Το 2016, προσλήφθηκα ως υπεύθυνος τεχνικός ασφαλείας των εγκαταστάσεων των σφαγείων του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΔΕΑΤΕΚ, εταιρείας της οποίας μέτοχος σε ποσοστό 99% ήταν ο Δήμος Γόρτυνας.

Η σύμβασή μου ήταν αορίστου χρόνου. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια κανονική εργασιακή σχέση με έναν φορέα που, έστω και μέσω νομικού προσώπου, ελεγχόταν ολοκληρωτικά από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Από την 1η Δεκεμβρίου 2018, χωρίς καμία προειδοποίηση, η καταβολή του μισθού μου σταμάτησε. Παρά ταύτα, σε αλλεπάλληλες επικοινωνίες μου με αιρετούς και εκπροσώπους της Δημοτικής Αρχής, λάμβανα διαβεβαιώσεις ότι τα δεδουλευμένα μου δεν κινδυνεύουν και ότι ο Δήμος θα μεριμνήσει για την καταβολή τους. Μου ζητήθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, να συνεχίσω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου «μέχρι να λυθούν τα διαδικαστικά ζητήματα».

Ως μηχανικός και έντιμος άνθρωπος και όχι ως γνώστης των εταιρικών σχημάτων και

του τρόπου λειτουργίας τους, προκειμένου να αποφύγει κάποιος τις υποχρεώσεις του,εμπιστεύθηκα τις διαβεβαιώσεις αυτές. Το αποτέλεσμα; Να εργάζομαι επί τριάντα ολόκληρους μήνες, χωρίς να λάβω ούτε ένα ευρώ, στηριζόμενος αποκλειστικά στον λόγο εκπροσώπων ενός Δήμου.

Στη συνέχεια, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου -του μεγαλομετόχου της Εταιρείας- κηρύχθηκε η λύση της ΔΕΑΤΕΚ και η θέση της σε εκκαθάριση. Και πάλι, οι ίδιες διαβεβαιώσεις ότι με την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης τα οφειλόμενα θα καταβληθούν.

Επειδή, όμως, η πραγματικότητα διέψευδε τα λόγια, προσέφυγα στη Δικαιοσύνη.

Με την υπ’ αριθμ. 18/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, η απαίτησή μου κρίθηκε νόμιμη και βάσιμη. Μου επιδικάστηκε το ποσό των 11.160 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%), νομιμότοκα.

Επίσης, η Δ.Ε. Τεχνικού Επιμελητήριου ΤΕΕ/ΤΑΚ -με ομόφωνη απόφασή της- στηρίζει το δίκαιο αίτημά μου.

Όταν, όμως, η έκθεση εκκαθάρισης παραδόθηκε στον Δήμο και συγκλήθηκε Δημοτικό Συμβούλιο, ελήφθη απόφαση που απογυμνώνει κάθε έννοια θεσμικής ευθύνης: ο Δήμος αποφάσισε να μην καταβάλει τίποτα.

Έτσι απλά, γιατί μπορεί.

Έτσι απλά, ενώ ο εργαζόμενος έχει προσφέρει κόπο, χρόνο και εργασία, ενώ η Δικαιοσύνη αναγνωρίζει το δίκαιο αίτημά του, ενώ έχουν ολοκληρωθεί όλα τα στάδια τα οποία μου δήλωναν ότι πρέπει να προηγηθούν της εξόφλησης, τελικά η πολιτική ηγεσία του Δήμου επιλέγει την αδράνεια. Γιατί μπορεί, της το επιτρέπουν οι Νόμοι, το ανέχεται ο ελληνικός λαός στο όνομα του οποίου (θεωρητικά τουλάχιστον) εκδίδονται οι νόμοι.

Η προσωπική μου αυτή ιστορία δεν αποτελεί «ατυχές περιστατικό». Αναδεικνύει τον

βαθύ ζόφο που χαρακτηρίζει την επιχειρηματικότητα και τη διοίκηση στην Ελλάδα, έναν ζόφο που έχει διαβρώσει ακόμη και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Δημόσιοι φορείς, καλυπτόμενοι πίσω από νομικά πρόσωπα, εταιρικά σχήματα και διαδικαστικές ακροβασίες, λειτουργούν ως κακοπληρωτές του κοινού Ποινικού Δικαίου, αποφεύγοντας την καταβολή δεδουλευμένων σε εργαζόμενους που πρόσφεραν πραγματική εργασία.

Την ίδια στιγμή, οι εγκαταστάσεις, στις οποίες εργάστηκα, έχουν πλέον αποδοθεί από

τον Δήμο σε ιδιώτη. Ο ιδιώτης, προφανώς, αποκομίζει κέρδη και καταβάλλει αντίτιμο στον Δήμο. Ο Δήμος εισπράττει. Και όλα τούτα στην πλάτη του εργαζόμενου, που κράτησε τις εγκαταστάσεις αυτές ασφαλείς και επί χρόνια παραμένει απλήρωτος.

Αυτή η πρακτική δεν είναι απλώς ανήθικη. Είναι θεσμικά επικίνδυνη. Όταν το κράτος

και η Αυτοδιοίκηση υιοθετούν πρακτικές που θα ζήλευε και ο τελευταίος απατεωνίσκος, όταν οι θεσμοί μετατρέπονται σε όχημα αποφυγής ευθύνης και όχι σε εγγύηση δικαίου, τότε δεν μιλάμε απλώς για διοικητική ανεπάρκεια.

Μιλάμε για κατάλυση της εμπιστοσύνης και για συστημική απαξίωση της εργασίας. Μιλάμε για κατάλυση κάθε θεσμού, αφού πρωτίστως μιλάμε για κατάλυση της ηθικής.

Δυστυχώς, χωρίς εμπιστοσύνη και σεβασμό μεταξύ όλων των άλλων και στους εργαζόμενους, κανένα κράτος δεν μπορεί να σταθεί όρθιο και να διατείνεται ότι διέπεται από δημοκρατικές αρχές

Ο Κώστας Ξυλούρης είναι διπλ. μηχανολόγος μηχανικός