των πεντάρφανων παιδιών του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου και ύστερα στην εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων και την επίδρασή τους στη στάση των αντιπάλων (ίσως για να αποσυμφορηθεί της Αταλάντης η βασανισμένη ψυχή).
Όσοι τον γνώριζαν, ήξεραν πως «κολλούσε» στον ρόλο των Βρετανών στις ελληνικές εξελίξεις, επιμένοντας στη «σοφή» τους διαχείριση, που οδήγησε στον Εμφύλιο, ο οποίος θα τους εξασφάλιζε τον απόλυτο έλεγχο στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Ο λόγος του ήταν πειστικός από το πλήθος των επιχειρημάτων, που αντλούσε από όλη τη βιβλιογραφία και τη λοιπή έρευνά του.
Θα μεταφέρω ένα μικρό τμήμα της αφήγησής του εκείνη την ημέρα, που αποδεικνύει την ένταση της γερμανικής βαρβαρότητας, όταν φάνηκε πια η έκβαση του πολέμου, δηλαδή η ήττα του Άξονα (μετά τις εξελίξεις στο αφρικανικό και ρώσικο μέτωπο).
Μιλούσε εκείνη τη μέρα για την εγκληματική βία του λοχία της γερμανικής Αστυνομίας, του Βάλτερ (κατά τις μαρτυρίες κάποιων Βιαννιτών -που κατέγραψα- ήταν διπλός πράκτορας, ιδιαίτερα αιμοβόρος, για να ξεγελά τους Γερμανούς), ενάντια στους Γερμανούς που μισούσαν τον πόλεμο και τον Χίτλερ:
Από την αφήγηση του Δημοσθένη Ραπτόπουλου:
«… Στην κατοχή έμεινε στο μεγάλο καινούργιο μας σπίτι στην Πλάκα της Άνω Βιάννου μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών, που ήταν μικροί χαρούμενοι και ομιλητικοί.
Ανάμεσά τους ήταν ένας τελείως διαφορετικός στρατιώτης, ο Φόρμπαχ. Περίπου 40 χρονών, σιωπηλός, σοβαρός, απόκοσμος, σκοτεινός. Έμεινε στον α’ όροφο του σπιτιού μας ξέτερος, ανάμεσα στην ομάδα των μικρών ομιλητικών στρατιωτών.
Εμείς, η Αταλάντη μας, εγώ, ο Γιάννης και η Κατερίνη είμαστε περιορισμένοι αναγκαστικά στο ισόγειο, ενώ δίπλα στο υπνοδωμάτιό μας ήταν η ξύλινη σκάλα απ’ όπου ανέβαιναν οι Γερμανοί. Αδιαμαρτύρητα δεχόμασταν τα σούρτα-φέρτα των στρατιωτών όλη τη νύχτα. Τι να κάναμε;
Τα ξημερώματα μιας παγωμένης νύχτας του Δεκέμβρη του φοβερού 1942 τρομάξαμε ιδιαίτερα, ακούγοντας βαριά βήματα στη σκάλα και ύστερα κάτι βαρύ να κατρακυλά με θόρυβο, τσουρλώντας κυριολεκτικά στην ξύλινη σκάλα μας. Τρομάξαμε, αλλά μείναμε βουβοί και σιωπηλοί.
Ο στρατιώτης Φόρμπαχ, αν και πάντοτε τον πλησιάζαμε, για να μας ζητήσει κάτι, ώστε να εξοικειωθεί κάποια στιγμή και να μας μιλήσει, δεν το ‘κανε ποτέ. Ίσως φοβήθηκε μη μας μπλέξει.
Οι Γερμανοί, ξέροντας την έκβαση του πολέμου, από το τέλος του 1942 είχαν γίνει πιο άγριοι για πολλούς λόγους, κυρίως απέναντι στους Γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι δεν ήταν ευχαριστημένοι με τον πόλεμο και τον Χίτλερ και προσπαθούσαν να πλησιάσουν τους Έλληνες ή τους συμμάχους, για να αυτομολήσουν και να φύγουν στην Μέση Ανατολή.
Όταν τους ανακάλυπταν, τους σκότωναν τους περισσότερους, αφού τους βασάνιζαν μέχρι θανάτου σε ειδική πτέρυγα της Αγιάς Χανίων.
Ένα πρωί, εμείς οι τέσσερεις «ιδιοκτήτες» του σπιτιού μας, είδαμε ανήσυχοι πολλές σταγόνες αίμα σ’ όλη την ξύλινη σκάλα. Το απόγευμα ήρθαν οι Γερμανοί κανονικά σαν να μη συνέβη τίποτε και ανέβηκαν στον χώρο τους.
Εμείς, όμως, την επόμενη μέρα, πιάσαμε τον πιο μικρό και πιο ομιλητικό, τον εικοσάχρονο Γκεόργκ και τον ρωτήσαμε τι έγινε και πού βρέθηκε το αίμα στη σκάλα. Ήρεμα μας είπε:
-Υπάρχει μεταξύ μας ένας κακός στρατιώτης, αυτός ο κατσούφης, ο Φόρμπαχ. Είναι κακός, γιατί δεν αγαπά τον Φύρερ.
-Μιλεί εναντίον του δηλαδή; (του λέει ο Δημοσθένης).
-Όχι, αλλά ο διοικητής μας μάς λέει πως πρέπει να τιμωρηθεί, για να διορθωθεί.
-Και πώς γίνεται αυτό;
-Όταν κοιμάται, τον δέρνομε. Του σκεπάζομε το κεφάλι με μια κουβέρτα και τον χτυπάμε με τα χέρια μας, τα πόδια μας και τα όπλα παντού, μέχρι ο δεκανέας να μας πει να σταματήσουμε. Αν μιλήσει, θα συνεχίσουμε ώστε να μην μπορεί να μας μιλήσει.
Χθες το βράδυ έγιναν τα ίδια, αλλά μέσα στο σκοτάδι μάς κατρακύλησε από τη σκάλα και γι’ αυτό ακούσατε τη φασαρία.
Αν και ήταν ο Φόρμπαχ Γερμανός -εχθρός μας- λυπηθήκαμε «τον κακό στρατιώτη», τον αμίλητο Φόρμπαχ, αλλά τα βάσανα της σκλαβιάς και της ορφάνιας μάς έκαναν να τον βγάλομε γρήγορα από τον νου μας.
Ώσπου ήρθε η χιονισμένη Πρωτοχρονιά του 1943 και με το κρύο τρυπώσαμε όλοι στα τζάκια μας. Μόνο ο Φόρμπαχ οδηγήθηκε αξημέρωτα έξω από το χωριό, στην τοποθεσία Μέλισσα, μ’ έναν κασμά κι ένα φτυάρι να σκάβει νηστικός και παγωμένος.
Η Πολύμνια, πάμφτωχη με τέσσερα παιδιά και χωρίς τον άντρα της, που μετά την αναχώρησή του από το Μέτωπο ξέμεινε στην Αθήνα -ξέροντας από πείνα- εξοικονόμησε ένα πιάτο φαΐ, κόβοντάς το από τα παιδιά της και το πήγε κρυφά στον Φόρμπαχ, εκεί που δούλευε σκληρά. Αλλά, ατυχία του! Φτάνει ο Βάλτερ (ίσως την είδε), του πέταξε το φαγητό και έδιωξε, απειλώντας την Πολύμνια.