Η πρόσφατη (7/1/2026), «ανεστραμμένη διατροφική» πυραμίδα, που παρουσίασε ο υπουργός Υγείας της αμερικανικής Κυβέρνησης, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για τον ρόλο των διατροφικών οδηγιών στη δημόσια υγεία και ειδικότερα στην παχυσαρκία.

(Υπενθυμίζεται ότι το ισχύον κλασσικό μοντέλο της μεσογειακής πυραμίδας διατροφής προτάθηκε το 1993 από τον οργανισμό Oldways, σε συνεργασία με το Harvard School of Public Health και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας). Το προτεινόμενο μοντέλο μετατοπίζει τη βάση της διατροφής προς το κρέας, τα πλήρη γαλακτοκομικά και τα λιπαρά, περιορίζοντας τα δημητριακά και δίνοντας έμφαση στην αποφυγή ζάχαρης και υπερεπεξεργασμένων τροφίμων.

Αν και η στροφή προς «πραγματικά» τρόφιμα βρίσκει συμμάχους, η υπερπροβολή ζωικών προϊόντων προκαλεί εύλογες ανησυχίες για καρδιαγγειακούς κινδύνους και πιθανή επιβάρυνση της παχυσαρκίας, ιδιαίτερα όταν στερείται δεδομένων επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή παραμένει κρίσιμη. Η έμφαση σε λαχανικά, όσπρια, φρούτα, ελαιόλαδο και μέτρια κατανάλωση ζωικών προϊόντων έχει επανειλημμένα συνδεθεί με χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας και χρόνιων νοσημάτων, αποτελώντας σταθερό σημείο αναφοράς για την ελληνική κοινωνία.

Η συζήτηση για τις διατροφικές πυραμίδες, ωστόσο, αναδεικνύει ένα βαθύτερο ζήτημα: η παχυσαρκία δεν αντιμετωπίζεται με απλές ανατροπές διατροφικών μοντέλων, αλλά με συνολική, τεκμηριωμένη στρατηγική.

Σε αυτή την κατεύθυνση, συγκροτήθηκε στην πατρίδα μας η «Συμμαχία για την Καταπολέμηση της Παχυσαρκίας» το 2021 ως το πρώτο διεπιστημονικό δίκτυο 34 επιστημονικών ιατρικών εταιρειών και φορέων, με στόχο την ευαισθητοποίηση κοινωνίας και Πολιτείας και την προώθηση σύγχρονων πολιτικών πρόληψης και φροντίδας.

Σημαντικό ορόσημο αυτής της προσπάθειας αποτέλεσε η πρόσφατη διαμόρφωση των Εθνικών Κατευθυντήριων Οδηγιών Κλινικής Πρακτικής για τη Διαχείριση της Παχυσαρκίας, οι οποίες βασίζονται στη μεταφορά και προσαρμογή των τεκμηριωμένων οδηγιών από τον Καναδά (Obesity Canada) στην ελληνική πραγματικότητα.

Οι οδηγίες αυτές έρχονται να απαντήσουν σε ένα πρόβλημα μεγάλης κλίμακας, καθώς περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες ενήλικες είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, με σημαντικό κόστος για το σύστημα υγείας και την οικονομία.

  • Κεντρικός άξονας των οδηγιών είναι η αποδόμηση του στίγματος. Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται ως χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος και όχι ως αποτέλεσμα ατομικής αδυναμίας. Η χρήση μη στιγματιστικής γλώσσας και η εστίαση στη βελτίωση της υγείας και της ποιότητας ζωής -και όχι στο βάρος ως μοναδικό στόχο- αποτελούν βασικές αρχές της σύγχρονης κλινικής πρακτικής.
  • Η κλινική διατροφική θεραπεία παραμένει θεμέλιος λίθος, με έμφαση στην εξατομίκευση και στη βιωσιμότητα, μακριά από στερητικές δίαιτες. Παράλληλα, η σωματική δραστηριότητα αντιμετωπίζεται ως εργαλείο λειτουργικότητας και μεταβολικής υγείας, ακόμη και χωρίς μεγάλη απώλεια βάρους.
  • Η φαρμακευτική θεραπεία αναγνωρίζεται πλέον ως αναπόσπαστο μέρος της μακροχρόνιας διαχείρισης, όταν ενδείκνυται, πάντα σε συνδυασμό με διατροφικές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Η εξατομίκευση και η συνέχεια της θεραπείας είναι κρίσιμες, καθώς η διακοπή συχνά οδηγεί σε επανάκτηση βάρους.
  • Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις ψυχολογικές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις (γνωστική συμπεριφορική θεραπεία), που στηρίζουν τη βιώσιμη αλλαγή, ενισχύουν τα εσωτερικά κίνητρα και μειώνουν την εσωτερικευμένη προκατάληψη. Αντίστοιχα, η διαχείριση σε ειδικούς πληθυσμούς, όπως τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, απαιτεί προσεκτική στάθμιση, με προτεραιότητα στη λειτουργικότητα, τη διατήρηση μυϊκής μάζας και την ποιότητα ζωής.

Εν κατακλείδι, η παχυσαρκία δεν αντιμετωπίζεται με διατροφικές μόδες ή αποσπασματικές λύσεις. Απαιτεί επιστημονική τεκμηρίωση, σεβασμό και μακροχρόνια στρατηγική.

Αυτή η αλλαγή παραδείγματος προϋποθέτει καταρχήν χρησιμοποίηση μη επικριτικής γλώσσας και αναγνώριση της παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου. Η εξατομίκευση (στην διατροφή, φυσική δραστηριότητα, φαρμακευτική θεραπεία) είναι το επόμενο καθοριστικό βήμα. Σημαντικό ρόλο παίζει η συνειδητοποίηση της ανάγκης ομαδικής, διεπιστημονικής προσέγγισης.

Η παχυσαρκία δεν είναι αποκλειστικό πεδίο ενός επαγγελματία υγείας. Για να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα, απαιτείται συνεργασία ιατρών, διαιτολόγων, ψυχολόγων και επαγγελματιών άσκησης, με κοινό στόχο τη βελτίωση της υγείας και της λειτουργικότητας.

Η ουσιαστική διαχείριση της παχυσαρκίας δεν είναι ζήτημα μόνον «ατομικής ευθύνης», ούτε μόδας. Είναι ζήτημα οργάνωσης, συνέπειας και συλλογικής παρέμβασης. Και αυτό είναι το επόμενο στοίχημα: να περάσουμε από τη γνώση στην εφαρμογή, από τις οδηγίες στην πραγματική αλλαγή.

Ο δρ Χαράλαμπος Λυδάκης είναι δ/ντής Β΄ Παθολογικής Κλινικής Βενιζελείου, υπεύθυνος Παθολογικού Ιατρείου Πολυιατρείου «Αρμονία-Ίασις»