Εχθές αργάς, είχαμε μια συζήτηση του… βάθους, με τον κουμπάρο τον Μανολογιάννη, για τους καλοπαντρεμένους και για τους κακοπαντρεμένους. Μου έλεγε λοιπόν και για τη δική του την περίπτωση, ότι είχε παντρευτεί δυο γυναίκες, με την πρώτη ήτανε… καλοπαντρεμένος και με τη δεύτερη κακοπαντρεμένος! Πώς έγινε αυτό; Εχώρισε την πρώτη για ψιλοπράματα, επειδή λέει αλλιώς φανταζότανε τη γυναίκα απάντρευτος.

Ότι δηλαδή θα ‘κανε ζωή χαρισάμενη, αλλά άλλο τι νόμιζε και άλλο η πράξη. Έτσι, τη χώρισε και παντρεύτηκε τη δεύτερη, ελπίζοντας να ζήσει ωραία -σύμφωνα με τη φαντασία και τα όνειρά του- για τη γυναίκα. Όμως, άπου κάθεται καλή και πιο καλή γυρεύει, έτσι κι αυτός παντρεύτηκε την άλλη· και να τα επακόλουθα!

-Σύντεκνε, μου λέει, εγώ να ’μουνε δα σαν εσένα, ήθελε να πιάσω τη διχαλόβεργα να ξου κολλάς σαν τ’ αρκάλου!

-Γιατί κουμπάρε;

-Γιάντα;! Ντα λίγο σου φαίνεται του λόγου σου να ξεχωρίσω και να ξαναπαντρευτώ χειρότερη από τη πρώτη;!

-Έτσι νομίζουνε όλοι κουμπάρε, ότι άμα ξαναπαντρευτούνε θα βρούνε καλύτερη, διότι στην άλλη δεν έχουνε γνωρίσει ακόμα τα ελαττώματά της, που τυχόν γνώρισαν στη πρώτη.

-Μπροστά στη δεύτερη σύντεκνε, η πρώτη ήτανε Αγία.

-Έτσι σου φαίνεται τώρα κουμπάρε, γιατί γνώρισες τα χειροτέρα και έχεις μέτρο σύγκρισης, όταν ήσουνα, όμως, με την πρώτη δεν τα ’βλεπες.

-Ναι κιόλας σύντεκνε, όλο ελαττώματα εθάρρουνα και πράμα προτερήματα. Σαφή τη μάλωνα τη κακομοίρα για ψίλου πράματα και δε μου ’βγανε αχνιά, μόνο με ξάνοιγε καλά-καλά, με απελπισμένα τα μάτια τζης. Εδά που το σκέφτομαι, μου ‘ρχεται να παίξω μια τση κεφαλής μου στον τοίχο να σπάσει!

-Μήπως δεν ήτανε όμορφη, κουμπάρε, όπως την ονειρευόσουνα και γι’ αυτό τα ’βλεπες όλα μαύρα με πολλά ελαττώματα;

-Όι, σύντεκνε, ντα αυτή ήτανε πια όμορφη από τούτηνε!

-Ε, τότε δεν ήξερες καθόλου τι ήθελες κουμπάρε.

-Απόύ ’χει σύντεκνε φρόνιμη και συνεννοήσιμη γυναίκα και δεν τση φέρνεται καλά, μόνο τηνε μαλώνει, θέλει κρέμασμα να ξεμαγαρίσει ο τόπος!

-Συμφωνώ κουμπάρε, αν ήτανε έτσι όπως τα λες, πρέπει να σε… κρεμάσομε!

-Το κατέχεις εδά μπρε, πως αν είχα γνωρίσει τη δεύτερη, ήθελα να ’μουνε με την πρώτη ευτυχής;

-Ναι, κουμπάρε, και όμως ήσουνε κατά λάθος δυστυχής!

-Μα καλά, μπρε κουμπάρε, πώς τήνε πήρες τη δεύτερη, αφού ήτανε έτσι όπως λες, γουρούνι πήρες στο σακί;

-Όι στο σακί, μπρε, πενταφάνερη ήτανε, μα ίντα δα βγει, άπου απόξω ήκανε τον άνθρωπο και από μέσα έχει το… γουρούνι!

-Έτσι συμβαίνει, κουμπάρε, πάντα με τις γυναίκες και με τους άνδρες. Η πρώτη μας όψη είναι η βιτρίνα, η δεύτερη είναι το μαγαζί και η τρίτη είναι η αποθήκη με τ’ άχρηστα, αλλά για να μπεις μέσα στην αποθήκη, πρέπει να παντρευτείς…

-Μωρέ μπράβο, σύντεκνε, ίδια ετσάνε κιόλας!

Κατέχεις ίντα σκέφτομαι σύντεκνε, μια κα δεν μπορώ να χωρίσω, γιατί έχω κοπέλια κι εγγονάκια, να πάω να πα πνιγώ!…

-Εγώ λέω κουμπάρε και να πνιγείς, τι θα καταλάβεις; Ίσα-ίσα που θα μαγαρίσεις το νερό!

-Μα, όσο το σκέφτομαι, μπρε σύντεκνε, πως εχώρισα μια αγία γυναίκα και δεν το κατέχει και πήρα τη… χειρότερη για καλύτερη, ίντα άλλο μου βγαίνει;

-Η γνώμη μου είναι, για πιο καλά να κρεμαστείς, γιατί μπορεί να ’ναι κρύο το νερό και να μην τα καταφέρεις… Πλάκα σου κάνω. Η γνώμη μου είναι να βγάλεις τις κακές σκέψεις από το μυαλό σου, να δεις αλλιώς τα πράματα και να κάνεις κάτι άλλο.

-Ίντα δηλαδή, να το ρίξω στη ρακή, όπως κάνουνε κι άλλοι;

-Όχι, αυτό είναι αντικανονικό. Να φερθείς πολιτισμένα. Να αποκτήσεις τρόπους καλής συμπεριφοράς, αφού αυτή δεν έχει και μπορεί σιγά-σιγά ν’ αποκτήσει κι αυτή. Και αφού σου λέει πικρόλογα, εσύ να της λες γλυκόλογα, σαν πιο λογικός. Αφού αυτή έχει χολή, εσύ να βάζεις μελί να γλυκάνεις τη χολή. Ακόμα, κάθε φορά που έρχεσαι από τα χωράφια, να τις κρατάς και μια ανθοδέσμη!

-Ήκαμά το, μάθε κι αυτό, μα τη δεύτερή φορά, μου λέει: “πάλι, μωρέ, τα ίδια μου ξανάφερες”; Και μου τα κόλλανε με τα κοτσάνια στην κεφαλή!

-Ε, μα τότε αυτή κουμπάρε έχει περάσει τα όρια! Έχει χαθεί ο σεβασμός, η κατανόηση, η εκτίμηση και μόνο ό,τι θέλει αυτή πρέπει να γίνεται!

-Κι αμέ δα, σύντεκνε;

-Το μόνο που σου μένει, είναι να γίνεις φιλόσοφος… Έτσι κι αλλιώς με τέτοια γυναίκα, γίνεσαι φιλόσοφος!…

-Και ίντα δα κάνω, άμα γενώ φιλόσοφος;

-Θα τα βλέπεις τα πράματα όλα με άλλο μάτι.

-Με ποιο, με το από πίσω; Άπου λένε αυτός έχει από κι από πίσω μάτια;

-Ναι, αυτά είναι τα έξυπνα μάτια και βλέπουνε αλλιώτικα. Με νηφαλιότητα, με ηρεμία, με λογική και μεταφέρουνε στην ψυχή τη μεγαλοπρέπεια, τη μεγαλοψυχία που σε κάνει να συγχωρείς, να παραβλέπεις, να δικαιολογείς, να δίνεις τόπο στην οργή κ.λπ.…

-Καλό μου φαίνεται τούτονα, σύντεκνε, να φιλοσοφώ να λέω: Ε, ετσά την ήπεψε ο θεός την κακομοίρα, δεν φταίει κι αυτή! Πρέπει να δίνω τόπο στην οργή…