«Ελευθερία ή θάνατος!», με τις δύο αυτές απλές λέξεις εκφράζεται ο όρκος των Ελλήνων αγωνιστών του 1821. Αυτό έγινε πανανθρώπινο αξίωμα και σάλπισμα καθολικού συναγερμού ψυχών, αλλά και δυνάμεων των σκλαβομένων Ελλήνων, αυτών που στο διάστημα της μακραίωνης δουλείας δεν έγιναν ταπεινοί υπηρέτες και υποτελείς των κατακτητών.
Πιστοί στις παραδόσεις, στα ιδανικά, στις ιδέες τους, στη γλώσσα και στη θρησκεία, περίμεναν μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα, κατά τον εθνικό μας ποιητή, Διονύσιο Σολωμό. Ένας από τους ήρωες της Επανάστασης, και από τα χαρακτηριστικά πρόσωπα εκείνων των ημερών, είναι και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος.
Από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης, που έπεσε θύμα, δυστυχώς, των εμφύλιων διαμαχών και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό. Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788, ο ίδιος όμως πατρίδα του θεωρούσε τις Λιβανάτες της Λοκρίδος.
Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, βρέθηκε αμέσως στις πρώτες γραμμές του αγώνα και ανέλαβε να ξεσηκώσει τους Έλληνες της Ανατολικής Ρούμελης, 8 Μαΐου του 1821, κλείνεται μαζί με άλλους στο Χάνι της Γραβιάς (συνολικά ήταν 117 οι πολεμιστές) και κάνει δώρο στον ένδοξο αγώνα του ΄21 μια από τις πιο δοξασμένες μάχες.
Με αφορμή τη νίκη του Ανδρούτσου στη Γραβιά, έσωσε την Επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης, με 8.000 άνδρες, βάδιζε ακάθεκτος προς την εξεγερμένη Πελοπόννησο. Δεν εισακούσθηκε όταν ήθελε να καλέσει τον Κοραή από την Ευρώπη και τον Βάμβα από την Κεφαλονιά, προκειμένου να έρθουν και να διδάξουν. Είχε ιδρύσει βέβαια ο Ανδρούτσος δύο σχολεία στην Αθήνα!
Όταν ο Ομέρ Βρυώνης έκανε την πολιορκία στο Χάνι της Γραβιάς, είχε στον στρατό του, εκτός από τους αναρίθμητους Τουρκαλβανούς, και πολλούς Έλληνες, που είτε γιατί δεν είχαν καταλάβει τη σημασία της Επανάστασης είτε γιατί νόμιζαν πως δεν ήταν ακόμα καιρός να προσχωρήσουν σ’ αυτή και εξακολουθούσαν να μένουν στις τάξεις του τουρκικού στρατού. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους, ήταν και ο περίφημος, για την ανδρεία του, Παλάσκας.
Φυσικά, η στάση των παλληκαριών που υπηρετούσαν τους Τούρκους δεν ήταν καθόλου εχθρική απέναντι στους επαναστατημένους ομόφυλούς τους. Κάνοντας παθητικά το χρέος τους μέσα στο τουρκικό στράτευμα, δεν παρέλειπαν να βρίσκουν ευκαιρίες για να προσφέρουν εκδουλεύσεις στους Έλληνες και μάλιστα σε στιγμές που αυτοί διέτρεχαν κάποιον ανυπολόγιστο κίνδυνο.
Γι’ αυτό κι ο Παλάσκας, όταν είδε την επιμονή του Ομέρ Βρυώνη να θέλει με κάθε τρόπο και με κάθε θυσία να γίνει κύριος του πολιορκημένου χανιού, άρχισε να συλλογίζεται με τι μέσον θα μπορούσε να σώσει τους συμπατριώτες του που κινδύνευαν.
Ήταν απόγευμα, όταν πλησίασε σκεφτικός τον Βρυώνη, τη στιγμή ακριβώς που αυτός έδινε οδηγίες στους επιτελείς του, να γίνει μια νέα, πεισματική αυτή την φορά, επίθεση στο Χάνι.
-Γιατί, πασά μου, χαλάς άδικα τόσα παλληκάρια; του είπε δήθεν στενοχωρημένος.
-Τι να κάνω, ορέ Παλάσκα, του απάντησε τότε ο Βρυώνης με θυμό. Δεν βλέπεις, εκείνο το σκυλί, ο Δυσσέας, το πήρε για καλά το πράγμα.
-Εγώ λέγω να μη χαλάς άδικα παλληκάρια!
-Και τι να κάνω; Να τον αφήσω έτσι, ορέ;
-Όχι. Να παραγγείλεις στο Ζητούνι να στείλουν δύο κανόνια και αύριο τη χαραυγή να τους κάνουμε στάχτη μέσα στο Χάνι.
Ο Βρυώνης σκέφτηκε λίγο.
-Καλά λες, ορέ Παλάσκα, του ’πε στο τέλος.
Και αμέσως έστειλε να φέρουν τα κανόνια, ενώ ο στρατός έμεινε άγρυπνος γύρω από το Χάνι.
Ο Παλάσκας είχε καταφέρει έτσι να αναβληθεί για λίγες ώρες η επίθεση, όχι όμως και να αποσοβηθεί εντελώς ο κίνδυνος. Και γι’ αυτό, θέλοντας τάχα να δείξει στους Αλβανούς τη χαρά του για την ασφαλή καταστροφή των Ελλήνων, ανέβηκε σ’ ένα ύψωμα, κοντά στο Χάνι και φώναξε απειλητικά στους πολιορκημένους:
-Αχ μωρέ γκιαούρηδες! Πού θα μας πάτε; Αφήστε να ’ρθουν τα τόπια απ’ το Ζητούνι και αύριο αυγή-αυγή βλέπομε!
Ο Ανδρούτσος τ’ άκουσε, ανεγνώρισε την φωνή του Παλάσκα και κατάλαβε τον κίνδυνο. Περίμενε να νυχτώσει και τότε διέταξε τον Μπραγιώργο απ’ το Γαλαξείδι να προσπαθήσει ν’ ανοίξει στο τείχος μια τρύπα μαζί με τους άλλους Γαλαξειδιώτες. Αυτός έβαλε τους ανθρώπους του στην γραμμή και, βγάζοντας μια-μια τις πλίθες απ’ το τείχος, τις έδινε από χέρι σε χέρι, όσο μπορούσε πιο αθόρυβα, και τις πέρασε έτσι στην άλλη άκρη του Χανιού.
Εν τω μεταξύ, τα καραούλια πυροβολούσαν διαρκώς για να σκεπάζουν τον κρότο που έκαμναν οι Γαλαξειδιώτες. Κι όταν τέλος άνοιξε η τρύπα, ο Οδυσσεύς Ανδρούτος και οι σύντροφοί τους βγήκαν αθόρυβα από το Χάνι και σώθηκαν…
Τα κατορθώματα, οι αγώνες και οι θυσίες και, γενικότερα, οι ηρωικές πράξεις των παλληκαριών είναι συνυφασμένες με τα κλέφτικα τραγούδια, τα οποία είναι τραγούδια του πολέμου. Ενώ, όμως, ο πόλεμος κλείνει μέσα του την απάνθρωπη σκληρότητα, συμβαίνει πολλά κλέφτικα τραγούδια να εκφράζουν ανθρωπιά, ποτισμένη από τις κακουχίες και τον πόνο.
Το περιεχόμενό τους, επίσης, συνοδεύεται με χρήσιμες παρατηρήσεις, σχετικές με τη ζωή των κλεφτών και των αμαρτωλών και, κυρίως, με τον ρόλο τους στην προετοιμασία του έθνους για την Επανάσταση. Κυριαρχούν οι λέξεις «βουνά», «κάμποι», «άνοιξη», «λιώσιμο του χιονιού» και όλα αυτά έχουν σημείο αναφοράς τον ήλιο, τον πολυπόθητο ήλιο της λευτεριάς, που δεν θ’ αργήσει να φανεί, τον ήλιο της λευτεριάς που αρχίζει να ροδίζει, κάνοντας τους υπόδουλους να ελπίζουν για ένα καλύτερο και ελεύθερο αύριο!