Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι την παιδεία ενός Έθνους τη δημιουργεί η μελέτη που ανανεώνει τα παραδομένα πνευματικά κεφάλαιά του, που ενσωματώνονται στο παρόν και πραγματώνονται με νέους τρόπους σε κάθε εποχή. Την παράδοση και την ιστορία μας πρέπει να τις ανανεώνομε και να τις πλουτίζομε.

Σήμερα μύρισε το Διαδίκτυο την ευωδιά της εσωτερικής ελευθερίας, του πλέριου ανθρωπισμού, της ηθικής και της συνέπειας λόγων-σκέψεων-πράξεων. Και εμφανίστηκαν με την ευωδιά την πιο ποιοτική, οι φωτογραφίες των διακοσίων ηρώων, Ακροναυπλιωτών και Αναφιωτών ιδεολόγων κομμουνιστών, φυλακισμένων και βασανισμένων απάνθρωπα από το καθεστώς του Μεταξά και παραδομένων από την «ελληνική» Κυβέρνηση στους Γερμανούς το 1941.

Για να συνεχίζουν οι ναζί να τους βασανίζουν φρικτά, ως ότου τους τουφεκίσουν, τιμωρώντας τους για τις υψηλές τους ιδέες και αξίες, για την επιμονή τους να ονειρεύονται και να δουλεύουν για την ευτυχία του όπου Γης ανθρώπου, δίνοντας γι’ αυτό και τη ζωή τους κάθε στιγμή.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω…

Έτσι θρηνούσε και την Πρωτομαγιά του 1944 κάθε αδερφή και μάνα, και σύντροφος, και παιδί, και συγγενής, τον δικό τους άνθρωπο και όλοι οι εσωτερικά ελεύθεροι (Έλληνες αληθινοί). Θρηνούσαν τα υψηλά σύμβολα της Ανθρωπιάς, του Πατριωτισμού, της αληθινής Λεβεντιάς.

Ένιωθαν πως φτώχυνε ο κόσμος με τον θάνατό τους και πονούσαν. Μα είχαν και την ελπίδα πως η στάση τους η υπερήφανη, η πραγματικά αξιοπρεπής θα φώτιζε τον κόσμο εσαεί, διαλύοντας τα σκοτάδια.

Πέρασαν από τότε 55 χρόνια, όταν το 1989 φάνηκε πως ο κόσμος που αγωνίστηκαν με τη ζωή και τον θάνατό τους να φέρουν δεν ήρθε και πως ο άνθρωπος -άπληστος, αδύναμος και επιπόλαιος- δεν μπορεί να τον στήσει και να τον στηρίξει έναν τέτοιο κόσμο. Κυρίως όσοι ασκούν την εξουσία του, καθώς «αρχή δείκνυσι άνδρα».

Και ο πολιτισμός της τεχνολογίας προχωρούσε καλπάζοντας, αφήνοντας πίσω του ασθενικό το άλλο σκέλος του πολιτισμού, το πνευματικοηθικό. Σχεδόν ανάπηρο. Και σιγά-σιγά, ένας κόσμος δουλείας ηθικής και κοινωνικής, απάτης, θράσους, διάλυσης, εξαχρείωσης, απόλυτου αμοραλισμού, κυριάρχησε.

Και αιφνιδίασε, απογοήτευσε και τρόμαξε τις υγιείς ψυχές και συνειδήσεις. Το δίκαιο της Πυγμής, το δίκαιο του Ισχυρού έγινε σήμερα νόμος και τα γραπτά περί δικαίου, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα λοιπά «φαιδρά» είναι «κουρελόχαρτα» και χλευάζονται από «τους απαίδευτους εξυπνάκηδες». Εποχή πλήρους σήψεως, βαρβαρότητας, στυγνής βίας, κυρίως των παιδιών και των νέων.

Πώς να ζήσουν οι «αγνοί άφθαρτοι, ενθουσιώδεις, αμφισβητίες» -κατά τον Αριστοτέλη- νέοι σ’ έναν κόσμο χωρίς αρχές, αξίες, ιδανικά, υγιείς θεσμούς, ηθικά πρότυπα; Πώς οι δοτικές οικογένειες των κάποτε υπερπροστατευμένων νέων να προσφέρουν στα παιδιά τους υλικά, πνευματικά και ηθικά αγαθά, αφού είναι υποχρεωμένοι σε ένα σάπιο σύστημα να εξαντλούνται σε δεκάωρα σκληρής δουλειάς για 800 ευρώ, από τα οποία τα 600 είναι για το ενοίκιο; Πώς, συνηθισμένοι οι νέοι σε μια δοτική οικογένεια θα προσαρμοστούν στο στερητικότατο σήμερα;

Σε αυτόν τον χωρίς στηρίγματα κόσμο του χάους, του τρόμου και της πολύμορφης δουλείας, που όλα μηδενίζουν τον Άνθρωπο, ήρθαν 82 χρόνια μετά οι φωτογραφίες των 200 Ελλήνων ηρώων, που έδιναν επί χρόνια συνειδητά με απόλυτα ελεύθερη επιλογή τη Ζωή τους, για να δυναμώσουν τον αγώνα για μια κοινωνία ελεύθερη, δίκαιη, ανθρώπινη. Για μια ζωή αξιοβίωτη.

Φαίνονται να προχωρούν όρθιοι, άφοβοι, σαν έτοιμοι από καιρό, στο εκτελεστικό απόσπασμα κατά εικοσάδες, αφού ζήτησαν πρώτα να τουφεκιστούν όλοι μαζί. Τους το αρνήθηκαν οι ναζί, γιατί το έδαφος ήταν ανισόπεδο.

Προχωρούν με απόλυτη συνείδηση, αυτοπειθαρχία, ελευθερία, αξιοπρέπεια, κυριαρχημένοι από την αγάπη τους για τη Ζωή, τον Άνθρωπο, το Μέλλον. Βαδίζουν στο σκοπευτήριο όρθιοι, αλύγιστοι, άφοβοι, ελεύθεροι.

Καύχημα του Ανθρωπίνου Γένους· «τέτοιοι είναι οι άνθρωποι, τέτοιοι είναι οι Έλληνες» θα λένε κάποτε, ίσως σκέπτονται. Ήρθαν οι φωτογραφίες τους στην εποχή του τρόμου να υπενθυμίσουν τη Δύναμη του Ανθρωπισμού, την αξία του συλλογικού Αγώνα, το Χρέος μας να αγωνιζόμαστε για το πανανθρώπινο καλύτερο μέλλον. Να υπενθυμίσουν, τον μόνο δρόμο της σωτηρίας του Κόσμου.

Θα μάθομε άραγε πώς τραβήχτηκαν αυτές οι ιστορικές φωτογραφίες, που αποθανατίζουν το θαυμαστό μεγαλείο της εσωτερικής ελευθερίας;

Πώς έγινε, αφού οι Γερμανοί δεν επέτρεπαν τη φωτογράφιση σκηνών φρίκης που έδειχναν τη βαρβαρότητα του ναζισμού, αλλά μόνον σκηνών ηρεμίας και καλών σχέσεων κατακτητών και κατακτημένων για διαφήμιση του πολιτισμού τους στα έντυπά τους; Η περίπτωση των εκτελέσεων στο Κοντομαρί ήταν εξαίρεση, που επικυρώνει τον κανόνα.

Γιατί αποθανατίστηκε η ήττα του φόβου και του θανάτου, που κατάφερε η πίστη στη δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου κόσμου, καρπός αγάπης των μελλοθάνατων για τον όπου Γης Άνθρωπο;

Όπως και να ‘χει, ας σταθούμε στο γεγονός που ήρθε στις κρίσιμες ημέρες μας, μέρες που δείχνουν το τίμημα της καταπάτησης της αξίας «Άνθρωπος» και της θεοποίησης της Μηχανής, του Χρήματος, της Πυγμής. Για να δούμε και τον άλλο δρόμο, της συλλογικότητας, του αγώνα για το κοινό καλό, μέσα στο οποίο βρίσκεται και το ατομικό. Το Καλό το πραγματικό του καθενός μας.

Και για να σκεφτούμε να δοκιμάσομε την ηθική, πολιτική και πνευματική κληρονομιά της ιστορίας μας επάνω στα αδυσώπητα αιτήματα της ιστορικής συγκυρίας που ζούμε, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές εποχές. Τουλάχιστον να προβληματιστούμε πάνω στην απόλυτη επικράτηση του ατομικισμού, που οδηγεί στο ανθρωποφάγο «Ο θάνατός σου, η ζωή μου». Και, βέβαια, στην απόλυτη δυστυχία.

Κοιτάζοντας το πρόσωπο των μελλοθάνατων, τη στάση του σώματος, το προσεγμένο τους ντύσιμο, θυμόμαστε τις περιγραφές της προετοιμασίας τους από τον Αντώνη Φλούντζη, τον Θέμο Κορνάρο κ.ά.

Λούστηκαν αφ’ εσπέρας, ξυρίστηκαν, φόρεσαν τα καλά τους κι όλο το βράδυ, αφού ετοίμασαν τα λίγα τους πράγματα, το πέρασαν όλοι μαζί, μιλώντας για τους κοινούς τους αγώνες, τις εξορίες, τις φυλακές, τις οικογένειές τους, την αγαπημένη τους σκλάβα πατρίδα.

Τρώγοντας ό,τι είχαν και πίνοντας, τραγούδησαν μαζί τη λευτεριά και τον καινούργιο κόσμο που θα ερχόταν. Ύστερα φρόντισαν ν’ αφήσουν για τους ζωντανούς τσιγάρα, ώστε να βοηθηθούν στον πόνο της απώλειάς τους το επόμενο βράδυ.

Ξάγρυπνους και χαρούμενους, ευχαριστημένους για τη συνειδητή, γεμάτη ζωή τους, τους βρήκε το πρωί και το διάβασμα των 200 ονομάτων τους. Μπήκαν στη γραμμή, ζητωκραυγάζοντας για την Ελλάδα και τη Λευτεριά. Έτσι, δεν ήρθαν σκυμμένοι, θλιμμένοι μελλοθάνατοι στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, αλλά «ήρθανε μελλόγαμπροι με χαρές και τραγούδια».

Γιατί η πίστη στα υψηλά και πανανθρώπινα ιδανικά δίνει νόημα και χαρά στη ζωή μας.