Ο ισχυρός ανταγωνισμός, που καλλιεργείται στην Ε.Ε., οδηγεί τα κράτη μέλη σε συνεχείς προσπάθειες, ώστε να καταστούν ισάξια των ανεπτυγμένων τους εταίρων.

Έτσι και εμείς, τόσο λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας μας και του ολιγομελούς πληθυσμού μας, όσο όμως και των οικονομικών μας προοπτικών, δεν θα μπορέσουμε δυστυχώς ποτέ να καταστούμε οικονομική δύναμη, ας καταστούμε τότε χώρα της υψηλής γνώσης και της πνευματικής δημιουργίας. Και οντολογικά πια, η κατάκτηση αυτή, θα επιφέρει και πολλαπλά οφέλη στη ζωή των Ελλήνων πολιτών.

Τα σπήλαια της τότε προϊστορικής Ευρώπης

Είναι πράγματι εκπληκτικό το να μαθαίνει κανείς για την προέλευση των Ευρωπαίων. Μα ακόμη πιο εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι οι γλωσσολόγοι αντιμετωπίζουν τη λιθουανική γλώσσα σαν το κύριο γλωσσικό κέντρο γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η διαφοροποίηση των ευρωπαϊκών γλωσσών, καθότι οι προϊστορικοί Ευρωπαίοι -όντες Ινδοευρωπαίοι- προέρχονταν από τις περιοχές της Ασίας και μάλιστα των Ουραλίων και του Καυκάσου.

Κατά τις μεταναστεύσεις τους, αρχικά κινήθηκαν με κατεύθυνση προς την ευρωπαϊκή δυτική ενδοχώρα και προς τον ευρωπαϊκό νότο. Το γεγονός λοιπόν αυτό, αποτελεί ένδειξη του ότι οι Ουράλιας και Καυκασιανής προέλευσης Ινδοευρωπαίοι, πριν κινηθούν προς νότιες και προς δυτικές κατευθύνσεις, έκαναν μια μακρά στάση στην περιοχή της σημερινής Λιθουανίας.

Η Λιθουανία, δηλαδή, θεωρείται η γλωσσική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων, οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στις διάφορες περιοχές του ευρωπαϊκού χώρου.

Επίσης, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο εθνολογικός όρος «Ινδοευρωπαίοι» δεν βασίζεται σε απτά ανθρωπολογικά, αρχαιολογικά και ιστορικά στοιχεία, αλλά σε συμπεράσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας. Κάπως έτσι, λοιπόν, αρκετές χιλιετίες π.Χ. φανταζόμαστε τους Ευρωπαίους κατοίκους των σπηλαίων.

Από πού κρατάει «η σκούφια μας»!

Οι αρχαίοι Έλληνες, κατά τους γλωσσολόγους ερευνητές, υπήρξαν το προϊόν εθνολογικής και πολιτισμικής μίξης των γηγενών Προελλήνων, που ήταν οι Πελασγοί και οι Λέλεγες, με τις τέσσερις ινδοευρωπαϊκές ελληνικές φυλές,, τους Αχαιούς, τους Αιολείς, τους Ίωνες και τους Δωριείς, που εγκαταστάθηκαν στον ελληνικό χώρο αρκετά υστερότερα.

Ωστόσο, μας είναι άγνωστη η προέλευση των γηγενών Ευρωπαίων, όπως ήταν και οι Προέλληνες (π.χ. Πελασγοί και Λέλεγες), οι Σκύθες, οι Θράκες και άλλοι προϊστορικοί λαοί.

Τα σπήλαια των Ελλήνων

Όταν οι προϊστορικοί Ευρωπαίοι αποφάσισαν να βγουν από τα σπήλαια και να κατοικήσουν σε μικρούς οικισμούς, από τους πρωτεργάτες ήταν οι Έλληνες της προϊστορίας. Αυτοί θεωρούνται ότι ανέπτυξαν τον πρώτο ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ίσως γιατί η ιστορική κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η περιοχή της Μέσης Ανατολής και Μεσοποταμίας, της Αρχαίας Αιγύπτου και Λιβύης, όσο και της Μικράς Ασίας.

Επομένως, ο χώρος που δέχτηκε τις ισχυρότερες επιρροές ήταν ο ελλαδικός ως ο πλέον γειτονικός τους. Γύρω στα 7.000 π.Χ. έφτασε -κατά πάσα πιθανότητα εξ ανατολών- η περίοδος της προκεραμεικής νεολιθικής εποχής στην κεντρική Ελλάδα, με τους πρώτους νεολιθικούς οικισμούς.

Τρεις χιλιετίες αργότερα, περίπου στα 4.000 π.Χ., εξελιγμένοι νεολιθικοί οικισμοί έκαναν την εμφάνισή τους στα κεντρικά Βαλκάνια και στις Παραδουνάβιες περιοχές. Ήταν οι περίοδοι όπου και οι Προέλληνες είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τα σπήλαια.

Οι πολιτισμοί του ελλαδικού χώρου και οι αγώνες για ανεξαρτησία

Δύο όμως χιλιετίες μετά, στον ελλαδικό χώρο, αναπτύσσεται ο πρώτος -ευρωπαϊκής προέλευσης- πολιτισμός, ο μινωικός, με περίτεχνα ανάκτορα και τεχνουργήματα, για να ακολουθήσει ο μυκηναϊκός, καθώς και εκείνος των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Στη συνέχεια, ήρθε και η σειρά των Ρωμαίων και του χώρου των Λατίνων.

Ο ελλαδικός χώρος, μετά την περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης πέρασε στους Βυζαντινούς και στη συνέχεια στην οθωμανική υποδούλωση. Η κατάκτηση αυτή, που κράτησε περίπου μισή χιλιετία, αποτέλεσε και την κύρια αιτία της πολιτισμικής υστέρησης του νεοελληνισμού.

Και όταν πια ο ελλαδικός χώρος απέκτησε την πλήρη ανεξαρτησία του, ήταν πια προχωρημένος ο 20ός αιώνας. Ωστόσο, όμως, έως τότε, ο υπόλοιπος ευρωπαϊκός χώρος είχε προχωρήσει τα μέγιστα πολιτισμικά και τεχνολογικά.

Όμως, οι Έλληνες, ακόμη και τότε, πάλευαν να εδραιώσουν την εθνική τους υπόσταση και τη Δημοκρατία τους. Αυτή την προσπάθειά τους συνέχισαν και μετά την απελευθέρωση από τους ναζί κατακτητές και τη λήξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.

Η έλλειψη της «Ελληνικής Αναγέννησης» αλλά και της σκέψης του Μαρξ και του Φρόυντ

Ούτε βέβαια στην Αναγέννηση των τεχνών και κυρίως των ανθρωπιστικών επιστημών, που συντελέστηκε στην Ευρώπη τον 15ο ως και τον 17ο αιώνα, δεν κατάφερε να γίνει κοινωνός ο ελλαδικός χώρος, καθώς ήταν στην κυριαρχία των Οθωμανών.

Η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γερμανό τυπογράφο Ιωάννη Γουτεμβέργιο, επέτρεψε την ταχεία μετάδοση αυτών των νέων ιδεών, που όμως στην Ελλάδα δεν κατάφεραν να έρθουν.

Αλλά ούτε και στις νεότερες ιδέες του Μαρξ και του Φρόυντ -στα τέλη του 1800- κατάφεραν οι ελάχιστοι Έλληνες διανοούμενοι να εντρυφήσουν, αφού αυτό που απασχολούσε τις περιόδους αυτούς τον ελληνικό λαό ήταν η επιβίωσή του και η διαρκής του προσπάθεια για την κατάκτηση μιας μίνιμουμ αξιοπρέπειας.

Όταν την Ευρώπη την απασχολούσε η εδραίωση της κατάκτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ποιοτική διαβίωση, οι Έλληνες πάλευαν ενάντια στους μεγαλοτσιφλικάδες, τους λήσταρχους και στον αναλφαβητισμό, που έφτανε ίσως και το 70%. Χάριν της ιστορίας, αναφέρουμε πως σχετική μελέτη αναφέρει ότι το ποσοστό αναλφάβητων στην Ελλάδα ήταν το 1830 91% στα αγόρια και 99% στα κορίτσια, το 1840 71% και 94%, και το 1907, το μεν ποσοστό των αναλφάβητων αγοριών έπεσε σημαντικά στο 50%, ενώ των κοριτσιών ελάχιστα, στο 83%.

Έκτοτε, ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν σε μια αέναη προσπάθεια πολιτικών και κοινωνικών αγώνων για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και ίσες ευκαιρίες.

Η πολιτική και κοινωνική ειρήνη

Αποδείχτηκε ότι ο αγώνας αυτός για την κατάκτηση της πολιτικής και κοινωνικής δικαιοσύνης για τον λαό μας, ήταν πολύ επώδυνος και χρειάστηκε πολλές θυσίες. Ακόμη, όμως, πιο δύσκολη θεωρούμε πως ήταν η εδραίωση των θεσμών και η θεραπεία τής -έως τότε- ανάπηρης Δημοκρατίας μας, ως και τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, όπου και επιβλήθηκε η δικτατορία, η οποία και τα ισοπέδωσε όλα.

Όταν το ‘74 πια η δικτατορία εκδιώχθηκε, ως αποτέλεσμα των φοιτητικών κινητοποιήσεων του Νοέμβρη του ’73, αλλά και της προδοσίας της Κύπρου τον Ιούλιο του ‘74, η Ελλάδα μπήκε σε μια άλλη εποχή. Επιτέλους, ήρθε η Άνοιξη για τη χώρα μας, για να κατακτήσει την πολιτική και κοινωνική της Ειρήνη με «την περίοδο της μεταπολίτευσης», όπως και ονομάστηκε.

Η πολιτιστικο-μορφωτική υστέρηση

Ενώ ήρθε η πολιτική και κοινωνική μεταπολίτευση, με την έννοια ότι πράγματι συντελέστηκε μια «κοσμογονία» σε αυτό το επίπεδο -όσο και ας μην το αναγνωρίζουν κάποιες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και μεγάλο μέρος των Ελλήνων πολιτών και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές- κάτι ανάλογο δεν συντελέστηκε στο μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδο.

Πράγματι, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, παράλληλα με τις πολιτικές κατακτήσεις, εκδηλώθηκε μια κορυφαία καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία. Η πολιτιστική αυτή αλλαγή αφορούσε την έκρηξη της δημιουργικότητας και τη ριζική αλλαγή στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή, μετά την πτώση της δικτατορίας.

Κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η ελευθερία έκφρασης, η ανάδυση νέων ιδεών και η ανανέωση στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη μουσική και τις άλλες τέχνες. Αυτό σηματοδότησε την απελευθέρωση από τα δεσμά της δικτατορικής περιόδου και την πορεία προς μια πιο ανοιχτή, δημοκρατική κοινωνία.

Όμως, αυτή διήρκεσε μόνον έως τα τέλη της 10ετίας του ‘80. Έκτοτε, μια κατάσταση κοινωνικής αλλοτρίωσης άρχισε να καταλαμβάνει την ελληνική κοινωνία και από τότε, τόσο η καλλιτεχνική έμπνευση όσο και η πνευματική δημιουργία βρίσκονται σε ύφεση και σε σχετική υποτονικότητα. Παρατηρείται, δηλαδή, μια πολιτισμική υστέρηση, που συνοδεύεται και με τροποποίηση της αξιακής μας κλίμακας.

Επιβαλλόμενες «πολιτιστικές επαναστάσεις» που απέτυχαν

Θεωρούμε, βέβαια, πως είναι πολύ δύσκολο να επέμβει κανείς με κυβερνητικές πολιτικές στο να επηρεάσει το σύστημα αξιών ενός κοινωνικού χώρου. Υπάρχει, εξάλλου, ολόκληρος τομέας της κοινωνικής ψυχολογίας που πραγματεύεται αυτό το θέμα, μέσα από τον παράγοντα της «κοινωνικής επιρροής».

Τέτοιες επεμβάσεις επιχειρήθηκαν κάποιες περιόδους σε καθεστώτα με ελλειμματική δημοκρατία, όπως σε εκείνα της τέως σοβιετικής επιρροής, με την απαγόρευση της θρησκείας και άλλες μεθόδους, αλλά και στην λεγόμενη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, χωρίς όμως τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Μάλιστα, στην Δημοκρατία της Κίνας, την περίοδο ‘66 έως και το ’76, εφαρμόστηκε η λεγόμενη «πολιτιστική επανάσταση», με πρωτεργάτη τον ίδιο τον αρχηγό τον Μάο Τσε Τουνγκ. Ο Mάo υποστήριζε πως η τέχνη παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης ενός λαού και προσπάθησε να επηρεάσει τόσο την παραδοσιακή κινεζική τέχνη, κατευθύνοντάς την προς τα κομμουνιστικά ιδεώδη, όσο όμως και τον κόσμο της διανόησης.

Όμως, η «πολιτιστική επανάσταση» εξετράπη της πορείας της και κατέληξε σε κυνήγι των διαφωνούντων, με αποτέλεσμα ο Μάο να αναγκαστεί να την τερματίσει 10 χρόνια αργότερα το 1976.

Η αναβάθμιση της αξιακής κλίμακας που δεν ήρθε

Όμως, εμείς αναφερόμαστε σε μια «πολιτιστική μεταπολίτευση», η οποία όπως και η «πολιτικο-κοινωνική μεταπολίτευση», η οποία συντελέστηκε με περισσή επιτυχία και με άκρως δημοκρατικές και συναινετικές διαδικασίες θα συντελούσε στη μορφωτικο- κοινωνική αναβάθμιση του τρόπου σκέψης των Ελλήνων πολιτών.

Με άλλα λόγια, η πολιτιστική δημιουργικότητα, που συντελέστηκε με την πτώση της δικτατορίας, θα έπρεπε να είχε συνεχιστεί παράλληλα με την πορεία της Δημοκρατίας μας, ακολουθώντας διαδικασίες, που θα διατηρούσαν ζωντανή την πνοή έμπνευσης κα την παραγωγή σκέψης.

Αυτό θα μπορούσε να κατορθωθεί με μια σειρά παρεμβάσεων, ώστε σε βάθος χρόνου, η αξιακή κλίμακα των Ελλήνων να μετατοπιστεί προς την αξία της γνώσης και όχι της απόκτησης κέρδους που είναι σήμερα. Τέτοιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να είναι και οι παρακάτω:

-Η αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών, ξεκινώντας από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές. Δεν έχει νόημα σήμερα και κρίνεται απόλυτα απαράδεκτο οι πανεπιστημιακοί διδάσκοντες να μην έχουν τουλάχιστον διπλάσιους μισθούς από τους σημερινούς.

Συγχρόνως, όμως, θα πρέπει να αυξηθούν και οι απαιτήσεις της Πολιτείας για το εκπαιδευτικό τους έργο. Με αυτόν τον τρόπο, θα σηματοδοτήσει η ελληνική Πολιτεία ότι η μόρφωση στη χώρα μας είναι πρώτης προτεραιότητας.

-Ανάλογη γενναία μισθολογική αναβάθμιση, τουλάχιστον κατά 50%, θα πρέπει να δοθεί και στους εκπαιδευτικούς της Β΄ αλλά και της Α΄ βαθμίδας. Όμως, επίσης, παράλληλα θα πρέπει να αυξηθούν και οι εκπαιδευτικές τους υποχρεώσεις.

-Επίσης, ο ρόλος των επιστημόνων που θα πρέπει να αναβαθμιστεί και να ανταμειφθεί επίσης με ανάλογες αυξήσεις, είναι και οι αρχαιολόγοι των αντίστοιχων υπηρεσιών αρχαιολογίας, αλλά και των αρχαιολογικών και ιστορικών μουσείων.

Ακόμη, θα πρέπει να γίνει και αναβάθμιση των πανεπιστημιακών σχολών, μουσικολογίας, θεάτρου, κινηματογράφου, σκηνοθεσίας και των λοιπών καλών τεχνών.

-Ενίσχυση των καλλιτεχνικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων των Δήμων, όπως και των περιφερειακών θεατρικών σκηνών με επίσης γενναίες επιχορηγήσεις.

Αναβάθμιση των δημοτικών και δημόσιων βιβλιοθηκών, ώστε να καταστούν και κέντρα μορφωτικών παρεμβάσεων και εκδηλώσεων.

Όλες οι παραπάνω δράσεις θα περιβάλλονται από μια συνολική έγνοια και συντονισμό και θα παρακολουθούνται από ένα ξεχωριστό Υπουργείο Συντονισμού Μορφωτικών Υποθέσεων, που θα υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό, για άμεση και στενή παρακολούθηση τής εν λόγω δραστηριότητας.

Ισάξιοι των εταίρων μας

Στόχος των ενεργειών αυτών θα είναι να δοθεί το σήμα στην ελληνική κοινωνία ότι η πραγματική μόρφωση και η πνευματική καλλιέργεια είναι κάτι που θα πρέπει να το τοποθετούμε πάνω απ’ όλα. Είναι εκείνο στο οποίο υστερούμε αρκετά έναντι των Ευρωπαίων εταίρων μας και θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι, αν δεν τους φτάσουμε και εάν δεν βρεθούμε σε σημείο ώστε να μας θεωρούν ισάξιούς τους, δεν θα μας συμπεριφέρονται με τον ανάλογο σεβασμό.

Είναι λοιπόν ανάγκη τόνωσης του εθνικού μας κύρους, να καλύψουμε αυτή την υστέρηση απέναντί τους, που δυστυχώς σήμερα είναι ιδιαίτερα εμφανής. Θα πρέπει δηλαδή να γίνουμε η Ελλάδα της σοβαρότητας, του υψηλού μορφωτικού επιπέδου και των σπουδαίων μεταπτυχιακών πανεπιστημίων.

Η -μέχρι σήμερα- καλλιεργούμενη εικόνα της Ελλάδας ως χώρας τουριστικού προορισμού εξαιτίας του ήλιου μας, των παραλιών μας, καθώς και των φολκλορικών μας εκδηλώσεων, θα πρέπει να καταλάβουμε πως δεν αρκεί!

Και αφού, τόσο εξαιτίας του μικρού μεγέθους της χώρας μας και του ολιγομελούς πληθυσμού μας, όσο όμως και των οικονομικών μας προοπτικών, δεν θα μπορέσουμε δυστυχώς ποτέ να καταστούμε οικονομική δύναμη, ας καταστούμε χώρα της υψηλής γνώσης και της πνευματικής δημιουργίας. Και οντολογικά πια, η κατάκτηση αυτή, θα επιφέρει και πολλαπλά οφέλη στη ζωή των Ελλήνων πολιτών.