Εισαγωγή

Έξι μήνες πέρασαν από τον αιφνίδιο θάνατο του Γιώργου Μεταξάκη. Έγραψαν με συντριβή, αλλά και με αγάπη και θαυμασμό, για τον έμπρακτο ανθρωπισμό του, που εκδηλωνόταν καθημερινά με ποικίλους τρόπους, φίλοι και μαθητές του.

Σήμερα, σκιαγραφείται μέσα από τους συναδέλφους του, που με θλίψη αναπολούν: «Κέρδιζε με την ευφυΐα, το χιούμορ και την καλοσύνη του.

Το τελευταίο ήταν καταλυτικό.

Ήταν μπροστά από εμάς παρασάγγες».

«Είναι από τους σπουδαίους ανθρώπους, που τους ακουμπάς και σου μένουν.

Αυτοί τελικά αποτελούν τους κώδικες της ηθικής και δίνουν στη ζωή μας, μια κατεύθυνση.

Από εμάς και τα παιδιά, λείπει ο Γιώργος κάθε μέρα περισσότερο».

«Έφυγε νέος, αλλά πρόσφερε τόσα πολλά, σαν να είχε κάνει μια διαδρομή τεράστια».

«Κάθε μέρα συνειδητοποιούμε την ανεξάντλητη αγάπη του και το σεβασμό του στα παιδιά, καθώς και την αφοσίωσή του στην αποστολή του δασκάλου».

«Θυμάμαι πόσο αξιαγάπητος ήταν ακόμα και στην οργή του…

-Μα σταματήστε επιτέλους, έλεγε, και τα παιδιά σώπαιναν και πρόσεχαν.

Ήταν σαν γλυκαντική ουσία, οπουδήποτε υπήρχε πίκρα.

Και σήμερα η σκέψη και το παράδειγμά του, μας καθαρίζει την ψυχή…».

Και εγώ -τυχερή και άτυχη μάνα- κυρίως τα βράδια πλημμυρίζω από ευγνώμονα αγάπη για το παιδί μου, που παρά τις ενασχολήσεις του και την μελέτη του για την κάλυψη της ακόρεστής του φιλομάθειας, αφιέρωνε τουλάχιστον μία ώρα κάθε βράδυ για να συζητάμε και να γράφουμε.

Αυτήν την ώρα την αφιερώνω σοβαρά, γλυκά και τρυφερά στον Γιώργο μου. Πιάνουμε ψιλή κουβέντα, έξι μήνες τώρα, για τα μεγάλα και τα σπουδαία. Γεμίζει η ψυχή και η καρδιά μου και ηρεμώ.

Σήμερα θα μας μιλήσει για τον Γιώργο, ο συνάδελφος και φίλος του, Χάρης Ηλιόπουλος. Έζησαν επτά χρόνια και δίδαξαν μαζί στο σχολείο της Νισύρου (2008-2015), συνάδελφοι και φίλοι και ύστερα συνέχισαν, αλληλογραφώντας διαδικτυακά και μοιράζοντας μεταξύ τους τις χαρές και τις λύπες της ζωής.

«Μάθαινα από τον ίδιο, αλλά και από άλλους συναδέλφους, ότι ο Γιώργος ως τις 14 Ιουνίου 2025, συνέχιζε να μοιράζει απλόχερα τον εαυτό του, όχι μόνο στους μαθητές του, αλλά και σε όλους τους ανθρώπους του νησιού. Και να αγωνίζεται για το φυσικό περιβάλλον, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό».

Χάρης Ηλιόπουλος: «Για έναν εκπαιδευτικό διαμάντι, που έφυγε πολύ νωρίς»

«Ναι, ναι, όλοι από τα ίδια υλικά είμαστε φτιαγμένοι, στις δόσεις μοναχά διαφέρουμε.

Μα νότες βγάζει το βιολί, νότες και το ταμπούρλο -οι δόσεις των υλικών είναι που κάνουν τη διαφορά της ποιότητας στο τέλος.

Ξεφεύγει ένα συστατικό λίγο παραπάνω εδώ κι αφήνει άρωμα πολύ, μα την “ακούς” αταίριαστα αλμυρή στο τέλος την ουσία. Αλλού πάλι αυτή είναι υδαρής και απροσδιόριστη, αλλού πυκνή, μα τόσο στεγνή κι ομοιόμορφη, που πρώτη και τελευταία γεύση διαφορά δεν έχουν -χρόνια να κάνεις να την ξαναβρείς, ολόιδια θα ‘ναι.

Μία στις χίλιες, όμως, πέφτεις πάνω σε μίγμα σπάνιο, εξαίσιο, που μοιάζει να τα ‘χει όλα στον υπερθετικό βαθμό κι ωστόσο χωρίς ανάρμοστη υπερβολή. Ευστροφία κι οξύνοια να υποκλίνεσαι, μνήμη ακριβείας και γνώσεις να θαυμάζεις, φαντασία κι ευαισθησία να μην μπορείς να κρύψεις τη ζήλια σου.

Άνθρωποι άξιοι και φιλόδοξοι, σίγουρα, αλλά με σωστό τρόπο -για το κοινό καλό- και μαζί δίκαιοι κι έτοιμοι ν’ αναγνωρίσουν την αξία του άλλου χωρίς φόβο, ελεύθεροι από φθόνο, τίμιοι, σεμνοί. Αυτοί είναι, λέω, άνθρωποι διαμάντια. Απ’ αυτούς, όποτε το θέλησε, πήρε η ιστορία κι έφτιαξε φάρους και πυλώνες -και το μετράω σαν τιμή της τύχης μου που γνώρισα ή άκουσα για τέτοιους, έστω λίγους.

Πάει καιρός, όμως, που -κι ανάμεσα σ’ αυτούς ακόμα, μοναχά σ’ έναν απ’ τους χίλιους- υποπτεύομαι την ύπαρξη ενός φευγαλέου συστατικού, που δεν ξέρω πώς να τ’ ονομάσω. Είναι μια ποιότητα άπιαστη, σαν μυστικό ανατολίτικο μπαχάρι, που κάνει το μίγμα κάθε φορά ν’ αλλάζει και να ισορροπεί, θαρρείς, εκεί ακριβώς που πρέπει, για τον καθένα που το γεύεται.

Είναι αυτό που δένει ωραία και σφιχτά την ασύλληπτη ευφυΐα με την απεριόριστη κατανόηση του άλλου, που παντρεύει το όξινο της αμείλικτης μνήμης με την γλυκύτητα της συγχώρεσης, που εμπλουτίζει το λεπτό άρωμα της πιο ευαίσθητης φαντασίας με τα δικά μας χνώτα, των πολλών και πτωχών, επειδή δεν επιτρέπει στον εαυτό της να μας αφήσει πίσω.

Ούτε υλικό στη φύση ξέρω να παρομοιάσω με τέτοιον άνθρωπο. Υπάρχει μήπως κάτι που κάθε φορά που το συναντάς αστράφτει όλο και περισσότερο και σε οδηγεί σαν διαμάντι, μα σαν πέσεις, γίνεται βαμβάκι για την πληγή σου κι όταν χρειαστεί, μοιράζεται μαζί σου τις τραγικές σου αβεβαιότητες και γίνεται μαντήλι για τη θλίψη σου;

Καθόλου δεν σκοτίζομαι όμως για τις λέξεις. Εγώ γνώρισα τον άνθρωπο τον ίδιο. Ήμασταν μαζί, συνάδελφοι και φίλοι ακριβοί, επτά χρόνια στη Νίσυρο.

Έφυγα για την Θεσσαλονίκη και συνεχίσαμε επικοινωνώντας συχνότατα, να μοιραζόμαστε τις χαρές και τις λύπες μας. Όποτε βλεπόμασταν νιώθαμε πανευτυχείς.

Τον συνάντησα τελευταία σ’ ένα χωριουδάκι που το λένε Μάρθα, στους πρόποδες των Λασιθιώτικων, κάτω από τον Αφέντη Χριστό, με θέα στον κάμπο μέχρι μακριά στη Μεσσαρά, κι αφού μιλήσαμε ώρα πολλή, τον φίλησα σταυρωτά και τον χαιρέτησα. Πριν πέντε χρόνια.

Ευχήθηκα για ξανά, σύντομα, λίγο με διόρθωσε: “να δώσει” – μα σε μένα δε θα δώσει πια. Έφυγε τις προάλλες, πέταξε πρώτα επειγόντως με ελικόπτερο, έμαθα, κι ύστερα, ελπίζω, όπως άξιζε -ήρεμα πια κι ευτυχισμένος- για όπου ήθελε ο ίδιος.

Ανάβω 25 εβδομάδες τώρα, πολύ συχνά, ένα κερί για χάρη του -κι ας μην έφτασα ακόμα στη μόνη βεβαιότητα που έμοιαζε να φωτίζει εκείνον. Και θα κρατήσω στο δικό μου κρυφό λεξικό το όνομά του, να σημαίνει την πιο ζεστή, γλυκιά, αξιοθαύμαστη κι αξιαγάπητη ανθρώπινη παρουσία.

Θα κάνω όμως και την ευχή -και παρακαλώ ακολουθήστε με σ’ αυτό, κάτι μου λέει πως έτσι θα ’χει μεγαλύτερη δύναμη κι αξία- να μην πάψουν να εμφανίζονται κι άλλοι, πολλοί, όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι, σαν τον φιλόλογο Γιώργο Μεταξάκη, που 25 εβδομάδες τώρα αναπαύεται στο Αρκαλοχώρι, κοντά στην μάνα του, τον αδελφό του, στους συγγενείς και τους φίλους του και μέσα στην αγκαλιά του πατέρα του».