Στην πολιτική, αρκετά συχνά, έρχονται στην επικαιρότητα πεπραγμένα, αστοχίες και επιτυχίες, προηγηθέντων πολιτικών προσώπων, είτε βρίσκονται εν ζωή, ή μετά θάνατον, αλλά κυρίως εκείνων, που χρημάτισαν για κάποιο διάστημα πρωθυπουργοί.

Τον τελευταίο καιρό είμαστε μάρτυρες μιας ατέρμονης και μακρόσυρτης φιλολογίας, δηλώσεων, πληροφοριών, κ.ο.κ., για την πιθανότητα της γειτονικής μας Τουρκίας να εισέλθει στο αποκαλούμενο πρόγραμμα “safe” της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τους δικούς της βεβαίως λόγους, τους οποίους όλοι γνωρίζουμε και δεν χρήζουν κάποιας ειδικότερης αναφοράς, ανάλυσης και περιγραφής.

Παρά τα όσα, όμως, αρνητικά ακούστηκαν από τα επίσημα χείλη των εκπροσώπων της Ε.Ε., και βεβαίως από το πολιτικό προσωπικό της χώρας μας, η γειτονική -στην οποία αναφερόμαστε- χώρα, έχει με κάποιο τρόπο εισχωρήσει στα ενδότερα του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού μηχανισμού, με τις γνωστές συνάψεις σχέσεων και κυρίως εξαγοράς τμήματος αλλότριων εταιρειών κάποιων σημαντικών χωρών της Ευρώπης, με την βοήθεια φυσικά της λίαν αποτελεσματικής εξωτερικής της πολιτικής, την οποία φυσικά οι δικοί μας αρνούνται να δουν κατάματα, ή αποφεύγουν να σχολιάσουν προκλητικά για ίδιους λόγους.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ούτε κατά διάνοια, το γεγονός της ποικιλότροπης και το σπουδαιότερο της υφιστάμενης διαχρονικής στήριξης της Τουρκίας από τις γνωστές μεγάλες χώρες της Ευρώπης, είτε εντός είτε εκτός της Ε.Ε.

Ωστόσο, όμως, κάποιες αλήθειες ήδη υφίστανται εδώ και πολύ καιρό· κι αυτό δεν μπορεί επ’ ουδενί να αλλάξει. Η περίεργη και ελληνική στήριξη της Τουρκίας στις όποιες σχέσεις της με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ξεκίνησε επί της δεύτερης τετραετίας και διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, κάτι το οποίο αποτέλεσε έκπληξη εκείνη τη συγκεκριμένη εποχή σε πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες και είχε τροφοδοτήσει μάλιστα και μερικές αντιρρήσεις, όπως και σχόλια γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γάλλος Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, γνωστός αρνητής της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μείνει επίσης στην ιστορία η αντίθεση του Θεόδωρου Πάγκαλου με τον Σημίτη για το περιεχόμενο μιας, βαρύνουσας σημασίας, συνέντευξης του Κώστα Σημίτη, σε γνωστή γαλλική εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο πρωθυπουργός μας, εκείνη την εποχή, εξήρε το ρόλο της γείτονος και συγκεκριμένα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη δημιουργία της σημερινής Ευρώπης και δηλώνοντας στο τέλος ότι σε κάθε περίπτωση η Τουρκία πρέπει να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρωταθλητής της τουρκικής ένταξης στην Ευρώπη, απεκλήθη τότε ο Σημίτης από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, και όσα ελέχθησαν «ανοησίες», αφού η στάση του εκείνη και η προκλητικά φιλοτουρκική στάση της Κυβέρνησής του, θα οδηγούσε μελλοντικά σε βαρύτατες συνέπειες τη χώρα, πέρα από γεγονός ότι έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με δοκιμασμένους διαχρονικά φίλους της Ελλάδας.

Αφήνουμε για την ώρα στην άκρη, χωρίς φυσικά να το λησμονούμε, το φρικιαστικό γκριζάρισμα του Αιγαίου, για το οποίο φέρει ακέραια την ευθύνη ο συγκεκριμένος πρωθυπουργός, και ας πάμε λίγο παρακάτω.

Και σε Κυβέρνηση Ν.Δ. το 2004, συνεχίστηκε επακριβώς η ίδια στάση στο θέμα αυτό, φέρνοντας απέναντι τον πρώην πρόεδρό της, Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος έθεσε την άρση της απειλής πολέμου απαραίτητη προϋπόθεση για την Τουρκία, ώστε να αρχίσουν οι όποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτής και της Ευρώπης.

Όμως, ο πεπειραμένος εκείνος πολιτικός τόνισε και εστιάστηκε στο γεγονός ότι η ίδια η Ευρώπη έπρεπε να το ζητήσει και να το επιβάλει στην Τουρκία, και όχι μόνο εμείς, που ζητάμε να εφαρμοστεί το Διεθνές Δίκαιο για το αναφαίρετο δικαίωμα της χώρας μας!

Παρ’ όλα αυτά, όμως, η ιστορία υπενθυμίζει ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας άρχισαν τον Οκτώβριο του 2005, με τη σύμφωνη γνώμη και συναίνεση της χώρας μας επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή του νεότερου, ο οποίος -σημειωτέον- τον τελευταίο καιρό δεν παύει να σχολιάζει μεταξύ των άλλων και κάποια ζητήματα εξωτερικής πολιτικής της σημερινής Κυβέρνησης.

Η συνέχεια όλων αυτών είναι γνωστή και τεκμηριωμένη, όσο κι αν πολλοί την εξοστρακίζουν από την επικαιρότητα. Όμως, ας σταθούμε λίγο σε εκείνη τη γνώμη του Γεωργίου Ράλλη, και ας έρθουμε στα σημερινά.

Γιατί λοιπόν η σημερινή Κυβέρνηση παρουσιάζεται ανήμπορη να πείσει το ιερατείο των Βρυξελλών, ώστε αυτό να πιέσει την Τουρκία να άρει την απειλή πολέμου; Και δεύτερον, γιατί δεν μπορεί να πείσει τους ίδιους άρχοντες εκεί να δρομολογήσουν ψήφισμα για χωρικά ύδατα δώδεκα μιλίων σε όλες τις χώρες της Ε.Ε.;

Δυο απλά, αλλά δύσκολα ερωτήματα, τα οποία οι κυβερνώντες τη χώρα μας διαχρονικά έχασαν ή συνεχίζουν να χάνουν την ευκαιρία να φέρουν στο προσκήνιο και να εφαρμοστούν σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ε.Ε.! Εκτός εάν δεν επιθυμούν, για τους δικούς τους καθαρά λόγους!

Κατά τα άλλα, η Τουρκία εισπράττει συχνά και με διάφορους τρόπους ευρωπαϊκά κονδύλια, χρησιμοποιώντας τη μια φορά το μεταναστευτικό ζήτημα και του σκληρού ελέγχου του συνόλου των μεταναστευτικών ροών στο έδαφός της, άλλες φορές με κάποια ποσά με τις προαναφερόμενες αγορές μεριδίου ευρωπαϊκών εταιρειών, στις οποίες προβαίνει και η κατάσταση συνεχίζεται ως έχει εις το διηνεκές!

Και με τον δύσμοιρο ελληνικό λαό να ακούει ασυνάρτητες δικαιολογίες, αστοχίες, υπεκφυγές και επιπολαιότητες, με το χειρότερο όλων να μας τα ανακοινώνουν όλα υπερηφανευόμενοι ως εθνικές επιτυχίες! Καλή χρονιά!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας