Το γεγονός ότι σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας ζει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο λεκανοπέδιο της Αττικής, δεν είναι ενθαρρυντικό σημείο για την ανάπτυξη ετούτης της γωνιάς του πλανήτη.

Την πορεία της πρωτεύουσας ακολουθεί κατά πόδας, σε μικρότερο βεβαίως βαθμό, και η Θεσσαλονίκη, στην περιοχή της βόρειας Ελλάδας. Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα, συχνά ακούμε ότι υφίσταται δραματική έλλειψη στέγης, κυρίως στα δύο αστικά κέντρα.

Όμως, ενώ εκεί παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού, μόνιμου ή προσωρινού, σε πολλές πόλεις της επαρχίας η κατάσταση είναι ζοφερή. Πέρα από την εμφανή έλλειψη κατοικιών, οι μισθοί των εργαζομένων βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα, εγκαταλείπονται από τους νέους με χαρακτηριστικό παράδειγμα -την τελευταία δεκαετία- πολλές υποδομές να κρίνονται προβληματικές και κάποιες ανύπαρκτες, ενώ η Τοπική Αυτοδιοίκηση αρκετά συχνά επαναπαύεται και επαφίεται σε κάποιες πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως παρατηρούμε ετούτες τις μέρες, με τα αποκριάτικα καρναβάλια ή με τον μύλο των ξωτικών στα Τρίκαλα προ καιρού, κ.ο.κ., ώστε να στρέψει το ενδιαφέρον πολιτών και διοικούντων σε αυτές και στα προβλήματά τους, επικαλύπτοντας το σοβαρότερο υφιστάμενο πρόβλημα για λίγες μέρες.

Μαζί με όλα αυτά, φυσικά, βαίνει η εγκατάλειψη από τους κατοίκους και η πτώση των τιμών της αγροτικής γης για διάφορους λόγους, που ξεφεύγουν του παρόντος σημειώματος.

Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, είχαμε μνημόνια, εξόδους από αυτά, τουλάχιστον λεκτικά, αλλά ταυτόχρονα και αρκετά κονδύλια που εισέρευσαν στην Ελλάδα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, μια μεγάλη ευκαιρία ομολογουμένως να διορθωθούν κάποια πράγματα, αλλά πόσο όμως βοήθησαν την ελληνική Περιφέρεια όλα αυτά;

Η απάντηση είναι δύσκολη, αλλά μάλλον όχι ενθαρρυντική, αν κρίνουμε απ’ όσα ακούμε να λέγονται από τους κτηνοτρόφους και τους αγρότες, με την ευκαιρία των τελευταίων πολυήμερων και μαζικών κινητοποιήσεών τους σχεδόν σε όλη την Ελλάδα.

Παραβλέπουμε, για την ώρα, τις τρομακτικές ανισότητες σε παράνομες χορηγήσεις επιδομάτων, που πληροφορούμαστε με καταιγιστικούς ρυθμούς τον τελευταίο καιρό και τα σχετικά σκάνδαλα, που ήρθαν να προστεθούν πάνω σε προηγούμενα. Έτσι, όπως οι ίδιοι λένε, η ανάπτυξη ήρθε για λίγους.

Ωστόσο, πέρα από την πολιτική παράμετρο όλων αυτών, η καθημερινότητα στις εσχατιές της ρωμιοσύνης, όπως αρέσκονται να τονίζουν οι πολιτικοί μας, παραμένει δύσκολη και το χειρότερο όλων, αβέβαιη, αλλά το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης έχουν οι ίδιοι! Σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα οι υποδομές της επαρχίας, ώστε να γίνουν περισσότερο ελκυστικές για τους κατοίκους τους και έτσι να ανασχεθεί η φυγή τους από εκεί;

Αν και εδώ και πολύ καιρό αποφεύγω -για ευνόητους λόγους- να αναφέρομαι σε ζητήματα υγείας, τι θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε για τα Κέντρα Υγείας, τα οποία ακόμα δεν μπόρεσαν να βρουν τον σωστό τους βηματισμό στο όλο σύστημα υγείας, τα τόσο απαραίτητα για τον πληθυσμό της επαρχίας, ώστε να παραμείνουν στη γη τους;

Πώς κλείνουν βασικότατες υποδομές, σχολεία, εφορίες, τράπεζες, ΕΛΤΑ πρόσφατα, και τόσα άλλα απαραίτητα για τους απόμαχους και τους ανθρώπους της Περιφέρειας; Είναι δυνατόν να γίνει εφικτή με όλα αυτά η επιζητούμενη αναβάθμιση της Περιφέρειας, η ανάπτυξή της, η έστω μικρή βελτίωση των δεικτών του εθνικού δημογραφικού προβλήματος;

Οι τοποθεσίες αυτές κάποτε γέννησαν και μεγάλωσαν πληθώρα Ελλήνων πολιτών, που τις επαναφέρουν στη μνήμη τους, ακόμα και σήμερα με τα καλύτερα λόγια, αλλά τώρα; Για το παραμικρό πρόβλημα, οι όποιοι εναπομείναντες αναγκάζονται να μεταβαίνουν στα πλησιέστερα αστικά κέντρα.

Η πορεία της χώρας, η περαιτέρω ανάπτυξή της και η κρίσιμη συνοχή της κοινωνίας, δεν ξεκινά από την πλατεία Κολωνακίου, ούτε από τους περιφερόμενους εκεί νυχθημερόν πολιτικούς της, αλλά από την επαρχία.

Απαραίτητες προϋποθέσεις γι’ αυτόν τον εθνικό σκοπό είναι η εύκολη πρόσβαση, η ενίσχυση της παιδείας, της υγείας, η στοιχειώδης πολιτική προστασία και όλα τα γνωστά και χιλιοειπωμένα.

Αλλά, μετά απ’ όσα ακούσαμε τις τελευταίες μέρες από τους εξεγερμένους αγρότες και κτηνοτρόφους, δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι διαφορετικό, σε ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης της πρωτογενούς παραγωγής.

Αλήθεια, με τους σημερινούς ρυθμούς, πιστεύει κανείς ότι σε μερικές δεκαετίες οι αγροτικές περιουσίες θα ανήκουν ή θα καλλιεργούνται από Έλληνες; Πρόσφατα, ήρθε στη δημοσιότητα -να αναφερθώ σε ένα όνειρο κοντινό μας- η σιδηροδρομική σύνδεση της πόλης του Ηρακλείου με τον νέο αερολιμένα στο Καστέλλι.

Ένα σοβαρό έργο για την περιοχή και κάτι σύνηθες για όλες τις πόλεις με διεθνή αεροδρόμια. Καλή ομολογουμένως σκέψη, αλλά ας μην είμαστε και τόσο αφελείς!

Εδώ περιμένουμε μισό αιώνα για τον Βόρειο Οδικό Άξονα, κάποιες δεκαετίες για το Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου, που μας το υπενθυμίζει εκείνη η ξεθωριασμένη πινακίδα στο λιμάνι, και η οποία δεν ξέρω αν υφίσταται ακόμα, ή εξαφανίστηκε κι αυτή, όπως και εκείνη με την οποία κάποτε το δημοκρατικό Ηράκλειο μάς καλωσόριζε!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας