Το 1942, εξήντα Ηρακλειώτες μεταφέρονται με σιδηρόδρομο από τη Θεσσαλονίκη στην κατεχόμενη Πολωνία. Η ομάδα των αιχμαλώτων είχε ξεκινήσει από την Κρήτη το Φθινόπωρο του 1941. Με ενδιάμεσους σταθμούς την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Γιουγκοσλαβία, μετά από ένα βασανιστικό ταξίδι εννέα ημερών (Θεσσαλονίκη-Πολωνία), κλείνονται στο στρατόπεδο εργασίας Stalag VIIIB-Lamsdorf.

Οι περισσότεροι από τους αιχμαλώτους ήταν από την επαρχία Πεδιάδος. Αρχηγός της ομάδας ορίστηκε από τους Γερμανούς ο αξιωματικός Σήφης Καβρουδάκης από το χωριό Ζουρίδι Ρεθύμνου.

Σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι, δούλεψαν στην αεροπορική βάση του Νόρντντορφ. Κατά διαστήματα μεταφέρονταν ορισμένοι για δουλειά στο Τάρνοβιτς της Πολωνίας και στο Ούντεφελ σε ανθρακωρυχείο στην περιοχή Πάουλους Σκρούμπερ. Στο ανθρακωρυχείο, οι όμηροι εργάζονταν στην εξόρυξη κάρβουνου σε βάθος 420 μέτρων !

Στις αρχές της άνοιξης του 1944, που η πλάστιγγα της νίκης ìείχε γείρειî προς τους συμμάχους, οι Γερμανοί μεταφέρουν την ομάδα των Ηρακλειωτών αιχμαλώτων από τόπο σε τόπο. Θέλουν να αποφύγουν την απελευθέρωσή τους. Διασχίζουν πεζοί σχεδόν όλη τη Γερμανία και την Τσεχοσλοβακία.

Μπαίνουν στην Αυστρία και για λίγες μέρες κλείνονται στο στρατόπεδο Νταχάου. Ξαναγυρίζουν στη Γερμανία. Περνούν από τη Νυρεμβέργη, τη Δρέσδη, το Νόισταντ, το Βάιχτεν. Καταλήγουν στην αεροπορική βάση Λάνσχιουτ, όπου και απελευθερώνονται από την 9η Αμερικανική Στρατιά, στις 4 Απριλίου 1945. Επέστρεψαν όλοι στην Κρήτη, μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, τον Αύγουστου του 1945. Οι 60 όμηροι Ηρακλειώτες, παρέμειναν αιχμάλωτοι του στρατοπέδου Lamsdorf και των παραρτημάτων του, 49 μήνες και 18 ημέρες.

Στην ομάδα των ομήρων-αιχμαλώτων ήταν ο Τρύφωνας Τρευλάκης από το χωριό Μαθιά και ο Στυλιανός Παπαδομανωλάκης από το χωριό Μουχτάρω. Μετά την απελευθέρωση, ο Τρύφωνας Τρευλάκης παντρεύτηκε την Ειρήνη Σμαριαννάκη από το χωριό Διαβαϊδέ και κατοίκησαν εκεί. Ο Στυλιανός Παπαδομανωλάκης παντρεύτηκε τη Μαρία (Ξωχάκη) και κατοίκησαν στο Μουχτάρω.

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΤΡΕΥΛΑΚΗΣ

Ο Τρύφωνας Τρευλάκης, όμηρος του ναζιστικού στρατοπέδου εργασίας Lamsdorf, τον Ιούνιο του 2010 αφηγείται:

«Στο Λάμστντορφ ήταν η συγκέντρωση όλων των αιχμαλώτων. Εγώ δούλευα μαραγκός. Από το Λάμστντορφ πήγα στο Νόρντορφ. Εκεί ήτονε ένας Νεοζηλανδός ανθυπασπιστής. Και δουλεύαμε μαζί. Ερχόντανε ένας Γερμανός πολίτης με το σταυρό στο χέρι και έπαιρνε αιχμαλώτους στην αγγαρεία. Ήτανε πολίτες και φορούσανε ένα περιβραχιόνιο μαύρο κι είχε τον αγκυλωτό σταυρό απάνω. Όλοι οι Γερμανοί πολίτες το φορούσανε. Και μπαίνανε στο στρατόπεδο και παίρνανε αιχμαλώτους για αγγαρεία. Όπου ήθελα να μας πάνε.

Παράγκα  κρατουμένων  στρατοπέδου  Λάμσντορφ  τα  χρόνια 1941-1945

Μας παίρνανε το πρωί και το βράδυ μας επιστρέφανε στο στρατόπεδο. Εγώ πήγαινα μαραγκός, άλλοι στα μαγειρεία, άλλοι ξεχιονίζανε γιατί είχε πολλά χιόνια. Ρωτά ο πολίτης Γερμανός το Νεοζηλανδό από που είσαι. Του λέει Νεοζηλανδός. Κι αυτός ο μαύρος από πού είναι. Μαύρο είπε εμένα. Ρωτά για μένα. Λέει του ο Νεοζηλανδός ότι αυτός είναι από την Κρήτη. Και λέει σε μένα ο Γερμανός, παλιάνθρωπε.

Με μια σφαίρα θα σε τελειώσω. Του λέει ο Νεοζηλανδός γιατί. Λέει κοίταξε αγαπητέ. Η Γαλλία σαράντα πέντε εκατομμύρια κι ήκανε μια βδομάδα πόλεμο. Και ένα μικρό νησί ένα μήνα. Γιατί; Και με ρωτά πόσους εσκότωσες; Του απαντώ πόσες τρίχες μαλλιά έχεις στη κεφαλή σου; Μου λέει δε ξέρω. Ούτε κι εγώ ξέρω, του λέω.

Θυμούμαι μια βραδιά μας εσυνόδευε ένας Γερμανός δεκανέας του στρατοπέδου. Εγώ ήμουνε λοχίας. Και όπως βαδίζαμε έλεγε αυτός στα γερμανικά ένα δύο τρία τέσσερα. Έπρεπε κι εμείς να το επαναλαμβάνομε. Εγώ έλεγα μέχρι το τρία. Δεν έλεγα τέσσερα. Αυτός τσατίστηκε και μου δίνει μια με τον υποκόπανο. Του λέω γιατί το’κανες αυτό. Όταν εφτάσαμε στο στρατόπεδο, το’πα στο Σήφη το Καβρουδάκη. Και λέει ο Σήφης στο στρατοπεδάρχη. Ο Γερμανός είναι δεκανέας και χτύπησε ένα λοχία. Γιατί; Το πρωί ήρθε και μου ζήτηξε συγνώμη.

Στο στρατόπεδο είμαστε σε κάθε θάλαμο είκοσι άτομα. Κάθε βράδυ μας εκλειούσανε. Το πρωί άνοιγε η πόρτα. Ο Ερυθρός Σταυρός μας έστελνε πακέτα με τρόφιμα. Και το πακέτο είχε μέσα μια σοκολάτα, ένα κουτί γάλα, δυο κουτάκια με βερνίκι για τα παπούτσια, ξερό αυγό που το βάναμε στο νερό, μια κομπόστα, ένα πλακάκι ζάχαρη κι ένα σαρδελάκι καμιά φορά.

Στις αρχές που πήγαμε στο στρατόπεδο μας εδίνανε μερικά μπισκότα, μια κονσέρβα και τη μοιράζαμε τέσσερα πέντε άτομα και μετά ένα πακέτο κάθε δέκα μέρες ανά δυο άτομα. Το πακέτο το παίρναμε εγώ κι ένας Μπορμπαντωνάκης από τσ’Ασκούς.

Και ο Γερμανός που μας έδωσε το πακέτο πήρε τη σοκολάτα και την έσπασε σε δυο κομμάτια. Και του λέω γιατί μου σπας τη σοκολάτα; Και λέει ο Γερμανός ότι είναι για δυο άτομα. Τα πακέτα τα’στελνε η Αγγλία μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Εφέρνανε και Νεοζηλανδικά πακέτα και είχανε τα ίδια μέσα και μια κονσέρβα που έγραφε το κουτί απ’έξω ράμπιτ, λαγός δηλαδή.

Εκεί στο Νόρντορφ εσάζαμε ένα ποταμό. Καρφώναμε ξύλα κι από τις δυο όχθες. Εκεί αποφάσισα μια μέρα να δραπετεύσω. Εφεύγανε κι άλλοι. Το μεσημέρι λέει ο Γερμανός να σταματήσομε για φαί. Εγώ δεν επήγα στο φαί αλλά έπιασα τα σύρματα και πήδηξα όξω. Αν με βλέπανε θα με σκοτώνανε.

Και εξώμεινα το βράδυ έξω, στο δάσος. Είδα και δυο τεράστια ελάφια. Το πρωί που σηκώθηκα επήγαινα προς τα κάτω. Μου λέει ένας Γερμανός πολίτης που πας. Του λέω στο δάσος πήγα να πάρω ξύλα. Αλλά μόλις επροχώρησα παρακάτω βλέπω μια γυναίκα. Και μου λέει που πας; Γύρισε πίσω. Μας είχανε πει όταν ακούμε τη λέξη να γυρίσομε προς το μέρος Γερμανού που μας μιλεί πρέπει να το κάνομε αμέσως.

Γυρίζω και βλέπω και βάστανε ένα πιστόλι στη χέρα τση. Επήγαμε μαζί και με πήγε στο σταθμό. Και λέει έχω ένα μαύρο, εγώ ήμουνε ο μαύρος. Και λέει και το νούμερό μου 3789. Αυτό το΄χω σήμερο βάλει στο εικονοστάσι στο σπίτι μου. Και ήρθενε ύστερα και με πήρε ένας Γερμανός. Να με πάει στο στρατόπεδο. Και μου’λεγε γιατί ήφυγες; Και του’πα εχάθηκα στο δάσος. Εγύρευγα ξύλα για τη δουλειά μου, του μαραγκού δηλαδή. Και μου λέει πεινάς; Λέω όχι. Θες τσιγάρο; Του λέω όχι. Κοίταξε στη τσέπη σου μου λέει. Μου’χε χώσει με τρόπο ένα τσιγάρο στη τσέπη.

Και μόλις το καπνίζω με βγάνει στην άκρα του δρόμου, το χιόνι ένα μπόι και βάνει μια σφαίρα στη θαλάμη. Λέω εδά θα με σκοτώσει. Αλλά αυτός μου βγάνει τη ζωστήρα και τη βάνει στη τσέπη του και τα κορδόνια των παπουτσιών για να μη φύγω. Μετά με βάλανε στη φυλακή του στρατοπέδου οχτώ μέρες. Την ημέρα που ήτανε να βγω από τη φυλακή ήρθε ένας Γερμανός. Και λέει ποιος είναι αυτός;

Του λένε Άγγλος αιχμάλωτος πολέμου. Και λέω ότι δεν είμαι Εγγλέζος αλλά Έλληνας. Και τότε μου λέει σήκω από δω πέρα γουρούνι. Εγώ του λέω ότι δεν είσαι καλύτερος από μένα. Και φωνάζει ακόμη μια μέρα φυλακή! Και έμεινα άλλη μια μέρα στη φυλακή. Μετά τη φυλακή μου απαγορέψανε να ξαναπάω να δουλέψω μαραγκός.

Τότε μου φώναξε ένας Γερμανός και μου λέει έχεις ένα τσιγάρο; Έχω του λέω, και του δίνω ένα τσιγάρο. Και γυρίζει και μου λέει ότι τον έβαλε ο Διοικητής να με προσέχει και όταν πάω δεκαπέντε μέτρα μακριά θα με πυροβολήσει. Και δεν εξαναπήγα μαραγκός…».

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ

 (Το Στελιανάκι του Μιχάλη της Κατεργιάς)

Στο χωριό Μουχτάρω στις 24 Ιουνίου 2011, ο Στυλιανός Παπαδομανωλάκης αφηγείται για την ομηρία του στο στρατόπεδο Lamsdorf στον Γεώργιο Εμμ Μιζεράκη, Αντ/ρχη Χωρ/κής ε.α. τα παρακάτω:

«Γεννήθηκα το 1919 στον Μουκτάρω, σήμερο Ευαγγελισμός Πεδιάδος και ακολουθούσα την κλάση 1940 Β. Τον Μάρτιο του 1941, προσκλήθηκα ως κληρωτός στον Ελληνικό στρατό και πήγαμε στο Εκπαιδευτικό Κέντρο Ναυπλίου για εκπαίδευση. Λόγω της γερμανικής κατά της Ελλάδος επίθεσης την 6-4-1941, ολόκληρο το Κέντρο Εκπαιδεύσεως από το Ναύπλιο μετεφέρθη και εγκατεστάθη στην περιοχή του χωρίου Πηγή Ρεθύμνης.

Στη Μάχη της Κρήτης 20-30 Μαΐου 1941, πήρα μέρος και πολέμησα τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές στην περιοχή Πηγή Ρεθύμνης. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανοϊταλούς, επέστρεψα στο χωριό μου και το σπίτι μου. Την 10-6-1941, σύμφωνα με διαταγή του Γερμανού Συνταγματάρχου Μπρούνο Μπρόγερ, όσοι λάβαμε μέρος στη Μάχη της Κρήτης, αξιωματικοί και στρατιώτες, παρουσιαστήκαμε στο χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος. Εκεί παρουσιαστήκαμε οι Μουκταριανοί Παπαδομανωλάκης Στυλιανός του Εμμανουήλ, Μελισσουργάκης Νικόλαος του Γεωργίου και

Μακράκης Ελευθέριος του Εμμανουήλ.

Από τους Αποστόλους, πεζοί με ένοπλους Γερμανούς μας οδήγησαν στο Ηράκλειο και μας έκλεισαν στο άλλοτε Γεροντοκομείο το οποίο είχαν μετατρέψει σε στρατόπεδο κρατουμένων, τριγυρισμένο με συρματοπλέγματα και ένοπλους φρουρούς. Στο στρατόπεδο αυτό σήμερα στεγάζεται το Καπετανάκειο Γυμνάσιο.

Κάθε πρωί Γερμανοί ένοπλοι στρατιώτες μας χώριζαν σε μικρές ομάδες και καθαρίζαμε τους δρόμους της πόλεως που είχαν γίνει αδιάβατοι από τους βομβαρδισμούς. Μας πήγαιναν στο λιμάνι και ξεφορτώναμε από τα πλοία πυρομαχικά και άλλα εφόδια του στρατού. Ακόμη μας έβαζαν και ανοίγαμε σε επίκαιρα σημεία ορύγματα. Η εργασία αυτή, δηλαδή η αγγαρεία, ήτο πολύ κουραστική και επικίνδυνη και αν κανείς μας σταματούσε για λίγο για να πάρει μια ανάσα, οι φρουροί τον ξυλοφόρτωναν.

Ο Στυλιανός Παπαδομανωλάκης «κεραστής» σε γάμο στο χωριό Μουχτάρω το έτος 1980. 
(Φωτογραφία αρχείου Μηνά Ανδρεαδάκη)

Το μεσημέρι, όταν επιστρέφαμε στο στρατόπεδο κουρασμένοι και πεινασμένοι, μας περίμεναν για φαγητό λίγα νερόβραστα σκουληκιασμένα ροβύθια και το δράμα το συμπλήρωναν οι ψείρες, οι ακαθαρσίες και ο ομαδικός ύπνος. Πολλοί δεν άντεχαν τη φριχτή αυτή κατάσταση και με κίνδυνο της ζωής των δραπέτευαν.

Στην νοτιοανατολική γωνία του στρατοπέδου στο βενετσιάνικο τείχος ξεσήκωσαν το συρματόπλεγμα και από την τρύπα που δημιούργησαν, πολλοί κρατούμενοι γκρεμίζονταν από ύψος τεσσάρων μέτρων και με κίνδυνο της ζωής των εδραπέτευαν.

Οι Γερμανοί όταν έκαναν προσκλητήριο και διαπίστωναν ότι μερικοί είχαν δραπετεύσει, ξεσπούσαν σε εμάς τους παρόντες και μας κτυπούσαν αλύπητα. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι αυτοί που έφυγαν, έφυγαν από τον χώρο και κατά τη διάρκεια της αγγαρείας και ελέγαμε ότι δεν φέρομε ευθύνη και άδικα μας κτυπούν. Έτσι η τρύπα από την οποία έφευγαν παρέμενε μυστική και οι κρατούμενοι εξακολουθούσαν να φεύγουν απ’αυτήν.

Μεταξύ εκείνων που εδραπέτευσαν από την μυστική τρύπα, ήταν και οι Μουκταριανοί Μελισσουργάκης και Μακράκης. Κάποτε όμως οι Γερμανοί ανακάλυψαν τη μυστική τρύπα, την έκλεισαν, πύκνωσαν και τους σκοπούς και οι αποδράσεις σταμάτησαν.

Τελικά εναπομείναμε εξήντα (60) και ανάμεσα σ’αυτούς και οι :

Παπαδομανωλάκης Στυλιανός του Μιχαήλ – Μουκτάρω

Παπαδογιωργάκης Ελευθέριος – Αποστόλοι

Μανωλαράκης Μιχαήλ – Γεράκι

Γκιαουράκης Μιχαήλ – Γεράκι

Ζηδιανάκης Μιχαήλ – Γεράκι

Αποστολάκης Ανδρέας – Θραψανό

Μανιδάκης Γεώργιος – Θραψανό

Δοξαστάκης Κωνσταντίνος – Θραψανό

Τρευλάκης Τρύφωνας – Μαθιά

Παπουτσάκης Νικόλαος – Αρμάχα

Κατσουλάκης Εμμανουήλ – Βακιώτες

Γαβριλάκης Στέργιος – Καραβάδω

Καλτσάκης Ελευθέριος – Καραβάδω

Αποστολάκης Ανδρέας – Ζωφόροι

Σακορράφειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστελλίου, Μάιος 2002. Δέκα όμηροι του στρατοπέδου εργασίας  Lamsdorf με τον Γιώργο Καλογεράκη, συναντούνται μετά από 57 χρόνια.Από αριστερά: Τρύφωνας Τρευλάκης (Μαθιά – Διαβαϊδέ), Νικόλαος Βελεγράκης (Ροτάσι), Μανόλης Πιταροκοίλης (Πάνω Καρουζανώ), Μανόλης Δηλαβεράκης (Κασταμονίτσα), Χαράλαμπος Βελεγράκης (Ροτάσι), Αριστόδημος Ψαράκης (Αμαριανό), Αντώνης Κορναράκης (Αμαριανό), Γεώργιος Μουντράκης (Κουτουλουφάρι), Νίκος Παπουτσάκης (Αρμάχα), Μανόλης Ζηδιανάκης (Γεράκι)
Παράγκα κρατουμένων στρατοπέδου Λάμσντορφ τα χρόνια 1941-1945

Τη δεκάτη Ιανουαρίου 1942, οι εναπομείναντες εξήντα (60) κρατούμενοι, με αυστηρή συνοδεία μεταφερθήκαμε στο λιμάνι του Ηρακλείου και μας επιβίβασαν σε πλοίο. Με το πλοίο αυτό μεταφερθήκαμε στον Πειραιά και από εκεί στην Αθήνα στο στρατόπεδο της Κοκκινιάς. Εκεί ο Μανωλαράκης Μιχαήλ (ο Κλητήρας) σε κάποια στιγμή που ο φρουρός του ήτο αλλού απασχολημένος, βρήκε την ευκαιρία και με κίνδυνο της ζωής του, ετράπη σε φυγή και εδραπέτευσε. Οι υπόλοιποι μείναμε στο στρατόπεδο αυτό της Κοκκινιάς δύο ημέρες.

Την τρίτη ημέρα μεταφερθήκαμε σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη και μας έκλεισαν στους στρατώνες του Ελληνικού 5ου Συντάγματος που τότε οι Γερμανοί το χρησιμοποιούσαν ως στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Στο στρατόπεδο αυτό παραμείναμε ένα μήνα, ένα μήνα φρίκης και πείνας. Ο μήνας αυτός ήταν ο χειρότερος από όλους τους μήνες της αιχμαλωσίας μας.

Το φαγητό μας ήτο δύο τρία κιλά φασόλες σε ένα καζάνι γεμάτο νερό, χωρίς λάδι και αλάτι. Από αυτό το νεροζούμι έπαιρνε ο καθένας μας μια κουταλιά για να ζήσωμε όλη την ημέρα. Μας έδιδαν ακόμη ένα ψωμάκι του μισού κιλού για κάθε επτά άτομα για όλη την ημέρα.

Έπρεπε να κρατηθούμε στη ζωή, με τη μια κουταλιά νεροζούμι και μια μπουκιά ψωμί. Από την πείνα οι περισσότεροι είχαν απομείνει μόνο οι σκελετοί και αν κρατούσε ακόμη λίγες ημέρες αυτή η κατάσταση, πολλοί θα οδηγούντο στο θάνατο. Πολλοί για να χορτάσουν την πείνα τους ανακάτωναν τα σκουπίδια και ότι έβρισκαν το έτρωγαν, ας ήτο και σάπιο και επικίνδυνο. Ανάμεσά μας ήσαν Έλληνες – Άγγλοι – Αυστραλοί – Νεοζηλανδοί, ακόμη και Ιταλοί. Όλοι είχαμε την ίδια περιποίηση.

Σχεδιάγραμμα  στρατοπέδου  εργασίας  Lamsdorf  (Stalag VIII B)

Οι Ιταλοί όταν έπιαναν κανένα γάτη, σε λίγα λεπτά της ώρας τον είχαν γδάρει, τον έψηναν και τον καταβρόχθιζαν. Έτρωγαν και το τελευταίο κοκαλάκι.

Επιτέλους, γύρω στα τέλη Μαρτίου 1942 όλους μας τους δυστυχισμένους και πεινασμένους μας στρίμωξαν σαν τις σαρδέλες στα σιδηροδρομικά βαγόνια και έπειτα από μια βασανιστική διαδρομή, μας ξεφόρτωσαν στο στρατόπεδο του Λάμστντορφ που βρίσκονταν κοντά στο Αμβούργο και πάνω από 100 χιλιόμετρα μακριά από το Βερολίνο. Στο στρατόπεδο του Λάμσντορφ, ευτυχώς για όλους μας τους πεινασμένους, ο Ερυθρός Σταυρός είχε αναλάβει και παρασκεύαζε συσσίτιο για τους κρατουμένους. Εκεί λοιπόν Άγγλοι – Αυστραλοί – Νεοζηλανδοί – Έλληνες και Ιταλοί, ήσαν αιχμάλωτοι και ο Ερυθρός Σταυρός είχε αναλάβει το συσσίτιό τους, αλλά και να τους ντύνει και να τους καλυκώνει.

Το συσσίτιο του Ερυθρού Σταυρού ήτο αρκετό και όλοι εμείς οι πεινασμένοι ξεπεινάσαμε, ανακτήσαμε τις δυνάμεις μας, και αρχίσαμε να πιστεύωμε ότι, δεν θα πεθάνωμε από την πείνα. Ενώ όμως το φάντασμα της πείνας απομακρυνόταν, άρχισε να μας πλησιάζει ένα άλλο φάντασμα, η εξαντλητική αναγκαστική εργασία.

Κάθε πρωί μας χώριζαν σε μικρές ομάδες και μας οδηγούσαν στα δάση. Εκεί εκόβαμε δέντρα για την ξυλεία που χρειάζονταν στα αεροδρόμια.

Άλλοτε πάλι μας ωδηγούσαν σε ανθρακωρυχεία, κατεβαίναμε σε βάθος τετρακόσια είκοσι μέτρα, έπειτα βαδίζαμε περίπου πέντε χιλιόμετρα και χωρίς κράνη ή άλλα προστατευτικά μέσα, εσκάβαμε στις στοές του θανάτου και εβγάζαμε κάρβουνα για την γερμανική βιομηχανία, για να φτιάχνονται βόμβες, πυροβόλα, αεροπλάνα, τανκς και άλλα θανατερά δρεπάνια του πολέμου.

Σ’αυτό το δράμα ζήσαμε όλοι οι κρατούμενοι στο στρατόπεδο του Λαμσντόρφ μέχρι που κάποια μέρα του Απριλίου του 1945, Αμερικανικά συμμαχικά στρατεύματα κατέλαβαν το στρατόπεδο και μας απελευθέρωσαν όλους τους κρατούμενους αιχμαλώτους πολέμου. Ανάμεσα σ’αυτούς που απελευθερώθηκαν ήσαν και οι Κρητικοί και εγώ φυσικά. Εάν ζήσαμε, όσοι ζήσαμε κρατούμενοι του στρατοπέδου Λάμσντορφ, τη ζωή μας την οφείλουμε στη βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και στους συμμάχους Αμερικανούς που μας ελευθέρωσαν…».

* Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου  Καστελλίου Πεδιάδος