Εισηγητής της έννοιας του απείρου στην Ελλάδα υπήρξε ο Αναξίμανδρος, φιλόσοφος και κοσμολόγος της Μικράς Ασίας.

Άπειρο σημαίνει αυτό που δεν έχει «πέρας», δηλαδή «τέλος». Παρότι οι δύο έννοιες, πέρας και τέλος, είναι διαφορετικές σημασιολογικά. «Πέρας» είναι ο σταματημός, ενώ «τέλος» μπορεί να είναι και ο σκοπός («ού το τέλος δει σκοπείσθαι, αλλά τας προς το τέλος πράξεις»: δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τον σκοπό, αλλά τις πράξεις που οδηγούν σε αυτόν). Αλλά ας αφήσουμε αυτές τις διπλές σημασίες εδώ.

Ο Παπαδιαμάντης γράφει, κλείνοντας το γνωστό διήγημα «Το Μοιρολόι της Φώκιας»: «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου». Σοφή κουβέντα, αιώνιας αξίας ρήση…

Αλλά πώς βιώνουμε το άπειρο μέσα στην καθημερινότητά μας; Χρειάζονται οπωσδήποτε κάποια σημεία αναφοράς, για να μη χαθούμε στο χάος, να μη βρεθούμε έρμαια των δισεκατομμυρίων ερεθισμάτων. Κι αυτό που αποτελεί πρώτιστο σημείο αναφοράς, είναι το σπιτικό μας.

Το άσυλο -κατά νόμον- της κατοικίας μας. Η στέγη. Κατά δεύτερο, ο τόπος εργασίας. Και τρίτο, οι άνθρωποί μας. Εδώ, σ’ αυτή την ιεράρχηση, έλαβα αυστηρά υπόψη το γεγονός ότι διανύουμε μια νέα περίοδο ατομικισμού, που καταπλέει στον τόπο μας απ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Έτσι, διασφαλίζοντας μια ικανή ηρεμία, μπορούμε να διαλογιστούμε παρατηρώντας τον εαυτό μας στη θέση που του έχουμε δώσει μέσα στο σπιτικό μας, τη δουλειά μας και στις σχέσεις του με τους δικούς μας ανθρώπους: εδώ έχουμε ένα κομβικό σημείο, που δεν είναι άλλο από την κατασκευή -αν θέλετε- της ευδαιμονίας, της ευτυχίας καθ’ εαυτής.

Προερχόμενη από μια αίσθηση ασφάλειας, απομακρύνει κάθε αγωνία υπαρξιακή και μας ενδυναμώνει σαν χαρακτήρες, σαν πιστούς, σαν ανθρώπους της μικρής μας κοινωνίας, σαν γονείς, σαν επαγγελματίες, σαν εργάτες…

Κι άμα δεν μπορούμε να συναντήσουμε το άπειρο μέσα στην καθημερινότητα, θα μας συναντήσει εκείνο: μέσα σε μια στιγμή σύγκλισης, μέσα σε μια στιγμή αγάπης, μέσα σε μια στιγμή εγγύτητας ανθρώπινης και καθοριστικής.

Φυσικά, διαπράττουμε εδώ ένα άλμα: το άπειρο του Αναξίμανδρου, αφορά στην Κοσμολογία, ενώ το ανθρώπινο στοιχείο του βιώματος αυτού, αφορά στις ψυχές μας και σε κάθε ορθή μορφή αγάπης. Διότι το σωστό ή το λάθος, τα γνωρίζουμε από παιδιά ή έστω από την εφηβεία μας και τα βλέπουμε είτε στο πρόσωπό μας, είτε στο πρόσωπο κάποιου άλλου. Ακόμα και στον γενικευμένο Λόγο, τον πολιτικό- αυτόν που συνδιαλέγεται με την δική μας καθημερινότητα.

«Σα να ‘ναι όλη η ζωή ετούτη τ’ ορατό αιώνιο κυνήγι ενός αόρατου Γαμπρού, που κυνηγάει από κορμί σε κορμί την αιωνιότητα, την αδάμαστη Νύφη», γράφει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική του (σελ. 52, ανατύπωση όγδοη, Λευκωσία, 1985). Όμορφη εικόνα δίνει ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας, κι εμείς οφείλουμε να παντρέψουμε το άπειρο με την αιωνιότητα και ησυχάζοντας να εξακολουθήσουμε, περισσότερο ίσως κάπως συνειδητοποιημένοι, να επιστρέφουμε στις εργασίες μας, στην ανάπαυση και στην αγάπη.

Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας