Τον πρωτογνώρισα το 2009 στη μουσική εκδήλωση «Αρμενίζοντας στη βιαννίτικη μουσική παράδοση». Μετά τις ομιλίες, ανέβηκε στη σκηνή και με το μαντολίνο του γέμισε βιαννίτικες μελωδίες την αίθουσα στην Ανδρόγεω.
Ακολούθησε καντάδα με τον Μανώλη Στρατάκη στο σπίτι του Γιώργου Χρηστάκη, ο οποίος συγκινήθηκε, σιγοντάροντας την παρέα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ένα βράδυ του Νοέμβρη του 2010, μια παρέα με τον Νίκο Κόμη, την κυρία Φούλα του (πάντα την έλεγε Φούλαμ), τον Κωστή Ατσαλάκη, τον Μανώλη Χναράκη και τον υπογράφοντα με ένα παλιό citroen, πήγε στην Επισκοπή στο ρακοκάζανο του «Φίλου».
Στον δρόμο, ο Νίκος Κόμης κούρδισε το μαντολίνο του και ξεκίνησε καντάδα καθοδόν. Στο καζάνι οι στρωμένες τάβλες είχαν γεμίσει με όλα τα εδέσματα, ενώ πάνω από εκατό άτομα γλεντούσαν με έξι βιολιά, πέντε πεδιαδίτικα και ένα σητειακό, τα οποία έπαιζαν εναλλάξ.
Όλοι ήταν παλιοί βιολιστές, παλαίμαχοι της ζωής, οι οποίοι έπαιξαν με την ψυχή τους αυθεντικούς σκοπούς, όπως πεδιαδίτικο πηδηχτό, στειακό πηδηχτό, κοντυλιές, κ.ά. Ήρθε και η σειρά του Κόμη που ήταν το μοναδικό μαντολίνο. Η μεγάλη παρέα ησύχασε και με μεγάλη ευχαρίστηση άκουσε έναν αυθεντικό Ερωτόκριτο.
Η ιστορία της ζωής γράφεται από τις παρέες, τις παρέες της καρδιάς που συχνά χτυπούσε στο σπίτι του Νίκου Κόμη, στην οδό Αδαμάκη, στον Μασταμπά. Χωρίς λόγο, χωρίς αιτία, με μόνο κίνητρο την αγάπη, μαζευόμασταν στο σαλονάκι του ο Κωστής Ατσαλάκης, ο Μανώλης Στρατάκης με τη σύζυγό του Ματθίλδη, η Αταλάντη Μιχελογιαννάκη, η Ελίνα Κονσολάκη, ο γιος του, Μίλτος Κόμης, αλλά και η σύζυγός του, Κατερίνα, όπου μας περίμενε ένα στρωμένο τραπέζι με πιτάκια, μέλι και ρακί.
Η κυρία Φούλα πηγαινοερχόταν να φέρει τα πιάτα, ενώ ο κύριος Νίκος έλεγε: «Οι καλές παρέες χρειάζονται μικρό τραπέζι για να είναι κοντά και ελαφρύ φαγητό για να μπορούν να γλεντήσουν».
Ταυτόχρονα, ξεκινούσε να παίζει με το μαντολίνο. Άρχιζε με βιαννίτικες καντάδες και μας παρακινούσε όλους να συμμετέχουμε και να τραγουδάμε, δίνοντας τον ρυθμό. Στο τραγούδι πρωτοστατούσε ο εξαιρετικός βαρύτονος Μανώλης Στρατάκης, ο οποίος στη συνέχεια έκανε την παραγγελιά του, «Το γελεκάκι του φορείς». Βέβαια, ο Νίκος Κόμης αγαπούσε και άλλα ελληνικά τραγούδια, όπως ήταν του Ξαρχάκου, κ.ά., τα οποία επίσης έπαιζε στην παρέα.
Όλβιος όποιος γνώρισε και έζησε τον Νίκο Κόμη, τον Άνθρωπο που η μεγάλη του χαρά ήταν να δίνει στον συνάνθρωπο όχι μόνο τα υλικά αγαθά που χρειαζόταν, αλλά πάνω από όλα την αγάπη του και το ενδιαφέρον του. «Το σπίτι μου είναι πάντα ανοικτό, μπρος και πίσω», συνήθιζε να λέει, καθώς ήταν πάντα ανοικτό σε φίλους και σε όποιον είχε ανάγκη. Ο Γιώργος Σεφέρης, αν γνώριζε τον Νίκο Κόμη, σίγουρα θα του αφιέρωνε τον στίχο του: «Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες».
Το μαντολίνο του μπορεί να σίγησε, δεν το ακούμε πια, αλλά στην καρδιά μας συνεχίζουν να ηχούν οι βιαννίτικες μελωδίες του με το άρωμα αλλοτινών εποχών, φέρνοντας στον νου τη φράση του Μανώλη Στρατάκη: «Η μάνα μας η Βιάννος». Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.
Ο Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης είναι ιατρός ορθοπεδικός, πολιτισμολόγος