Κεντρική μας θέση είναι ότι η πραγματικότητα ταυτίζεται με τη μεταφυσική. Κι αυτό ακριβώς επειδή ό,τι αντιλαμβανόμαστε σαν πραγματικό, αποπνέει κάποιες στιγμές ένα κρίσιμο δέος προς τον παρατηρητή.

Δεν θεωρούμε ότι ένας παρόμοιος ισχυρισμός στερείται βάσεων: ίσως και να απορρέει μάλιστα από τη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα, ή την περίφημη ευαγγελική περικοπή «Εν αρχή ην ο Λόγος».

Δεν αναζητούμε κάποιο σημείο εκκίνησης αναγκαστικά. Σημείο εκκίνησης, αφετηρίας μας είναι το βίωμα (Erlebnis), το οποίο ως καθημερινός σχεδόν παλμός, μας προτρέπει στη δημιουργία ενός οποιουδήποτε αναβαθμού της καθημερινότητας, ενός σκαλοπατιού δηλαδή, μιας κερκίδας, απ’ όπου παρουσιάζεται ο κόσμος των πολλών, κι αυτό μέσα από τις τέχνες, τα γράμματα ή τις επιστήμες.

Αλλά όμως, τι μένει τελικά ως «απόλυτα σύγχρονο» και «ες αεί», εφόσον όλα μέλλουν να κατακρημνησθούν μέσα στην Ιστορία; Μένει η μαρτυρία, το αποτύπωμα του βιώματος, μια λογοκεντρική αναφορά στο όποιο βάθος τής εκάστοτε πραγματικότητας.

Από την άλλη, η πραγματικότητα της πόλης λ.χ., είναι αποτέλεσμα συλλογικής συντονισμένης εργασίας, με σκοπό τη στέγαση των κατοίκων ή την παραγωγή και αποθήκευση αγαθών, είτε την παροχή υπηρεσιών, την εκπαίδευση ή την υγεία.

Έτσι, έχουμε μπροστά μας ένα νήμα από εκείνο το ηθικό πλέγμα που συνδέει το πραγματικό, την εργασία με τη μεταφυσική. Είμαστε πάρα πολλοί και οι αποστάσεις τεράστιες…

Στις 16 Ιανουαρίου 2026, αποβιβάστηκα στο λιμάνι του Πειραιά, εν μέσω της απεργίας των οδηγών ταξί κι έχοντας κανονίσει με τον φίλο μου, τον Στέφανο, να έρθει να με παραλάβει με το αυτοκίνητό του.

Πρωτού να τον συναντήσω όμως, αμέσως μετά την έξοδό μου από το καράβι, είχα μια ασυνήθιστη εμπειρία: μία σειρά μεγάλων αποθηκών, χτισμένων με τσιμέντο και τούβλα, πρόβαλε στα αριστερά του οπτικού μου πεδίου, ενώ στα δεξιά δέσποζε ένα δεύτερο καράβι μεγάλου μεγέθους, αποκαλύπτοντας το ασύλληπτο αποτέλεσμα της συνδυασμένης ανθρώπινης εμπειρίας, γνώσης, δεξιότητας και -εν τέλει- εργασίας.

Κι ο ήλιος δεν είχε ακόμη καλά-καλά προβάλει, ώστε να διασκορπίσει εκείνο το γκρίζο, βαθύ γαλανό και καφετί που κυριαρχούσε στην όρασή μου. Ναι, τρόμαξα αρκετά, συνειδητοποιώντας όλα τα παραπάνω σε σχέση με την έννοια της εργασίας, πράγματα που άλλοτε προσπερνούσα ως ειδυλλιακούς παραστάτες των συναισθημάτων μου, κτήρια και καράβια που σκοινοβατούσαν, σχηματίζοντας όμορφες ατμόσφαιρες, γεμάτες ερωτισμό και αγάπη.

Αυτή τη φορά, όμως, με τρόμαξε κυριολεκτικά η αγριότητα της χειρωνακτικής εργασίας και η καθημερινότητα του εργάτη όπου αυτόματα, μέσα στο ίδιο δευτερόλεπτο της πρωταρχικής έκπληξης, τόλμησα να στριμώξω.

Η αφανής συσσωρευόμενη εργασία είναι λοιπόν αυτή η δύναμη που παράγει τον πολιτισμό. Αυτή η χαμηλά αμειβόμενη μεταποίηση εργατικής δύναμης σε έργο, συγκροτεί τη σημερινή δυτική μεταφυσική, την σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα.

“People have the Power”, δηλώνει η Patti Smith, σε αντίθεση ίσως με τον John Lennon μέσα από το “Power to the People”, όπου απαιτεί την διανομή της υπεραξίας στους εργάτες. Είναι λοιπόν αυτή, η σημερινή ιστορική στιγμή, όπου οι άνθρωποι, οι λαοί, έχουν τη δύναμη στα χέρια τους, που την κρατούν σιωπηρά χωρίς να την ασκούν -την πολιτική δύναμη, τη φέρουσα δύναμη ως μελλοντικό πολιτειακό ρυθμιστή.

Αν «συσπειρώνονταν οι αγρότες και οι οδηγοί των ταξί» της χώρας, θα «έριχναν την Κυβέρνηση σε μια νύχτα»- λέγανε στην Κρήτη, με αφορμή τις τελευταίες κινητοποιήσεις των αγροτών και των οδηγών ταξί.

Το «Παγκόσμιο Πνεύμα» του Χέγκελ περνά, λοιπόν, στην εποχή μας μέσα από τα χέρια της αφανούς εργασίας -κι αυτό συγκροτεί από μόνο του μία μεταφυσική τέτοια, ώστε να αναλύεται ιστορικά με όρους κυρίως οικονομικούς, σύμφωνα δηλαδή με τους απαραίτητους όρους για τη διασφάλιση της επιβίωσης των περισσοτέρων.

Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος-μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας