Το συγκεκριμένο ημερολόγιο είναι μια αυθεντική, βιωματική μαρτυρία του στρατιώτη Πανακάκη Νικόλαου του Εμμ. στο οποίο καταγράφονται καθημερινά, σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, οι πολεμικές συγκρούσεις, οι δυσκολίες και οι κακουχίες του πολέμου από 25-8-1940 μέχρι και 25-5-1941 καθώς και τα προσωπικά συναισθήματά του σε όλη τη διάρκεια της πορείας του στο Αλβανικό Μέτωπο και αποτελεί πολύτιμο κειμήλιο μνήμης για την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου 1940-41.

«Περιπέτειες του πολέμου 1940-1941, από την αρχή που έφυγα από το σπίτι μου μέχρι που γύρισα

Έναρξη του πολέμου-αναχώρηση για το μέτωπο

Η κυβέρνηση Ιωάννου Μεταξά,1940 25 Αυγούστου,  επήραν την κλάση μας το 1932 για μετεκπαίδευση επί ένα μήνα.Πήγαμε λοιπόν εις το Ηράκλειο και παρουσιαστήκαμε και μας ντύσανε και κάναμε γυμνάσια και περιμέναμε να περάσει ο μήνας για να απολυθούμε, αλλά ο μήνας πέρασε και καμιά απόλυση δεν έγινε.

Παρά καθημερινά επαίρνανε με ψηφία διάφορες κλάσεις και σιγά-σιγά εγινότανε κανονική επιστράτευσις. Και επερνούσανε οι μέρες και ήρθε η 28η Οκτωβρίου 1940 και ένα πρωί μας ήρθε το χαμπέρι ότι οι φίλοι μας οι Ιταλοί μας άρχισαν τον πόλεμο.

Αμέσως κήρυξαν κανονική επιστράτευση και τις 22 Νοεμβρίου, μας ετοίμασαν όλο το σύνταγμα, μας έδωσαν ξηρά τροφή, ένα ψωμί και μια κονσέρβα, διότι επρόκειτο για ταξίδι και αφού ετοιμάστηκαν όλοι οι λόχοι, με τα υλικά και τα φορτώματα στα μουλάρια πάμε στο λιμάνι.

Εφτάσαμε εις το λιμάνι στις 6 η ώρα το βράδυ και εγέμισε όλος ο λιμενοβραχίονας μέχρι το φανάρι με στρατό, μουλάρια και υλικό του λόχου.

Κατά τις 10 η ώρα ήρθαν 10 υπερωκεάνια βαπόρια, τα οποία άρχισαν και εφόρτωναν το καθένα και ορισμένα πράγματα και μέχρι το πρωί τα είχαν φορτώσει όλα και κατά τις 6 η ώρα το πρωί στις 23 -1-1940 εξεκίνησε ένα –ένα με τη σειρά και μόλις επεράσαμε την Ντία μας ακολουθούσαν έξι πολεμικά πλοία και ένα αεροπλάνο.

Συνοδεία λοιπόν εταξιδεύαμε όλη τη μέρα και τη νύχτα και το πρωί στις 7 η ώρα βγαίνουμε στο λιμάνι του Πειραιά στις 24-11-1940 και από κει μας οδήγησαν εις το καταυλισμό του Χαϊδαρίου. Εκεί ήτο ωραίο μέρος, όλο πεύκα και εκαθίσαμε 25,26,27,28-11-1940. Το βράδυ στις 28 ετοιμαστήκαμε πάλι και φεύγομε με το τρένο. Πάμε λοιπόν στο σταθμό και κατά τις 2 μετά τα μεσάνυχτα ξεκινούμε και τα παιδιά της νεολαίας μας μοίρασαν πολλά τσιγάρα και με ευχές μας αποχαιρετούν…

Πεζοπορία για την Αλβανία…

Το Πρωί στις 30-11-2019 φθάνουμε εις ένα χωριό που λέγεται Αμύνταιο και κει μετά με πεζοπορία για ένα άλλο χωριό που λέγεται Άγιοι Ανάργυροι και μετά σε ένα άλλο που λέγεται Κλεισούρα. Εκεί ήσαν όλο Τουρκαλβανοί και εκατασκηνώσαμε έξω, διότι δεν τους είχαμε εμπιστοσύνη να μείνουμε στα σπίτια τους. Ήτο λοιπόν η βραδιά αυτή όλο βροχή και επλημμύρισε το χωράφι που είχαμε κατασκηνώσει και γίναμε όλο λάσπες.

Δε κοιμηθήκαμε λοιπόν καθόλου, παρά στεγνώναμε τα ρούχα μας όλη τη νύχτα και το πρωί μες το χιόνι, περπατώντας φτάσαμε στην Αγία Κυριακή και στο χωριό Άγιο Δημήτριο που τελειώνουν τα σύνορα και φτάνουμε στην Αλβανία. Εις το δρόμο συναντήσαμε 3 χωριά, τα οποία δεν γράφω τα ονόματα τους, διότι ρωτούσαμε τους Αλβανούς να μας πουν, αλλά δεν καταλάβαιναν τι τους λέγαμε. Λοιπόν συνεχίζουμε την πορεία μας και φτάνουμε σε ένα χωριό που λέγεται Πλάση και απέχει από την Κορυτσά 10 χιλιόμετρα.

Πείνα…

17-12-1940 φτάνουμε στο χωριό Βισκούκι όπου μένουμε 1 μήνα μέχρι 17-1-1941, διότι μας απέκλεισε το χιόνι και ούτε μπρος μπορούσαμε να πάμε ούτε πίσω, ούτε τα αερολπάνα, ούτε τα ούτε τα αμάξια μπορούσαν να μας τροφοδοτήσουν και εδώ τραβήξαμε τα πάνδεινα. Πότε τρώγαμε φαΐ δίχως λάδι, πότε δίχως αλάτι και φαΐ δύο οκάδες ρύζι ρίχναμεστο καζάνι και νερό για να φάει ένας λόχος. Πότε μας δίναν τσάι για συσσίτιο, πότε δυο ελιές, πότε ένα κύπελλο σταφίδες. Αυτή τη ζωή περνούσαμε εδώ σ’ αυτό το χωριό.

22-12-1940 σήμερα ημέρα Κυριακή και πήγαμε στην εκκλησία και λειτουργηθήκαμε και θυμηθήκαμε του χωριού μας. Μετά πάμε στο λόχο και μας δίνουν ¼ κουραμάνα και τη χαρά μας που είχαμε ψωμί για δυο μέρες. Το βράδυ ροβύθια δίχως λάδι και την άλλη μέρα μακαρόνια δίχως αλάτι. Σκέψου ζωή που την περνούσαμε.

23-12-1940 εκαθόμαστε και σήμερα και σκεπτόμεθα τι ήθελα γίνομε. Χιόνιζε δε όλη τη μέρα και μεις νηστικοί εψειριζόμαστε διότι οι ψείρες μας είχαν τρελάνει.

24-12-1940 την άλλη μέρα σηκωνόμαστε και σπούσαμε τις ψείρες που είμεθα γεμάτοι. Και ήτο παραμονή Χριστουγέννων, ημέρα αργία, σκόλη των Αγίων 10 και τους παρακαλούσαμε να μας βοηθήσουν του χρόνου να είμαστε στα σπίτια μας. Και φάγαμε ετούτο το μεσημέρι φακή δίχως αλάτι και δίχως ψωμί, όλο πέτρες και δεν το σκεφτόμαστε καθόλου διότι το είχαμε πάρει απόφαση πως στο πόλεμο όλα αυτά ήταν απαραίτητα.

Και το πρωί 25-12-1940, ημέρα Χριστουγέννων και εμάς εδώ μας δώσαν τσάι αντί φαΐ και οκτώ τσιγάρα και μαρμελάδα για το δρόμο, την ώρα που εχιόνιζε και γίναμε ολόγροι.

27-12-1940 Σήμερο μας δώσανε εμισή φρίσα και πατατάκια οσά τα αμύγδαλα, μικρά, βραστά, δίχως ψωμί και δίχως λάδι.

31-12-1940 Παραμονή Αρχιχρονιάς και εμείς νηστικοί. Μας λένε ότι αύριο θα μας δώσουν δώρα και έχομε υπομονή έως ότου ξημερώσει να δούμε τα δώρα.

1-1-1941 Νέον έτος 1941 μαύρο και σκληρό για εμάς. Αχ σήμερα Αρχιχρονιά ήρθαν τα δώρα που μας έλεγαν. Λοιπόν ήτονε ένα 1 λουκούμι, μια σοκολάτα,1 πακέτο τσιγάρα και ένα ποτήρι κονιάκ. Το μεσημέρι μας ψήσαν κρέας με 4 οκάδες ρύζι για να φάνε 250 στρατιώτες λοιπόν τι φαΐ ήτονε, μόνο νερό. Έτσι πέρασε η Αρχιχρονιά.

2-1-1941 Σήμερο μας δώσαν και άλλα δώρα. Εστείλανε από διάφορα μέρη της Ελλάδος μερικά δέματα και έκαμαν κλήρους. Ετραβούσανε κάθε ένας και ένα κλήρο. Εγώ πήρα τον αριθμό 49 και κέρδισα ένα πουλόβερ μάλλινο και με προφύλαξε πολύ από το κρύο. Ήμουν και κρυωμένος και έβηχα και με βλέπει ένας Αλβανός αλλά Έλλην και με λυπήθηκε. Με πήρε σπίτι του και μου έβρασε ρακί. Ήπια και είπα ο θεός να τον έχει καλά.

4-1-1941 Εσηκωθήκαμε πρωί- πρωί και βλέπομε να έχει 2 μέτρα χιόνια καμωμένα τη νύκτα. Και ήμουν άρρωστος και πήγα στον ιατρό και είπε «τι θέλεις;».Του λέω είμαι άρρωστος και πεθαίνω. Μου λέει ότι ο προορισμός σου είναι αυτός και μου δίδει 2 ασπιρίνες και με βγάνει έξω.

Ο πόλεμος: Νεκροί-τραυματίες- καταστροφές

8-1-1941 Σήμερο εμάθαμε πως εβοβαρδίσανε την Κορυτσά οι Ιταλοί και εσκοτώσανε 30 χωροφύλακες και 1 στρατιώτη δάσκαλο από τη Βιάννο. Μας έδωσαν και από 2 ζεύγη κάλτσες στον καθένα.

28-1-1941 Φεύγουμε πάλι από εδώ και προχωρούμε έως φθάσομε στον προορισμό μας: να συναντήσουμε τον εχθρό μας,  να πολεμήσομε, αφού το θέλει η πατρίδα…

29-1-1941 Σήμερα εκαθόμαστε όλη την ημέρα και ελιαζόμαστε που έκανε καλό ήλιο και μαζεύαμε τις ψείρες που μας τρώγανε.

Εκεί λοιπόν που μαζεύαμε τις ψείρες μια στιγμή βλέπομε 5 αεροπλάνα και αρχίζουν να βοβαρδίζουν. Εσκοτώσανε δε 2 στρατιώτες, ένα Μιχάλη Πλουμάκη από το Θραψανό και ένα Μηλαράκη και 4 μουλάρια –τραυμάτισαν άλλα πολλά.Ήρθανε άλλα 4 και βορβαδίσανε και αυτά αλλά δεν εκάμανε ζημιά.

Μετά φεύγουν και αυτά έρχονται άλλα. Αυτό  το βιολί ήτανε όλη μέρα. Ερίξανε δε πάνω από 200 βόβες όλη την ημέρα. Θύματα λοιπόν από το λόχο μας είχαμε 2 στρατιώτες και 4 τραυματίες. Όλη λοιπόν την ημέρα κατατρομαγμένοι κρυμμένοι μέσα στα κλαδιά και στις τρύπες έως ότου εσκοτείνιασε. Συγκεντρωθήκαμε και μας δώσανε μια γαλέτα για να φάμε και ούτε αυτή δεν φάγαμε από το φόβο μας.

30-1-1941Πρωί πρωί σηκωθήκαμε και πήγαμε πλησίον στον ποταμό Αώο. Κρυφτήκαμε μέσα σε κάτι σπηλιές διότι και σήμερα έρχονται τα αεροπλάνα και βορβαδίζουν όλη λοιπόν την ημέρα. Ήτονε δε σήμερα βαριά σκόλη, των Τριών Ιεραρχών και τους παρακαλούσαμε όλη τη μέρα και μας βοήθησαν και μας βοηθούν και θα πάμε και εις τα σπίτια μας.

5-2-1941 Είμεθα στο αντίσκηνο και εγενίκαμε ολόγροι. Σηκωθήκαμε το πρωί και κλαίγαμε τη τύχη μας πως έχομε γίνει έτσι. Βλέπομε και τις βόβες να σκούνε μπροστά μας και ακούμε τα κανόνια, τα πυροβόλα, τους όλμους να κτυπούν μέρα και νύχτα και να σωριάζουν νεκρούς και τραυματίες.

Γρικάς κλαίματα και φωνές. Αχ θεέ μου και γλίτωσέ μας από τους κινδύνους γιατί άλλος δε μπορεί να μας σώσει, μόνο εσύ θεέ μου. Ετούτα τα γράφω σε ένα βουνό 2 χιλιάδες μέτρα πάνω στο χιόνι.

5-2-1941 Το βράδυ διατάσσουν πάλι να πάμε πυρομαχικά στη Διμοιρία.Λοιπόν φεύγομε και βαδίζομε πάνω στο βουνό πίσσα σκοτίδι,δε βλέπομε που πηγαίνομε. Κατά τις 11 η ώρα φτάνομε στη Διμοιρία και βλέπαμε πολλούς νεκρούς που είχαν σκοτωθεί την προηγούμενη ημέρα στη μάχη και ήτονε ο δρόμος γεμάτος και τους τραβούσαμε σε μια άκρη να περάσομε για να μην τους πατήσομε.

3-3-1941 Το πρωί καθαργιά Δευτέρα εκαθόμαστε στον ήλιο και εσκεφτόμαστε πως θα εξελιχτεί η κατάστασις. Μας ρίξαν και προκήρυξη και μας λέγανε πως θα κατέβει και η Γερμανία και τότε θα είναι τα μαύρα μάτια. Θεέ μου και κάμε πια ένα τέλος να δούμε.

Οπισθοχώρηση

10-4-1941 Σήμερο ήταν ημέρα που έκλεισε η καρδιά μας που βλέπομε να οπιστοχωρούμε και να αφήνουμε τα παλληκάρια που σκοτωθήκανε πάνω στα βουνά εγκαταλειμμένα και άθαφτα και πέρνομε μαζί μας τις ψείρες, τις ταλαιπωρίες, τις πείνες, τις κακουχίες, αυτά όμως έχει ο πόλεμος.

Μας δόσαν και επιταγές, όσοι κάνει να πάρομε, εγώ πήρα 150 δραχμές. Μας έφεραν και στο λόχο μας μουλάρια για αντικατάσταση αυτών που ψοφίσανε, αλλά τι τα θέμε τώρα και αυτά που έχομε δεν χρειάζονται.

12-4-1941 Σήμερα είναι του Λαζάρου, εκαθόμαστε μέσα στα αντίσκηνα και ελέγαμε το Λάζαρο. Σήμερον έρχεται ο Χριστός ο επουράνιος θεός οπού για να μας γλυτώσει και όλους να μας σώσει. Αχ θεέ μου του χρόνου να πούμε το Λάζαρο στα σπίτια μας και κοντά στα παιδάκια μας…

22-5-1941 Σήμερα εμάθαμε πως ρίξανε στην Κρήτη αλεξιπτωτιστές και δεν ξέρουμε τι γίνεται εκεί κάτω, από εδώ περνάνε πολύ μεγάλα αεροπλάνα και περνούν τον Κορινθιακό κόλπο και ασφαλώς πηγαίνουν εις την Κρήτη και βορβαδίζουνε».

Η καθημερινή καταγραφή συνεχίζεται  μέχρι 25-5-1941.

Ο στρατιώτης Πανακάκης Νικόλαος του Εμμ.(1912-1989) επέστρεψε από το Γύθειο στο Καστέλι Κισάμου και από εκεί μετά από 13 μέρες έφτασε με τα πόδια στο χωριό του Σκινιά Ηρακλείου.

Η προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων, μέσα και από την ματιά του απλού στρατιώτη, πιστεύουμε  πως αποτελεί πηγή ουσιαστικής γνώσης μιας σημαντικής περιόδου της πατρίδας μας, σημείο αναφοράς για τη διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης και έναν φόρο τιμής για όλους τους απλούς αγωνιστές της ελευθερίας.

 

*Η Πανακάκη Ελένη είναι εγγονή του Νικ. Πανακάκη και Δ/ντρια του 1ου Δημ. Σχολείου Ηρακλείου